Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Παιδί του φεγγαριού

Όλα μου τα ρούχα αποφόρια του φεγγαριού είναι.
Με αυτά βγαίνω στη πόλη.
Τα φορώ και στα καφέ ξεχνιέμαι 
Στα πάρκα με τις νεραντζιές χέρι με χέρι βολτάρω
με συνοδό μου πάντα του έρωτα την μυτερή ακίδα.
Βαριά ρούχα, με πούλιες και κεντίδια βυζαντινά στολισμένα.
Το μάτι μου έκλεισε μια νύχτα η κρύα πανσέληνος 
του Γενάρη και μου τα έστειλε.
Γενέθλιο δώρο καλοδεχούμενο κι αστραφτερό.
Σε σεντούκια οξιάς ήταν τοποθετημένα.
Δέκα τον αριθμό σαν την δεκάδα των φιλιών που μου χρωστάς.
Με διπλή κλειδαριά ήταν σφαλισμένα.
Το κλειδί το κρατούσα από χρόνια εγώ μέσα στην μπιζουτιέρα 
με τα μαργαριτάρια, τους νεφρίτες και τα ρουμπίνια μου.

Βράδυ τα ανοίγω τις ώρες που η νύχτα χειροδέσμιο 
κρύβει τον ήλιο κάτω από τα φαρδιά φουστάνια της.
Τα ξεδιπλώνω, τα φρεσκαρίζω και στο σκοινί της μουριάς 
τα κρεμώ προσεχτικά κι άλλα πάλι τα μαντάρω. 
Ο κήπος μου του φεγγαριού γίνεται στράτα ασημένια.
Οι γείτονες κάνουν πως δεν βλέπουν.
Φοβούνται τα μαγικά χέρια της σελήνης μην τους 
αρπάξουν τα παιδιά ή μη τους κλέψει τα χαμόγελα από 
τα γαλήνια απογεύματα τους. 
Με ζηλεύουν, με φθονούν και στα όνειρα δύσκολα 
μπαίνουν, στριφογυρίζουν στα ιδρωμένα σεντόνια απελπισμένα  
και τα πόδια της αράχνης μελετούν στο ταβάνι.

Ξάγρυπνοι το πρωί με χαιρετούν με ένοχα πάντα βλέμματα.
Τα παιδιά τους μου ζητούν καραμέλες, τους δίνω και κορδέλες 
τους φορώ στα μαλλιά απ' την πλούσια γκαρνταρόμπα μου.
Οι γονείς τα τραβούν βιαστικά στην αυλή τους.
Τα σταυρώνουν, τα νουθετούν τα ξεματιάζουν 
και στο κεραμίδι καίνε λιβάνι και σμύρνα.
Δεν θυμώνω μαζί τους μόνο που αγαπώ τα παιδιά 
και στα παιχνίδια τους θέλω να μπαίνω με τις βαριές φορεσιές μου.
Μόνο η Ιφιγένεια τους ξεγλιστρά κι έρχεται κοντά μου.
Της χαρίζω ένα ασημένιο κοντογούνι και στο λαιμό 
της μια σειρά από φεγγαροαχτίδες περνώ. 
Μαγεύεται και μειδιά σαν νέα Τζοκόντα μέσα 
από τα τούλια και τα μετάξια.
Σε αυτήν κληρονομιά θα αφήσω όλα τα 
υπάρχοντα μου όταν ταξίδι θα φύγω και στους ουρανούς 
με το ποδήλατο μου βόλτες θα κόβω. 

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

Η ψυχή είναι μια ντίβα

Αγρίεψε η θάλασσα σήμερα και με κύματα
βουνά έβγαλε στοιβάδες φύκια στην ακτή.
Ανάμεσα στα φύκια καλά κρυμμένη μια μπουρού ήταν.
Την βρήκα τυχαία όταν το σαντάλι μου σκόνταψε
σ' αυτή.
Την πήρα στα χέρια κι ήταν σαν να διάβαζα απ' την
αρχή τα πάθια της θάλασσας.
Ιστορίες μου είπε πολλές.
Μια γοργόνα την είχε πριν στην κατοχή της λέει,
μια κυρά που για φουστάνι τα φύκια φορά.
Απελπισμένη ένιωθε και στο συρματόπλεγμα
των σπηλιών ήταν κρυμμένη, μάτι ζωντανού μην την δει.
Ερωτήσεις δεν έκανε πια.
Απαντήσεις δεν ζητούσε, η καρδιά για να βγάλει το αγκάθι.
Οι νέοι ναυτικοί στους μύθους πια δεν πιστεύουν.
Μόνο αναμμένη φροντίζουν να έχουν την πίπα τους,
αποφεύγουν τους βρόγχους και με τους παπαγάλους
πιάνουν κουβέντα.
Μέλημα της οι ναύτες που για τάφο
διάλεξαν την πλάκα της θάλασσας.
Αυτή τους κρατάει ανοιχτά τα μάτια.
Τους σφουγγίζει τα δάκρυα και την κορνίζα
της αγαπημένης ανασύρει.
Τους τρέφει και κακαβιά τους σερβίρει την ώρα
που ο ήλιος άλικος πέφτει στη θάλασσα
παιχνίδι να αρχίσει με τα δελφίνια.
Αυτοί βασίλισσα την έχουν και μητέρα τους.
Ακούνε τα λόγια της και δεν βαρυγκομούν.
Το αγκάθι απ' την γλώσσα της με βελόνα τραβούν.
Τώρα στα χέρια μου η μπουρού ήρθε.
Η γοργόνα παρότι βαρύ φορτίο βαστά,
χρεία μεγάλη δεν την έχει πιά.
Τους πνιγμένους στοργικά ξέρει να προσέχει.
(Φορές φορές ως εδώ φτάνουν οι λυγμοί της
όταν έναν νέο ναύτη θάλπει στον κοιτώνα της.)
Στο αυτί μου κολλώ την μπουρού.
Εκπλήσσομαι και στα σπλάχνα
της θάλασσας κατέρχομαι.
Τα χαρτιά μου γεμίζω με αινιγματικούς στίχους.
Εκεί οι απώλειες κι ανοιχτές πληγές.
Οι σκοτεινοί έρωτες κι οι φλοίσβοι.
Εκεί η πέτρα του θυμού και το πεθαμένο περιστέρι.
Ποιήματα έγραψα πολλά μα οι αναγνώστες μου
φυλλορρόησαν ένα βράδυ.
Δεν ενοχλούμε, δεν σταματώ την μυρωδιά του
γιασεμιού να έχω κι ελαφρωμένη νιώθω κατά
την μεγάλη ώρα της καταμέτρησης.
Την ψυχή μου ελεύθερη αφήνω να καλλωπίζεται.
Ραντεβού να πηγαίνει στα βάθη, κοράλλια να μαζέψει
και με τα κρόσσια του ήλιου να τα περάσει γύρω
απ' τον λαιμό και την κοιλιά ξέφρενο για να αρχίσει χορό.
Στην ομορφιά της στοιχηματίζουν παλικάρια.....μάθε το.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Ετερόφωτη

Ανέβαζες το φεγγάρι μπρος τα μάτια μου μα
δεν έβλεπα, τόσο πηγαίο ήταν το φως σου που
ακόμα και στην θέα της πανσελήνου τυφλή
γινόμουν, ήσουν οι αστερισμοί κι ο δεύτερος
ήλιος που στα χέρια μου απάγκιαζε.
Εξ ου και τα δάκτυλα - αχτίδες που έχω.

Το άπιαστο λευκό

Δεν της πήγαιναν τα λευκά, την χλόμιαζαν και την απομάκρυναν απ' την την πολύχρωμη παλέτα των υπαίθριων ζωγράφων που πορτραίτα φτιάχνουν κοριτσιών και σε τοπία βουκολικά βυθίζονται.
Αντιπαθούσε τους λευκούς τοίχους. Εκείνους τους αψεγάδιαστους που με τις άδειες σελίδες των μοιραίων ποιητών μοιάζουν.
Ούτε μια γραμμή τεθλασμένη το υφαντό να διπλώσει σκοτάδι.
Ούτε μια λέξη ερωτική την αψάδα να νιώσει του πάθους.
Ούτε ένα γκράφιτι με μια γροθιά υψωμένη να επαναστατεί δίπλα στο σύνθημα.
Ξέρεις η αγνότητα δεν γράφεται ούτε συγγενεύει με το άσπρο μελάνι αλλά στα πιο έντονα χρώματα ρίχνεται στο πέλαγο και υπάρχει.
Οι βρώμικοι τοίχοι της πόλης την εξίταραν.
Είναι όμοιοι με το ανυπόγραφο ποίημα ενός
νεαρού ποιητή που οι στίχοι τον βασανίζουν στα όνειρα και το πρωί πρώτα τους ψελλίζει στο καναρίνι και έπειτα στην μαρκίζα τους αποτυπώνει με δίχρωμο μελάνι.
Αυτοί οι αγαπημένοι, αυτοί οι στέρνες σελίδες της. Αυτοί οι δικοί που τα επτασφράγιστα μυστικά εμπιστεύονταν με ζύγισμα δίκαιο χωρίς ψιμύθια.
Τοίχοι γραμμές ίδιες με τη ζωή που παντού τους βρίσκεις αν γνώρισες το πετράδι του θανάτου και στης μοίρας τις απώλειες φώλιασες.
Στις φτωχογειτονιές ανθούν.
Στα εγκαταλελειμμένα αρχοντικά ζουν.
Στα υπόγεια μαζί με την διάχυτη μυρωδιά του κρεμμυδιού να σε προκαλούν.
Κάποτε έγραψε μια ομολογία αγάπης σε αυτούς κι έναν ανεκπλήρωτο έρωτα ζωγράφισε μοναχικά να μην κάνει ταξίδια στην τρέλα.
Με το νύχι τους σκάλισε, με το αίμα της τους έβαψε, αργούσε το ουράνιο τόξο να 'ρθει.
Σαν πήγε σπίτι ελαφρωμένη ένιωσε.
Τώρα συχνά τις νύχτες στην πόλη βγαίνει με ένα σάλι στους ώμους.
Περνά από τα αρχοντικά, τα υπόγεια και τις φτωχογειτονιές κι εκεί προσκυνά τον έρωτα.
Τα ποιήματα της εκεί βρίσκουν χώρο, εκεί κι οι τεθλασμένες της συγκροτούν τον κόσμο της μοναξιάς και καθαγιάζονται.
Το λευκό την τρόμαζε από παιδί.
Ήταν σαν μια αδύναμη πεταλούδα που ποτέ λουλούδι δεν άγγιξε γιατί με ημιτελή φτερά γεννήθηκε, στραπατσαρισμένη ήταν και απ' το άπιαστο λευκό της μνήμης νήμα κρέμεται.
Καταδικασμένη κι η λευκή της μάντρα.
Πόσο την φοβόταν ειδικά τις νύχτες με πανσέληνο.
Το σπίτι της λουσμένο στα χρώματα είναι τώρα σαν τέντα περιφερομένου τσίρκου.
Κυρίαρχα το κόκκινο, το κεραμιδί, το λιλά και
το γαλάζιο.
Πέταξε τα μολύβια της σκέψης.
Πέταξε τις πένες της αφοσίωσης.
Πέταξε τους κοντυλοφόρους της λήθης.
Μόνη χωρίς τα χαρτιά της που μια νύχτα διαπαντός αφόρισε κι έκαψε στους άθλιους τοίχους τώρα καταφεύγει.
Εκεί ζει τα πάθη της, στο μαύρο περιφέρεται σαν νυχτοπεταλούδα γύρω απ' το φως της ουτοπίας.
Εκεί απεριόριστο βρίσκει χώρο για τα μελλοντικά της ποιήματα που το χτένι αργά μαδάνε και επώδυνα ωριμάζουν με τα δόντια σμιχτά σαν σε μοιρολόι.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Το παραπάτημα
Έπλεναν τα πόδια τους στην κρήνη. Για στόμιο είχε
μια λεοντοκεφαλή μαρμάρινη με φυτρωμένα
στις ρωγμές της μια σειρά από μούσκλια.
Έσταζε το νερό και ήταν παγωμένο σαν
πρωτανοιξιάτικος καταρράκτης ορεινού χωριού.
Αψηφούσαν το κρύο και πλένονταν με πλάκες
από σαπούνια γλυκερίνης. Γλιστρούσαν τα σαπούνια
από τα χέρια τους με αποτέλεσμα το ρυάκι να έχει
πλημμυρίσει με αφρούς και χοντρές φουσκάλες.

Εποχή τρύγου
οργιαστικοί χοροί-
χυμοί στα πόδια.
Οι γυναίκες απέφευγαν την ψυχρολουσία και κατέφευγαν στα λιγότερο ψυχρά ρυάκια. Τα παιδιά παράτολμα βρέχονταν από πάνω ως κάτω και χόρευαν εκστατικούς διονυσιακούς χορούς. Απολάμβαναν την μυσταγωγία του νερού ανυπομονώντας σφόδρα να ριχτούν στη δουλειά. Είχαν τρύγο σήμερα και τα λεπτά είχαν κολλήσει μυστηριακά. Φορούσαν κοντοπαντέλονα με τιράντες, ψαθί στο κεφάλι και ξεχαρβαλωμένα ρολόγια.
Σειρά αμπελιών
ώριμα τα σταφύλια-
ώρα του μούστου..
Έφτασαν στο πατητήρι. Οι άντρες σήκωσαν τα παντελόνια ψηλά, Οι γυναίκες φορούσαν πρόχειρα τσίτια. Τα παιδιά ήταν ντυμένα με σορτσάκια. Πατούσαν τα σταφύλια και ο χυμός έρεε. Οι τρίχες των ανδρών κοκκίνιζαν κι έμοιαζαν με το κοκκινάδι των γυναικών. Τα πρόχειρα τσίτια των γυναικών μούσκεψαν και διέγραφαν καθαρά τα σώματα τους. Ένα παιδί έπεσε σούμπιτο μες τους χυμούς. Όταν βγήκε στην επιφάνεια τσαντισμένο αποχώρησε ξεσπώντας σε αλαλαγμούς.
Ξινό σταφύλι
κρασοπότηρα άδεια-
θρηνούν βαρέλια.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Το τσίμπημα
Έστριβαν τα μουστάκια τους και χαμογελούσαν. Μπροστά τους απλώνονταν το αμπέλι με τα ώριμα κόκκινα σταφύλια. Τα χρυσοπράσινα από τον φθινοπωρινό ήλιο φύλλα έσταζαν στην γη τον πρωινό θησαυρό των δροσοσταλίδων. Μαλακό το χώμα ρουφούσε τη δροσιά. Μια βελανιδιά ξεχώριζε ανάμεσα στο χαμηλά φυτά. Στα κλαδιά της οι εργάτες είχαν κρεμάσει τα καρέ πουγκιά με το προσφάι τους.
Κίτρινα φύλλα
στρώματα στην άσφαλτο-
νοερός κήπος.
Δίπλα έβλεπες κυψέλες με μελίσσια. Τα τραγούδια των εργατών κάλυπταν το βουητό απ' τις μέλισσες που κατά σμήνη είχαν ριχτεί τριγύρω να τρυγήσουν χυμούς. Οι μεγάλες καλαθούνες γέμιζαν γρήγορα με σταφύλια που στην συνέχεια τοποθετούνταν στην καρότσα του τρακτέρ. Οι χρυσομπούρμπουνες δεν έβρισκαν πουθενά ησυχία. Έκαναν χαμηλές πτήσεις και προσγειώνονταν πάνω στους καρπούς και στα κλαρωτά μαντήλια των εργατριών.
Φθινοπώριασε
κακοτράαλοι βράχοι-
κυκλάμινα ροζ.
Έσταζε ο ιδρώτας κι ο ήλιος προχωρούσε προς στο μεσουράνημα του. Στον ίσκιο της βελανιδιάς στάθηκαν οι εργάτες να πάρουν το κολατσιό τους. Κρίθινο παξιμάδι, χλωροτύρι και φρέσκο κρεμμυδάκι. Μια ατίθαση μέλισσα πλησίασε και στάθηκε πάνω στο μπράτσο μιας εργάτριας. Ακούστηκαν τσιρίδες και κραυγές πόνου. Επιστρατεύτηκε μια τολμηρή εργάτρια που έβγαλε το κεντρί από το φουσκωμένο και κατακόκκινο σαν και τα σταφύλια σώμα.
Τραγανή ρόγα
σπίνοι πολιορητές-
τσιμπούσι σωστό.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

Ο πυρπολημένος κύκλος

Ο πυρπολημένος κύκλος
Έκοψες τα ξανθά μαλλιά σου και σημαία τα έκανες
να ανεμίζει ανάμεσα στα πλήθη που οργισμένα εξεγείρονταν.
Με το φως του φεγγαριού τα είχες βάψει.
Κρυβόσουν μην και στα αρπάξουν.
Δεν ήξεραν τίποτα ο άντρας σου, τα παιδιά και
οι επιστήθιες φίλες σου.
Σφιχτά έδενες την μαντίλα έτσι που να ξεχωρίζουν
μόνο τα πράσινα μάτια σου.
Με αυτή σοτάριζες το κρεμμύδι και καβούρντιζες
το κουκουνάρι, δεν δάκρυζες, γελούσες προς τα μέσα.
Με αυτή πλάγιαζες και κοιμόσουν.
Είχες τα φεγγάρια αγκαλιά σε όνειρα να σε πηγαίνουν
γλυκά και σε άγνωστες πόλεις να σε βγάζουν.
Τώρα την σημεία ανεμίζεις περήφανη.
Χρυσά τα μαλλιά σου με του ήλιου τις αχτίδες αγκαλιά
να σμίγουν.
Τα αετόπουλα σε ξέρουν και σου χαμογελούν.
Η πανσέληνος στα μάγουλά σου καθίζει και
φωτιά ανάβει.
Μαζί σου κόσμος πολύς βαδίζει, έκαψες την μαντίλα
και τα χέρια ψηλά νίκης γροθιά σχηματίζεις.
Τα χρυσά μαλλιά σου θα νικήσουν.
Τα χρυσά μαλλιά σου θηλιά θα γίνουν για τους δυνάστες .
Ετοιμοπόλεμη προχωράς και συμβουλάτορα και συμμαχητή
έχεις τον άνεμο.
Σαν κόρη στην πρώτη της άνθιση μοιάζεις.
Χατίρι σου έκανε το φεγγάρι τα χρόνια σου να κρύψει
και ανάμεσα στους συντρόφους σου να φέγγεις σαν
πυρπολημένος κύκλος που τις παλιές σελίδες της ιστορίας
θα κάψει για πάντα.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Εσύ το φως

Ανθρακί χρώμα είχαν τα μάτια σου.
Τα χείλη σου πυρωμένα κάρβουνα σε μαγκάλι
φτωχών εραστών. 
Ο χειμώνας κύκλωνε την ύπαρξή τους.
Μαγικές είχαν ανάσες να στεγνώνουν τα πέλματα 
απ' την επέλαση του χιονιά.
Στοιβάδες το χιόνι στις πλάτες του.
Ο βοριάς ανέμιζε τα μαλλιά τους.
Σημαία τα έκαναν, να γελούν τα παιδιά 
και να στοχάζονται οι γερόντοι  πριν την 
παρτίδα σκάκι αρχίσουν στον καφενέ με τα ταριχευμένα 
πτηνά και τους βαλσαμωμένους κορμοράνους.

Τα μάγουλα σου φωλιές πουλιών στο δασάκι
με τα βαθυπράσινα κυπαρίσσια.
Ανοιγόσουν στα μνήματα και μαρμάρινη έπαιρνες 
μορφή σαν τα αγάλματα στον κήπο της επιθανάτιας κόρης.
Βουβά είχαν τα χείλη τους σαν τα κοιμισμένα αηδόνια
πριν μπουν στην σειρά για την πρωινή συναυλία.
Τα παιδιά διασκέδαζαν και το παιχνίδι έπιαναν εκστασιασμένα.
Ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα δεν πίστευαν πλέον
τα παραμύθια και τις γιαγιάδες τραβούσαν απ' τις φούστες.
Ατρόμητες αυτές καινούργιους έφτιαχναν μύθους 
με βυρσοδέψες και λατόμους.
Γελούσαν τα παιδιά στην αυλαία και τα αγάλματα 
χειροκροτούσαν ασταμάτητα.

Άγνωστους χάρτες είχες στα γόνατά σου.
Τα χέρια σου κουπιά στο σκαρί της Μανταλένας.
Έτρεχαν οι ψαράδες σαν ζαλισμένες μέλισσες. 
Τραβούσαν τα δίχτυα κι η ψαριά τους πλούσια 
τον ολοήμερο κάματο νικούσε.
Χαμογελούσαν και στην πρύμνη στριφτά έκαναν τσιγάρα
Έκανε δαχτυλίδια ο καπνός, ζήλευαν οι κόρες 
και τους αγαπητικούς τους μέμφονταν.
Δεν τα πλησίαζαν, δεν τα έφταναν.
Απαρηγόρητοι έκλαιγαν κάτω από τις ιτιές και πενάκι 
δεν είχαν να γράψουν το ποίημα που αφόρμιζε στα χείλη τους.
Άγκυρες βαστούσαν και στον πλου προς τις σπηλιές 
κατευθύνονταν.

Εσύ το φως κι η ψηλή λαμπάδα απ' το κερί της μέλισσας.
Εσύ η τρεμάμενη φλόγα των εραστών 
με τα ψυχρά του θανάτου σώματα που οι ιερείς με μύρο ραίνουν.
Μεθυσμένοι ψαράδες σε ακολουθούν που απ' τις τρύπιες 
τους τσέπες γλίστρησε το δακτυλίδι του αρραβώνα.
Στα μουσεία πίσω απ' τα κρύσταλλα στα παιδιά με γροθιές 
και λόγια της σιωπής αντιτίθεσαι.
Δεν σε φτάνω.
Σε καλώ απεγνωσμένα.
Στο πάρκο περπατώ και με τις προτομές των ηρώων 
στήνω συμμορίες.
Στην απόχη μου θα πέσεις, αστράφτει το δακτυλίδι, 
βρέχει στον κήπο με τις βαθύσκιωτες μουριές.
Στον πόντο σε κερδίζω, το χέρι μου δίνεις πισωπατώντας.
Δεν θα φύγεις μες το πάρκο με τις προτομές 
θα γίνει η στέψη σου.
Εσύ ο αρχηγός κι εγώ να κινώ τα αόρατα νήματα.
Χοντρή κουβέρτα σου πλέκω την ψύχρα να διώξεις και 
το ανεμοβόρι στους ασκούς των Τρώων κλείνω σφαλιστά. 
Εντός μου κατοικείς σαν βωμός στον σηκό του ναού
θρησκεία σε κάνω και μπρος στα αλαλάζοντα πλήθη διακονώ 
το όνομά σου. .

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Όταν ξυπνούν τα αγάλματα

Θα έρθει μια μέρα που κοντά μου θα 'ρθεις,
στα χέρια σου θα κρατάς ένα ματσάκι από υάκινθους 
κομμένους από τα αλώνια του ουρανού.
Θα χαμογελάς σαν παιδί που στις ράγες βάζει 
το τελευταίο βαγόνι απ' το τρενάκι του και σύνθημα 
του δίνει να ξεκινήσει.
Επιβατικό τρένο με χαρούμενα πρόσωπα νεανικά.
Οι άντρες θα φορούν ψαθάκι στο κεφάλι, κόκκινα 
παπιγιόν και στο πέτο θα φέρουν καρφιτσωμένη 
μια πελώρια ταριχευμένη πεταλούδα.
Θα νιώθεις πως κάποια στιγμή την βαρύτητα θα νικούν 
και σε ένα φτεροκόπημα δίνονται με ελαφρωμένη 
την ψυχή.

Οι γυναίκες πολύχρωμα θα φοράνε βέλο, δαντελένια 
γάντια θα καλύπτουν τα χέρια τους ψηλά ως τους αγκώνες
και στα μαλλιά θα έχουν περίτεχνα καρφωμένα 
πλούσια πέπλα στο χρώμα της άμμου.
Θα νιώθεις πως από την θάλασσα βγήκαν ανεβασμένες 
πάνω στην πελώρια ουρά των γοργόνων.
Αρμυρά θα έχουν τα χείλη, κόκκινες τις παρειές και 
απ' του έρωτα θα έχουν βγει τον στρόβιλο και  
στους θεούς θα έχουν χαρίσει τα πάναγνα σώματα τους.

Το τρένο αργά θα τσουλάει και κυκλωτικές θα κάνει 
κινήσεις κι έναν μόνο θα έχει σταθμό που αέναα θα 
απομακρύνεται, το ταξίδι τους τέλος να μην έχει ποτέ.
Αποσκευές θα κρατούν αμφότεροι στα χέρια.
Μεγάλες κίτρινες βαλίτσες με μαύρα χερούλια.
Στο εσωτερικό τους δεν θα βρεις αλλαξιές μήτε 
μαύρα λουστρίνια ή μαντήλια διάφανα και βεντάλιες 
ταρταρούγας. 
Εκεί μόνο αρώματα βαριά θα βρεις, αστερόσκονη,
προτομές ποιητών και πένες στα χρώματα 
του ουράνιου τόξου.

Σε αυτό το τρένο επιβαίνεις κι εσύ με το λινό σου 
ατσαλάκωτο κουστούμι και τη δέσμη των λουλουδιών.
Χρόνια σε παρακολουθώ και φιλήματα σου στέλνω.
Στο σταθμό σε καρτερώ κι όλο κοντά μου βρίσκεσαι 
κι όλο μακριά μου φεύγεις χαμογελώντας.
Τον σταθμάρχη παρακαλώ νεύμα να δώσει 
στον σταθμό να κατεβείς τα δώρα μου να πάρεις.

Ωραίους μαρμάρινούς κούρους και πελεκητές 
κορασίδες με μακριές πλεξούδες.
Εγώ ο ακούραστος γλύπτης. 
Εγώ άυπνη να δουλεύω το καλέμι.
Εγώ με σκονισμένα τα βλέφαρα να σε προσμένω
με ανοιχτωσιά στην ψυχή 
Χρόνια πολλά στόλιζαν το σπίτι μου μα τώρα το 
αποφάσισα σε εσένα θυσία και τάμα να τα χαρίσω.   
Δεν μπορεί παρά να δελεαστείς και το φρένο 
να τραβήξεις ξεγελώντας τους συνεπιβάτες σου.
Σε περιμένει το παιδί με την πλαστική σφυρίχτρα 
στο στόμα ανυπομονώντας το χέρι να του σφίξεις.
Σε περιμένω κι εγώ με τα μαντήλια μου και τα 
ποιήματα μου που για εσένα έχω αποκλειστικά γράψει.
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου στην κλίνη μας 
να γύρεις και απ' τον ίλιγγο να ξαποστάσεις.
Με αστερόσκονη τα σεντόνια του έρωτα να καλύψεις 
και με σχέδια πολλά να τα κεντήσεις, ωραίος ανάμεσα 
στους κούρους και στις κορασίδες να χαμογελάς και
πνοή να τους χαρίζεις.  

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Τα γεννητούρια

Αγουροξυπνημένος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε στον νιπτήρα, πήρε το σαπούνι ελιάς και καθάρισε πρόσωπο, χέρια και λαιμό . Το κρύο νερό τον ξύπνησε αυτόματα. Άνοιξε την κουρτίνα για να θαυμάσει το λυκαυγές. Ροζ και πορτοκαλί κορδέλες στόλιζαν την πυραμίδα του βουνού που κρατούσε στην επιφάνεια της το χιονένιο του σκούφο. Η ζωή στο σπίτι είχε ξεκινήσει στο σπίτι και στην κουζίνα τον περίμενε ο αχνιστός καφές κι η κριθαροκουλούρα με τις σπαστές ελιές.

Νιφάδες χιονιού
τρεμουλιαστά τα χείλη-
θόρυβος δοντιών.

Ετοίμασε το λιτό κολατσιό του Ψωμί ζυμωτό, κρεμμύδια, σύγκλινο και τυρί από την κατσίκα που μηρύκαζε στο κατώι. Βγήκε στην αυλή ο χιονιάς με τα παγωμένα του χέρια τον αγκάλιασε σφιχτά. Τράβηξε το φερμουάρ κι έσφιξε το κασκόλ του, τουρτούριζε. Μέσα στην ξάστερη νύχτα είχε πέσει πάγος και τα φυτά του κήπου μπρόκολα και λαχανικά φορούσαν το κρυστάλλινο τους ρούχο. Κατευθύνθηκε προς τον στάβλο. Το άλογο σηκώθηκε, πήγε κοντά του κι η άχνα απ' τα ρουθούνια του τον ζέστανε.

Πάγος τριγύρω
μέσα στα καντηλάκια-
πήζει το λάδι.

Φόρεσε το σαμάρι στο άλογο χάιδεψε τον κανελί λαιμό του, το φόρτωσε με τα λιόπανα και ξεκίνησαν για το χωράφι. Από κάπου μακριά ακούγονταν το τεμπέλικο λάλημα ενός αργοπορημένου πετεινού. Σκέπασε την τσιριχτή φωνή του με ένα ρυθμικό σφύριγμα. Ο ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από την πυραμίδα και χρύσιζε την γη. Σήμερα θα πήγαινε μόνος του για να μαζέψει τις ελιές καθώς η γυναίκα του παρέμεινε σπίτι. Η νεαρή φοράδα τους απόψε γέννησε ένα ολόασπρο πουλάρι και χρειάζονταν φροντίδα και καλή τροφή.

Βαρύς χειμώνας
σαγόνια τρεμουλιάζουν-
ξύλα στο τζάκι.



Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Τάνκα

Με θέμα την σουσουράδα που για την Ιαπωνία από τις 13-17/9 
είναι μια από τις μικροεποχές που οι σουσουράδες τραγουδούν ξανά.


Έρημος δρόμος 
ταχύτητα μεγάλη
σπάνε τα κοντέρ
πετά μια σουσουράδα 
μπουχός βαρύς την πνίγει. 

*
Γυναίκα περνά 
στητή κορμοστασιά 
άντρες σφυρίζουν
κομψή σαν σουσουράδα 
μπιρμπιλωτά τα μάτια.

*
Κίτρινα φύλλα 
πάνω στο χώμα στέκουν 
πουλί εφορμά 
φτερά μιας σουσουράδας 
φέρνουν τα πάνω κάτω.

*
Κυνηγός περνά 
γεμάτα φισεκλίκια
μαύρο σκηνικό 
βλέπει μια σουσουράδα 
η ομορφιά τον κάμπτει.

*
Βοριάς φυσάει 
βαθύσκιωτο το δάσος 
δασιά τα ρείκια 
φωλιές πουλιών κρυμμένες 
πρόβα μιας σουσουράδας.  

*
Γκρεμοί τριγύρω 
απάτητος ο τόπος 
βαθιά χαράδρα 
στέκει πάνω στο φρύδι
ζευγάρι σουσουράδων.  

*
Ράμφος μυτερό 
ασπρόμαυρη φτερωσιά 
μακριά ουρά 
πουλί για καλλιστεία
όμορφη σουσουράδα.

*
Μικρός καφενές 
φωτιά παίρνουν τα μπρίκια 
θαμώνες σκυφτοί 
πόστερ μιας σουσουράδας
τα βλέφαρα γλυκαίνουν.

*
Ω τι λεπτότης 
καμαρωτή πηγαίνει
πατά στα νύχια 
ξύπνια η σουσουράδα
κλαίει το κουτορνίθι.  

*
Γάτος τροφαντός 
περιπολία βγαίνει 
μεζέ ζητάει 
τα νύχια του απλώνει 
γραπώνει σουσουράδα.  

*
Βοά το δάσος 
οι λύκοι κατεβαίνουν 
τρέμει η ψυχή 
τραγούδι σουσουράδας 
ατμόσφαιρα αλλάζει.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Τα μαργωμένα ποιήματα

Ήρθε το φθινόπωρο στην ζωή μου 
απ' την ώρα που έφυγες.
Μεγάλα κίτρινα φύλλα σαν πατούσες 
αρκούδας κάλυψαν τα χειρόγραφα μου.
Εκεί υπήρχε ένα ποίημα για σένα ζουμερό 
σαν την ανοιξιάτικη φράουλα στο στόμα 
ενός παιδιού που πενθεί την μάνα του.
Ολομόναχο παιδί με μακριά όμορφα δάχτυλα.
Ο πατέρας του στα ποντοπόρα καράβια 
χρόνια χαμένος σκεπασμένος με το 
πούσι των παροδικών λιμανίσιων ερώτων.
ποτέ δεν επέστρεψε.
Η γιαγιά έλεγε πως ναυάγησε σε ένα έρημο 
νησί με πολλές μπανανιές και πιθήκους.
Δεν την είδε να κλαίει ποτέ.
Κάθε μέρα αυτή ρωτούσε τον ταχυδρόμο αν της έφερε 
γράμμα απ' τα ξένα.
Έψαχνε την σάκα του, έσκιζε τα ειδοποιητήρια,
άρπαζε τα ερωτικά ραβασάκια κι έφτιαχνε μαζί 
με αλευρόκολλα χρωματιστά αερόστατα και του
τα χάριζε.
Όλο το σπίτι μύριζε αλεύρι κι άψυχο χαρτί.

Δεν την πίστευε την γιαγιά κάτι αλλόκοτο 
είχε στο βλέμμα κι οι μακριές άσπρες πλεξούδες της 
το έπνιγαν σαν το σκοινί του κρεμασμένου 
περασμένο σε θηλιά στα κλαριά της ακακίας.
Έτσι κι εσύ σαν αυτό το μοναχικό παιδί μοιάζεις.
Κάποιος άλλος έρωτας σε ρούφηξε.
Αστρικός έρωτας με το παχύ δέρμα του γαλαξία 
καλυμμένος.
Η λήθη σε πήρε.
Αγκαλιά κοιμάσαι με τις μάγισσες.
Το αίμα σου το γαλάζιο πήρε χρώμα των ουρανών.
Αρμύρα μυρίζεις και σάπια πλατανόφυλλα.
Σκεπασμένο έχεις το στήθος σου με καύτρες και στάχτη.

Αιώνια καπνιστής δεν καταδέχεσαι τα άφιλτρα τσιγάρα μου.
Εκεί που πήγες σέρτικο κόβεις καπνό σε τάβλα σαρακοφαγωμένη.
Φοβάμαι τις λεπίδες μην και σε πληγώσουν
Φοβάμαι το αίμα σου μην και αποκαλύψει τα μυστικά μας. 
Μα πιο πολύ φοβάμαι την ανάσα σου που νικοτίνη μυρίζει, 
ώριμο σύκο και ξένο γυναικείο άρωμα.
Θέλω να βρω το μοναχικό παιδί ποιήματα να του γράψω.
Και ναι το βρίσκω στα υπόγεια κελιά των ονείρων.
Μισεί τα λιμάνια, τα νησιά, τις μπανάνες και 
τις στριφογυριστές ουρές των μαϊμούδων.
Εγώ το φροντίζω τώρα.
Του έβγαλα την θηλιά απ' τον λαιμό.
Ελεύθερα τώρα αναπνέει και ρυθμική έχει ανάσα.
Πήρε την λάμψη απ' τα σκούρα μάτια της μάνας του 
κι έπαψε να τη θρηνεί πλέον καθώς ολόδικη του είναι.

Τράβηξα ένα απόγευμα την γιαγιά και την έκλεισα 
στο πηγάδι.
Δεν ανοίγω το στόμιο.
Τσιμέντο ετοιμάζω και κλείνω τις χαραμάδες.
Τα καταφέρνουμε και χωρίς αυτή μια χαρά.
Κάθε μέρα αερίζω το σπίτι, μαζεύω τις άσπρες της τρίχες,
κοπανάω στο γουδί ξινόμηλο, μαύρο πιπέρι και ξυλαράκια 
κανέλας μα η μυρωδιά απ' την αλευρόκολλα
δεν λέει να φύγει.
Το παιδί κάθε μέρα συναντά τον ταχυδρόμο.
Δεν τον ρωτά τίποτα, τον κερνά υποβρύχιο και 
χώνει στην σάκα του μια ερωτική επιστολή.
Από μία κάθε μέρα.
Τα βράδια σκαλίζει τα βιβλία, γράφει ατέλειωτες 
σελίδες με κόκκινο μελάνι.
Αυτό το παιδί ποτέ δεν κοιμάται, δεν μιλά μόνο 
φροντίζει το μελανοδοχείο να μην αδειάζει και 
την άκληρη συναντήσει αλφαβήτα.
Αυτές οι επιστολές εσένα έχουν παραλήπτη.
Είναι το παιδί του έρωτα που κατοικεί μέσα μου 
και κάποτε ο πιο τρανός ποιητής θα γίνει του κόσμου.
Να το θυμάσαι τα βουρκωμένα μάτια της μνήμης 
γράφουν ακόμα κι αν τελειώσει το μελάνι
τις πιο όμορφες παρτιτούρες το ποίημα να ντύσουν 
ποτέ του μην νιώσει κρυάδες κι έξαψη υψηλού πυρετού.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

imayo

imayo με σπάσιμο δύο ποιήματα σε ένα, με συλλαβισμό 7/5/7/5/7/5/7/5

Αργοσαλεύουν χείλη
ρόγχος θανάτου
έρωτας τον χτύπησε
βαριά η καρδιά
αιχμηρό το βέλος του
χαμηλοί χτύποι
κατάστηθα τον βάρεσε
τελική πτώση

Βογγητά ακούγονται
έπιασε φωτιά
φόρεσε το μαντήλι
μαύρο τοπίο
χάθηκε το ελάφι
κλαίνε οι φτέρες
υγρασία στα μάτια
πενθούν τον χαμό.

Ανέμου στροβίλισμα
τα φύλλα πέφτουν
υγρασία τριγύρω
τρελός ο χορός
οδοιπόροι περνούν
γήινες κραυγές
σφίγγουν το φουλάρι τους
βήματα τρίζουν

Χρυσό το δακτυλίδι
λεπτά δάκτυλα
έπεσε στο πηγάδι
τραβούν το σκοινί
υγρασία στον κουβά
τρέμει η καρδιά
ανεβάζει κόσμημα
χτύποι δυνατοί.

Αμίλητος περνάει
δεμένα χέρια
κουβέντα δεν του κλέβεις
σφιγμένη καρδιά
κακό είδε όνειρο
οιωνός κακού
χωρισμό προμήνυε
τρέμουν τα πόδια.

Χρωματιστά χάμουρα
τρέχει το άτι
λυγερόκορμο περνά
κλαγγές στο χώμα
ασέλωτο πηγαίνει
αχαλίνωτο
πέφτει ο αναβάτης
σκόνη σηκώνει.

Κόκκινη παπαρούνα
γιορτινό ρούχο
σείεται στον άνεμο
λεπτό το κορμί
φύτρωσε στο παρτέρι
πικρή ευωδιά
προαύλιο εκκλησίας
θύμησες ξυπνά.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

Τα γάντια του ουρανού

Ήρθε η νύχτα στα όνειρά μου και μου 
χάρισε ένα ζευγάρι μακριά μαύρα γάντια.
Έφταναν πάνω από τον αγκώνα κι είχαν 
μια μαλακή μεταξένια υφή.
Πάνω τους ήταν καρφιτσωμένα μια σειρά 
από άστρα και μια χαριτωμένη ημισέληνος 
που γελούσε έχοντας στην καμπύλη της 
ένα βρέφος που το ταχτάριζε γλυκά.

Φόρεσα χαρούμενη τα γάντια και φωταψίες 
ισχυρές διαπέρασαν σχεδόν όλη την ύπαρξή μου.
Να η πούλια πρώτη με τα εφτά παιδιά της 
πανηγυρίστρα ξεπουλούσε το χρυσάφι της.
Κόσμος πολύς πλούτιζε ξαφνικά κι είχε 
στο τάσι του μικρούς ράβδους χρυσού και μαλάματα.
Γέμιζε το πιάτο στο σπίτι τους αχνιστό κρέας
και πλιγούρι θρεπτικό σταριού.

Γελούσε η μάνα, χαίρονταν τα παιδιά 
πετώντας στον αέρα αερόστατα και πυροτεχνήματα.
Η νύχτα σαν καλόβολη μάγισσα μου χάρισε 
κι άλλα πολλά δώρα αφειδώς.
Να ο κρόνος με τους δακτύλιούς του που ήρθε 
κι απόθεσε στα χέρια μου πλατινένια βραχιόλια 
και στο λαιμό μου περίσσια όλο πέτρες ακριβές 
στολίδια.
Πλάταινε το στέρνο και ζωηρές εξέπεμπε
λάμψεις.
Έρχονταν κι ο αγαπημένος με τον τριμμένο μανδύα 
και με θαύμαζε λες και ήμουν Θεά.
Χαιρετούσε την πούλια, τον κρόνο, την σελήνη 
κι έμπαινε στον κήπο μου με τα φιλιά του έρωτα,
τα τρυφερά χάδια και τα αιμάτινα καλέσματα για   
να με συναρπάσει. 

Ζούσαμε μαγικά και σε λεωφόρους αστραφτερές 
βαδίζαμε χέρι χέρι πιασμένοι.
Ένας στρατός από χρυσά ανθρωπάκια μας ακολουθούσε
και μας ανέβαζε σε ένα μπρούτζινο βάθρο βασιλείς 
να μας ορίσει και χορηγούς της αγάπης.
Έρχονταν και δυο περήφανοι αετοί κι ανέβαιναν 
στο βάθρο καθάριο αίμα σταλάζοντας στις φλέβες μας. 
Δυνατοί κι ωραίοι γινόμασταν και για έγγραφα είχαμε
συλλογές ποιημάτων και παραμυθιών.
Τα απαγγέλαμε κι οι άνθρωποι εκστασιασμένοι μας 
έραιναν με ροδοπέταλα κι αγριοβιολέτες.

Σαν ξύπνησα το πρωί ρινίσματα χρυσού είχα στο σώμα 
και ένα χρυσόδετο βιβλίο ποιημάτων με περίμενε.
Ο αγαπημένος παρότι είχε φύγει, ήταν παρών.
Ασημένιο μανδύα φορούσε στους ώμους.
Χιλιάδες φιλιά κρατούσε στο δισάκι του.
Θερμές αγκαλιές μου χάριζε να ζεσταίνομαι απ' την αύρα του 
Αυτά τα φιλιά με κρατούν στη ζωή και με αυτά πορεύομαι 
μέσα στα όνειρα της νύχτας. 
Πάντα ένα ζευγάρι γάντια άφθαρτα κρατώ
τον πλούτο να μοιράζω στον κόσμο ολάκερο και 
ένα βαθύ πιάτο με ζεστή σούπα για τις φαμίλιες που 
ζουν στα παραπήγματα του κόσμου να φέρνω. 

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

Περί νυκτός ή πως το αδράχτι γεννά το ποίημα

Η νύχτα είναι μια άμαξα με ασαφή προορισμό 
άλλοτε σε οδηγεί σε παλάτια κι άλλοτε σε 
χαμόσπιτα. Εξαρτάται τι κουβαλάς στη ψυχή σου 
το λιμαρισμένο μαχαίρι της φαντασίας ή τη 
σκουριασμένη λάμα της ματαιοδοξίας.

*
Η νύχτα είναι το λαβομάνο που πλένεις τα χέρια σου 
άλλοτε το νερό είναι από μια ποταμίσια πηγή και σε 
οδηγεί στην κάθαρση κι άλλοτε είναι θαλάσσιο ύδωρ 
που χωρίς θαλασσόχορτο θα σου ξύσει πληγές του 
παρελθόντος που χρόνια άδετες είχες αφήσει.

*
Η νύχτα είναι μια σβούρα που παίζουν ρόλο οι χειρισμοί 
σου. Αν οι περιστροφές είναι συνεχείς η επιτυχία ροζ θα 
σου απονείμει τριαντάφυλλα. Αν όμως στραβώσει μπαίνεις 
στο μονότονο πεδίο της μοναξιάς.

*
Η νύχτα είναι τα πανιά ενός ιστιοφόρου αν έγκαιρα τα 
ανοίξεις σε πελάγη με κοράλλια θα πας αν ολιγωρήσεις  
θα τσακιστεί το σκαρί στα γκρεμνά με τις αλατόγουβες.

*
Η νύχτα είναι το κρασοπότηρο με δύο όμως μορφές υλικών. 
Αν είναι από φυσητό γυαλί ευώδης θα είναι ο οίνος σου
και η καρδιά θα ευφρανθεί. Αν είναι από ποτήρι με άλατα 
και θαμπάδες θα εισέρθεις στην περιπέτεια της μέθης.

*
Η νύχτα είναι ένας δράκος που βαστά κοντάρι και στο εκτοξεύει
Αν η πανοπλία σου είναι ατσάλινη κι ετοιμοπόλεμος είσαι θα 
στεφθείς νικητής. Αν είσαι ξερμάτωτος κι αδιάφορος θα πνιγείς 
στην αιμάτινη λίμνη της ήττας.   

*
Η νύχτα είναι το στρωμένο κρεβάτι με τα λινά σεντόνια. Αν πλάι
σου ξαγρυπνά ο έρωτας από την πηγή της αθανασία θα γευτείς.
Αν κοντά σου η φιλαυτία βωμό φιδίσιο στήνει αγκάθια θα σου πλήξουν
την καρδιά φαρμακερά.

(Είμαστε οι ψαράδες με τα τρύπια από τα
δελφίνια δίχτυα, δεν μας ενδιαφέρει η ψαριά παρά μόνο τα παιχνιδίσματα.)

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Ο δείπνος των αστερισμών

Τις νύχτες σε ανακαλώ κι έρχομαι κοντά σου,
κοιτάω τις άγιες μορφές των αστεριών και 
σε περιγράφω.
Ένα αστέρι είσαι με επιμήκη ουρά αποτελούμενη
από μικρά χρυσόχαρτα κι ασημόχαρτα.
Τα σημάδια σου πολλά σε ξεχωρίζω εύκολα.
Ξέρω πως φοράς το πουκάμισο σου ανάποδα 
κι εξέχουν γαζιά και κλωστές πολλές σαν 
ουρά χαρταετού πολυκαιρινό.
Άλλοτε πάλι προσπαθείς να με ξεγελάσεις 
φορώντας τον νυχτερινό σου σκούφο
που κρύβει σχεδόν ολοκληρωτικά μάτια 
και μέτωπο.

Κοντοζυγώνω όμως, λαγωνικό γίνομαι 
κι οσμίζομαι ρουθουνίζοντας την μυρωδιά σου.
Σε βρίσκω.
Πετάω τον σκούφο μακριά και βλέπω τις 
αδρές χαρακιές που έχεις στο μέτωπο.
Ύστερα καταπιάνομαι με τα μάτια σου,
τσουρουφλίζονται τα χέρια μου μιας 
και τη φωτιά καλά ξέρεις να συντηρείς στις κόρες. 

Στον αστρικό κόσμο που ζεις ειδικά τις 
ασέληνες νύχτες του Αυγούστου μικραίνουν 
οι αποστάσεις.
Σε πλησιάζω μ' ένα βαρύ άρωμα μέντας.
Ο ουρανός τότε σαν ηφαίστειο εκτινάσσει 
πολλά σωματίδια. 
Χιλιάδες άστρα εμφανίζονται ξάφνου και 
προσπαθούν να μειώσουν κατέτρεχα την 
λάμψη σου.
Άδικός κόπος, εσύ κρυμμένος ανάμεσα 
στον Άρη και την Αφροδίτη με βοηθάς να 
δέσουμε σκοινί για να απλώνω, σαν μέσα 
σε χόβολη, τα ρούχα εργασίας σου που ακόμα 
κρατώ και γράσα και μπογιές έχουν απάνω.

Δεν ξέρεις πόση προσπάθεια κάνω να βγουν 
καθαρά χωρίς τα αυτά τα σημάδια να γίνουν.
Τα πλένω καθημερινά πάντα στα χέρια με 
καυτό νερό τόσο όσο αντέχει το δέρμα.
Μάταια όμως, οι λεκέδες επιμένουν, δίπλα 
κλαίει το σαπούνι για τη απονιά τους.
Εξετάζω επιτεταμένα τους λεκέδες κι όλο πάντα 
με κυριεύει ο μόχθος του ιδρώτα σου.
Και τι δεν βρίσκω εκεί, ήρθε η ώρα να στα 
αποκαλύψω.

Χάρτες της Ινδονησίας και της Τενερίφης.
Εσύ ποτέ δεν ταξίδεψες εκεί.
Απορώ πως σχηματίστηκαν ή μήπως είναι η 
φαντασία μου καλπάζει.
Επιπλέον σχήματα ακατανόητα συναντώ
ειδικά στα πουκάμισα,
όπως ένα υδροκέφαλο κεφάλι από γραβιέρα,
ένα εξάγωνο ψωμί, μια αλατιέρα σε σχήμα σταυρού.
Και σε άλλα πάλι κυρίως στα παντελόνια 
πολλά είδη μανιτάριων σαν ομπρελίτσες 
νάνων στο υπόγειο διαμέρισμα κεντρικά της πόλης.
Ποτέ δεν καταφέρνω να τα εξαλείψω.
Δίνω μάχη.
Είναι δηλητηριώδη μου είπε ο ουρανίσκος 
ενός γέρου και σε φοβάμαι.

Αυτά δεν τα απλώνω ποτέ στο σκοινί που δέσαμε.
Φοβάμαι κακό μην πάθεις και δεν βρίσκω 
τελευταία λίγη πάχνη από τον γαλαξία για να 
σου σφραγίσω το στόμα.
Σου μένουν στην τελική τα πουκάμισα για να δειπνάς.
Το ξέρω πως δεν είναι αρκετά μα πάλι εγώ 
βρήκα την λύση νηστικός να μην λάμπεις
τις έναστρες νύχτες.
Αποξηραίνω φρούτα, σου βρίσκω κρέας παστό
και αγριόχορτα σου βράζω.
Μαζί με τα ρούχα στα φέρνω, μέσα σε τεράστιες 
πάνινες σακούλες 
κι εσύ ευτυχώς με βοηθάς στο κρέμασμα, 
καθώς τραγικά μόνο εσύ 
κατέχεις πως να μηδενίζεις τις αποστάσεις 
και πως ολοταχώς σαν σβούρα να τρέχεις.


Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

ko-uta


Πρωτόγνωρο τραγούδι
παίζω στη λύρα
φανέρωμα αγάπης
μπρος στα σκαλιά σου.

*
Φιλί σου φανερώνω
χείλη αρμυρά
η θάλασσα το φέρνει
γοργά σε σένα.

*
Φανέρωμα σελήνης
πέπλα ανοίγει
η μάγισσα χορεύει
βότανα κρατά.

*
Φανέρωμα αυγούλας
δροσοσταλίδες
τα βλέφαρα σκεπάζουν
τρέχει το δάκρυ.

*
Νιογέννητο ελάφι
λάγνο το κορμί 
φανέρωμα της κόρης 
τρέμουλο ζωής.

*
Με δαγκωνιά μεγάλη
κόβει το μήλο
φανέρωμα της σάρκας
χυμοί στα χείλη.

*
Ερωτευμένη κόρη
τρέχει στ' αμπέλι
τη ρόγα φανερώνει 
λεπτό το τσίτι.

*
Μυστική η αγάπη 
βαθιά στη καρδιά 
χαρτιά την φανερώνουν 
μάτι μπεσαλή.

*
Βάρκα αργοσαλεύει
ψηλό τακούνι 
τη γάμπα φανερώνει
λιγνό το κορμί. 

*
Τρέχει σαν την λαφίνα
αγάπη πρώτη
έρωτα φανερώνει
λάγνο το μάτι.

*
Πετά μες τα σύννεφα
ο νους χαμηλά
τον οίστρο φανερώνει
τρανός ποιητής.

*
Απομεινάρια στάχτης
πέφτει η σκεπή 
φανέρωμα της θλίψης
αποκαΐδια.

*
Λιγοθυμιά τον πιάνει 
μπροστά στη θέα 
αγκάθια φανερώνει 
ρόδο μυριστό.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

Επέλαση

Τα παιδικά μας μεσημέρια φώλιαζαν στα χνούδια 
της αγκινάρας σε εκείνες τις άγριες με τα αιχμηρά αγκάθια 
που ο πατέρας στους όχτους του κήπου είχε φυτέψει.
Δεν ζητούσαν πολλές φροντίδες λίγο σκάψιμο και βρόχινο
νερό για να δώσουν αγκιναράκια μεσούσης της άνοιξης.
Παίρναμε την τροχισμένη λεπίδα, παιδιά ακόμα, και 
κατεβαίναμε στον κήπο για να κόψουμε τα αγκαθωτά κεφάλια. 
Αθόρυβα και κρυφά από τον πατέρα και τη μητέρα 
γίνονταν η επιδρομή αυτή.

Ο πατέρας ήταν απασχολημένος με τα
κηπευτικά και τα δέντρα στο τελευταίο στρατώνι του κήπου.
Βοάνιζε το σπανάκι, τα αντίδια, το σέλινο, 
τα ιταλικά και τα α αγριοράδικα. 
Πνευμόνι γερό και πέτρα τα μπράτσα του μάχονταν 
τη γη, ζωή να της δώσει.
Τα τσαπίσματα του ακούγονταν ως την πέρα γειτονιά
με τους τρεις αδιάφορους καφενέδες.
Εκεί οι αργόσχολοι έπαιζαν κολτσίνα, τριανταένα, ξερή 
κι έπιναν ανέρωτο το ούζο χωρίς μεζέ και κάποιοι 
άλλοι ρουφούσαν άπληστα τους διπλούς σκέτους καφέδες
για να διώξουν την πρωινή μέθη απ' τα σώματα. 

Κόβαμε λοιπόν τις αγκινάρες και τις ξεφυλλίζαμε.
Τα χέρια μας συνηθισμένα στο αίμα δεν τρόμαζαν καθόλου.
Δεν πετούσαμε τα φύλλα, μας έθελγε 
το άσπρο γλυκόστιφο ημικύκλιο στην άκρη.
Βάφονταν τα χείλη μας και τα δόντια μας μαύρα.
Χαμογελούσαμε μπροστά στον καθρέφτη των δροσοσταλίδων.
Είμασταν χοϊκοί κι ωραίοι σαν τους αρχαίους πήλινους κούρους.
Σαν φτάναμε στην καρδιά ξετρελαινόμασταν 
με δοντάκια σκεπάρνια την ροκανίζαμε κι η επέλαση του μαύρου 
μας καταλάμβανε εξ ολοκλήρου. 

Το χνούδι το κρατούσαμε στις τσέπες μας κι αίφνης 
μαλλιάζαμε πρόωρα, αγριεύαμε.
Στην τρίτη αγκινάρα γινόμασταν άντρες, φούσκωναν 
οι τσέπες μας όλο και πιο πολύ απ' το χνούδι.
Ανεβαίναμε στο σπίτι στιφοί, όμορφοι κι ερωτευμένοι με την ζωή.
Μας έβλεπαν οι μανάδες και μας σταύρωναν, έπαιρναν 
τα σφουγγάρια μας έπλεναν, έτριβαν τη γλώσσα, τα χείλη, 
τα δόντια, ανησυχούσαν, το χρώμα έφευγε κι έμπαινε στα μάτια τους.
Γίνονταν όμορφες μαυροματούσες και ξανθές 
και τις νιώθαμε αργά αργά να μεταμορφώνονται 
σε απείραχτες κορασίδες.
Μονολογούσαν λόγια ακατάληπτα  κι έκαναν 
πως δεν πρόσεχαν τις φουσκωμένες τσέπες μας.

Ανάστατες σήκωναν τα καπάκια από τα πηγάδια
και βουτούσαν μέσα τα απονήρευτα 
κορίτσια μην τα βατέψει ο πρώιμος ξεσηκωμός μας.
Έκλειναν και σφράγιζαν με κουρέλια τα στόμια των 
πηγαδιών κι έκαιγαν μοσχοκάρφια κανέλα μαστίχα και λιβάνι 
για να φύγει το κακό. 
Με ραβδιά μαστίγωναν αλύπητα τα φυτά.
Ύστερα πήγαιναν στις πλατείες
τους ιερωμένους και τους ντελάληδες να φωνάξουν  
τον οίστρο μας να καταλαγιάσουν
κι ολούθε να διαλαλήσουν τα μυστικά ξαφνιάσματα 
που κρύβαμε στην τσέπη μας.
 

Σάββατο 20 Αυγούστου 2022

Αισθαντικές μυρωδιές

Το ραδιόφωνο έπαιζε ελαφρές μπαλάντες,
τα λουλούδια του μπαλκονιού της διεγιές είρονταν κι έβγαζαν 
ανασαιμιές ανακούφισης και υγείας τέρψη.
Δυνάμωσε κι άλλο τη μουσική και ξάφνου οι μυρωδιές 
των νυχτολούλουδων πήραν τις στράτες και 
περιπλανήθηκαν πάνω από τα σπίτια της μικρής πολίχνης. 
Τα παιδιά χαμογελούσαν στον ύπνο τους σφίγγοντας 
το αρκουδάκι τους κι αλλάζοντας πλευρό, ζερβά να κοιμηθούν.
Παραμιλούσαν και πρόφεραν λατρευτικά λόγια 
για τις γιαγιάδες τους που τύλιγαν με κόκκινα νήματα 
τη γλώσσα τους και χατίρι δεν τους χάλαγαν ποτέ. 

Οι μικρομάνες που θήλαζαν τα μωρά τους 
ανέβαζαν ξάφνου πλούσιο το γάλα της ζωής. 
Τα βρέφη χόρταιναν, πιπίλιζαν το δάκτυλο τους
και μόσχο έβγαζαν από το στόμα τους.
Γέμιζε το σπίτι μυρωδιές, τα νυχτολούλουδα
υποψιασμένα ανέβαζαν κι άλλο τις νότες τους, 
γυρόφερναν τα σπίτια ακάματα και όλο πιο μεθυστικά γίνονταν.
Οι μανάδες έμεναν ξάγρυπνες, έψηναν καφέ και 
νυχοπατούσαν μην και ξυπνήσουν τους άντρες 
με τα τριχωτά στήθη και τις καθιστές ελιές στην πλάτη.
Έρεε το γάλα στην κοιλιά τους, στα χέρια τους 
και στα αδύναμα πέλματα τους.
Χαμογελούσαν, δεν σκουπίζονταν κι έτσι άσπρες 
και γαλαχτερές που ήταν έμοιαζαν με τα κρινάκια της άμμου
και με τα άσπρα μαγιάτικα τριαντάφυλλα. 

Ξυπνούσαν οι άντρες, τις κοιτάζαν απορημένοι.
Έσκιζαν τα πουκάμισα τους, τις κουρτίνες, μάζευαν τα υγρά 
ματαίως όμως η ροή συνεχίζονταν ώσπου κάλυπτε τα χαλιά, 
τα πλακάκια, τους τοίχους, τα σώματά τους
Ερωτικό πάθος ξεχείλιζε απ' τα μάτια τους και τα χείλη τους.
Οι γυναίκες μιλούσαν προς τα μέσα και γελούσαν δυνατά.
Πλάγιαζαν μαζί τους και τα κρινάκια αίφνης πολλαπλασιάζονταν  
μέσα απ' τους ηδονικούς σπαραγμούς των κορμιών. 
Με το λυκαυγές αποχωρούσαν τα νυχτολούλουδα 
στέγνωναν τα σπίτια, οι μικρομάνες καθαρές τώρα 
με ροδαλά μάγουλα έψηναν δεύτερο καφέ.
Οι άντρες ανακουφισμένοι παρατούσαν 
τις δουλειές της ημέρας κι έμεναν σπίτι 
μαγικά για να ζήσουν τα πάθια του έρωτα.

Τα παιδιά τραβούσαν για το σκολειό  έχοντας 
στο αυτί τους κι από ένα άσπρο κρινάκι.
Έπαιρναν τις πένες έγραφαν ποιήματα, χάραζαν σχέδια 
με καρδιές, ερωτιδείς και βέλη πολλά δηλητηριώδη.
Που μυαλό και κέφι για μάθημα και ορθογραφία.
Όταν επέστρεφαν το μεσημέρι δεν πεινούσαν και οι 
σάκες τους ήταν παραφουσκωμένες με ολόασπρα λουλούδια.
Οι γονείς τα φιλούσαν σταυρωτά κι οι γιαγιάδες έλυναν το 
κόκκινο νήμα τους και παραμύθια αλλόκοτα άρχιζαν 
να τους λένε για κάποια άνθη που ξεμυάλιζαν τους μεγάλους 
αλλά και τα ίδια τις φεγγερές νύχτες του καλοκαιριού.
Όλοι καρτερούσαν με ελπίδα το σκοτάδι 
που λάγνα θα τους έφερνε όνειρα, μαγικές μουσικές 
και παραδείσιες μυρωδιές από τα αποδράσαντα  
νυχτολούλουδα του στενού μπαλκονιού της.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

Το τρομαγμένο ελάφι

haibun

Το χωριό έσφυζε από ζωή. Ο πολύς κόσμος που μετείχε στις γιορτές του συκολόγου έμοιαζε με το πολύβουο μελίσσι που ξέφυγε από την κυψέλη και κρεμάστηκε από το κλαδί μιας γέρικης ελιάς. Παντού ακούγονταν φωνές παιδικές που μαζί με τις γκάιντες των τζιτζικιών έκαναν τους γέροντες στους καφενέδες να μειδιούν ευχαριστημένοι. 

Βαριά σύννεφα
απόμακροι κεραυνοί-
παίγνια του θέρους.

Στην πλακόστρωτη πλατεία με τους τρεις εκατόχρονους πλάτανους όλα ήταν έτοιμα για το πανηγύρι. Οι μουζικάντηδες δοκίμαζαν τα όργανα τους κάτι που έκανε το τσούρμο των παιδιών να ξεσπούν σε ατέλειωτα παλαμάκια αλλά και χαχανητά. Τα τραπέζια γεμάτα κόσμο κι η οσμή της ψητής μπουζοπούλας ερέθιζε τους ουρανίσκους.

Γέρικη συκιά
θεόρατοι οι κλώνοι-
μέλι οι καρποί.

Σαν έπεσε το δειλινό το πανηγύρι ξεκίνησε. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν ιδρωμένα με τους κατρούτσους στα χέρια. Οι κλαριντζήδες έδιναν ρέστα με τα φουσκωμένα τους μάγουλα κατακόκκινα από την υπερπροσπάθεια. Δεν άργησαν να αρχίσουν οι χοροί. Έβγαιναν τα μαντήλια και ο τσάμικος γνώριζε δόξες από τους χορευτές που μάγευαν με τις φιγούρες τους ψηλά στον αέρα.

Άμαξα περνά
σκονισμένος ο δρόμος-
παύουν τζιτζίκια.

Το κρασί έρεε σαν ποτάμι όλη την νύχτα. Όταν τα όργανα σώπασαν κι οι πανηγυρτζήδες αρχίσαν να αποχωρούν ένα ελάφι βρέθηκε ατυχώς κρυμμένο στην κουφάλα του πιο γηραιού πλάτανου. Είχε τα μάτια όλο τρόμο κι έτρεμε σύγκορμο. Το πήραν αγκαλιά το χάιδεψαν κι όταν αυτό ηρέμησε λίγο έγινε μπουχός τρέχοντας προς το βελανιδοδάσος.

Σμήνη τα πουλιά
πετούν οι συκοφάγοι-
τρελό γιορτάσι

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Γλεντοκόπια

 haibun


Πριν τα μέσα του συκολόγου μήνα ξεκίνησαν οι διακοπές στο εξοχικό, μακριά από την βουή της πόλης. Ένα ελαφρύ αεράκι εμπόδισε την ζεστή να τυραννά το κορμί. Η αυλή γεμάτη με λογής λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο της αυλής δίπλα στο γιασεμί και την βουκαμβίλια κυρίαρχη η συκιά ήταν στις δόξες της με τους πεντάγλυκους καρπούς της.


Ώριμα σύκα

πλησιάζουν οι σφήκες -

ζουζουνίσματα.


Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο μικρή κωμόπολη. Τα καφενεία γεμάτα και τα παιχνίδια των παιδιών ατελείωτα. Η αυλή βρίσκονταν στο κέντρο και πάντα ήταν ανοιχτή για να υποδεχτεί τους διαβάτες και κυρίως το παιδομάνι που στο μάτι έβαζε τους καρπούς από την κατάφορτη συκιά και σε τίποτα δεν το είχε να ανεβαίνει πάνω της για να γευτεί τους πιο ώριμους καρπούς.


Γέρνει ο ήλιος

μοσχοβολιά γιασεμιού -

δίπλα κατιφές.


Τα βράδια στην πλατεία δεν έπεφτε καρφίτσα. Σχεδόν πάντα μια ορχήστρα  θα υπήρχε να παίζει τα μακρόσυρτα τραγούδια που έφερναν κέφι και ζωντάνια στο πλήθος. Με την συνδρομή του κρασιού πραγματικά το γλέντι άναβε. Η πίστα ήταν γεμάτη με πολλές δίπλες από χορούς, πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα και ιδρωμένα μαντήλια.


Αχτίδες θέρους

κουβάρια μαζεύονται -

ρόδα στο βουνό.


Οι γυναίκες με τα ψηλά τακούνια ίσα που συγκρατιόνταν όρθιες. Κάποιες τολμηρές τα έβγαζαν και τα πετούσαν μακριά για να συνεχίσουν ξυπόλητες να χορεύουν. Ερωτικά βλέμματα ανταλλάζαν με τους κρυφούς τους έρωτες. Ενώνονταν τα χέρια και οι καρδιές σφυροκοπούσαν δυνατά. Τα γλέντια κρατούσαν ως το ξημέρωμα τότε μόνο που βάραιναν τα βλέφαρα κι έκλειναν.


Βγήκαν τα τζίνια

πολύχρωμα παρτέρια-

καμβάς ζωγράφου.