Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Ανέμου παραθύρι

Πάνω σε τόξα αστραπής 
κοιμήθηκες κι εχάθης 
έλαμψες μόνο μια στιγμή 
κι ύστερα εμαράθης 

Σε ζήτησα σε γύρεψα 
με δυο καρφιά στο χέρι 
ήθελα την εικόνα σου
του φόβου το μαχαίρι

Κατοίκησες το άγνωστο 
ανέμου παραθύρι 
βγήκες ψηλά στους ουρανούς 
κι έστησες πανηγύρι 

Κάνω σταυρό κι ορκίζομαι 
να μην σε λησμονήσω 
τα άλικα τα χείλη σου
χρυσάφι να τα ντύσω 

Παράπονο έχω κρυφό 
απαντοχή μεγάλη 
να φτάσω εκεί που κατοικείς 
να γίνω κάποια άλλη 

Κατοίκησες το άγνωστο 
ανέμου παραθύρι 
βγήκες ψηλά στους ουρανούς 
κι έστησες πανηγύρι.

Τα πάντα εσύ

Έχεις το φως των αστεριών 
που 'χουν προτού να πέσουν 
έχεις σβελτάδα στο κορμί 
χρώματα που μ' αρέσουν

Σε κράτησα στα χέρια μου 
κι έλαμψε η αγκαλιά μου 
σου έδωσα δεν ζήτησα 
γλυκιά αστροφεγγιά μου

Εσύ κινείς τους ποταμούς 
και τα νερά μερεύεις 
εσύ ανέμους κυβερνάς 
και με θεούς χορεύεις

Εκεί ψηλά που κατοικείς 
στον ανθισμένο κήπο 
ανέβηκα για να σε βρω
και μου 'πες πως σου λείπω 

Άνθη σε τριγυρίζουνε 
λουλούδια της μανόλιας
πετούμενα σε προσκυνούν 
σαν μπαίνεις στα περβόλια 

Εσύ κινείς τους ποταμούς 
και τα νερά μερεύεις 
εσύ ανέμους κυβερνάς 
και με θεούς χορεύεις



Της λησμονιάς

Τα χείλη σου με πλήγωσαν 
μ' έκαψε το φιλί σου 
πάνω σε άσπρο μάρμαρο 
σμίλεψα τη μορφή σου

Στιλέτα έχεις στα χέρια 
μες στη φαρέτρα βέλη 
δεν βρίσκω λόγια να σου πω
σώμα που να σε θέλει 

Ξέφυγα πήγα μακριά 
σε δάσος στοιχειωμένο 
μα εσύ με ακολούθησες 
με το μυαλό χαμένο 

Βρήκα πηγή μα το νερό 
γλυφό ήταν και διψούσα 
κι εσύ με περιφρόνησες 
δεν νοιάστηκες πως ζούσα 

Στη γέρικη βελανιδιά 
χάραξα τα αρχικά μας
είχα κοπίδι δάχτυλα 
σαν τον παλιό έρωτα μας

Ξέφυγα πήγα μακριά 
σε δάσος στοιχειωμένο 
μα εσύ με ακολούθησες 
με το μυαλό χαμένο