Τα λουλούδια που μου 'φερες
ήταν νεκρολουλουδά από ένα
παραμορφωμενο στην άσφαλτο
νεαρό σώμα.
Μύριζαν φορμόλη αμωνία και
πηχτό ιδρώτα.
Είχαν την όψη ενός έρωτα που
ξεψύχησε σε φτηνά ράντζα
επαρχιακού νοσοκομείου,
ενός έρωτα που ποτέ δεν
μετουσιώθηκε σε μια αναθηματική
λήκυθο μέσα της τα αρώματα
να βάζουν τα νεαρά κορίτσια.
Ποτέ δεν με αγάπησες μόνο πάνω
στο γυμνό μου σώμα
στοιχημάτισες το θάνατο μου.
Ήμουν για εσένα το άγρυπνο μάτι
της μάνας που παραφυλάει
στην ασφαλτο για να αποτρέψει
το κακό που βλέπει να έρχεται.
Σε κοιτώ και μαραίνομαι.
Σε ξεχωρίζω και φεύγεις.
Σου στρώνω το κρεβάτι
και αναπηδάς σαν να κάθεσαι
πάνω σε αγκάθια.
Τα λουλούδια θα στα επιστρέψω
το κρύο χνώτο της μάνας
στο μάγουλο μου αυτό επιτάσσει.
Κρυώνουν οι νεαροί νεκροί της
στα λευκά τους φερετρα
χωρίς αυτά κρυώνω κι εγώ
όταν στην αγρύπνια για χρόνια
σε αναζητώ και δεν έρχεσαι.