Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Νεροτριβή

Haibun Νεροτριβή Ξύπνησε νωρίς. Πριν ακόμα χαράξει. Είχε να πάει στην νεροτριβή σήμερα. Σε δυο μεγάλους μπόγους είχε συγκεντρώσει αποβραδίς όλα τα άπλυτα.Βαριά ρούχα, προικιό της μάνας της.Τα φόρτωσε στο μουλάρι και τα έδεσε σφιχτά με την τριχιά.Στο δρόμο την μπάτσισε η πρωινή αύρα. Ένα αηδόνι είχε ξεκινήσει κιόλας το τραγούδι του. Μετά από μισή ώρα δρόμο έφτασε στον προορισμό της. Κάθισε κάτω από ένα πλατάνι και άρχισε να ρίχνει ένα ένα τα ρούχα στο νερό. Όταν τέλειωσε με το άπλωμα ξεφύσηξε ανακουφισμένη Μια γλυκιά κούραση διαπερνούσε ολόκληρο το σώμα της. Αντάρτης βοριάς φουσκώνει τις τσέπες μου- κρύα τα χέρια

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

Η χελώνα

Haibun

Η χελώνα

Βγήκε στον κήπο. Οι ντάλιες είχαν ανθίσει καθώς και το
αγιόκλημα Τυλίχτηκε στις μυρωδιές. Πικρή η ευωδιά
της ντάλιας, ζαλιστική αυτή απ' το αγιόκλημα.
Ξεδίπλωσε το λάστιχο κι άρχισε να ποτίζει.
Στη συνέχεια ξερίζωσε κάποια ζιζάνια που είχαν κάνει
την εμφάνισή τους και σκάλισε το χώμα προσεκτικά.
Ξάφνου ανάμεσα στα λουλούδια είδε μια χελώνα να
μασουλάει αγριάδες.Την άφησε ανεμπόδιστη να συνεχίσει
το έργο της χαϊδεύοντας για λίγο το καύκαλο της.

Παντού χλωρασιές-
ολάνθιστα τα φούλια
αναρριχώνται



Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Φθινοπωρινή βόλτα


Haibun

Φθινοπωρινή βόλτα

Έβρεχε χωρίς σταματημό για μέρες πολλές κάποια στιγμή
πήραν τέλος τα δάκρυα του ουρανού και ξημέρωσε μια
αλλιώτικη μέρα λουσμένη στο φως. Ένας ήλιος στρατηλάτης
ήρθε να στεγνώσει τη γη, να παίξει με τα χρυσοκόκκινα
φυλλώματα που έκπτωτα κείτονταν στο χώμα.
Χαρούμενη πήρε το ποδήλατο της και κατευθύνθηκε προς το
κοντινό δάσος.

Μύρισε βροχή-
σπασμένη η ομπρέλα
κρύψου στο σκίνο.

Όλα γύρω λαμποκοπούσαν κι ένας άνεμος δυτικός
στροβίλιζε τα φύλλα στον αέρα σαν χαρτοπόλεμο.
Στάθηκε κάτω από ένα γέρικο πλατάνι κι έκπληκτη
αντίκρισε ένα σκίουρο με φουντωτή ουρά να χοροπηδά
από κορμό σε κορμό χαριτωμένα.Το ρυάκι που κυλούσε
δίπλα της δρόσιζε τις άγριες μέντες και τις φτέρες
ορμητικό απ' τις τελευταίες βροχές.
.
Ξερά τα χόρτα
βαθύσκιωτο πέρασμα-
ασταθές το βήμα.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020

Φτερωτός σύντροφος

Haibun

Φτερωτός σύντροφος

Βγήκε στο μπαλκόνι να πιει το τσάι της.
Το ρόφημα έκαιγε, το φύσηξε λίγο κι ήπιε μια πρώτη δειλή
γουλιά.Φύσαγε δυνατά μα δεν την ενοχλούσε καθόλου.
Μάλιστα της έδινε την αίσθηση του πετάγματος. Λες και
έβγαζε φτερά και πετάριζε πάνω από τις στέγες, τα καμπαναριά
και τα μουντά σύννεφα.Ξέφευγε η καρδιά και ο νους.

Μουντό πρωινό-
αγέρας καβαλάρης
χτυπά τα τζάμια

Ένας σπίνος εμφανίστηκε προς στιγμή, αλλά απομακρύνθηκε
γρήγορα, παρασυρμένος από τις ριπές του ανέμου αφήνοντας
πίσω κελαηδισμούς.
Πόσο θα ήθελε να αγγίξει το πουπουλένιο του σώμα,
να ακούσει τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς του.
Έμεινε εκεί να τον περιμένει αδίκως μιας και ήταν σίγουρη
πως δεν θα ξανάρθει.

Κελαηδήματα
πρωτόφαντο ξάφνιασμα-
αποχωρισμός.



Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Γλυκό του κουταλιού

Haibun

Γλυκό του κουταλιού

Σήμερα θα έφτιαχνε γλυκό του κουταλιού. Πήρε τις
καρπουζόφλουδες και τις βούτηξε μέσα στη ζάχαρη.
Ιεροτελεστία κανονική, το ξάφρισμα, το δέσιμο το
σφράγισμα στα βάζα.
Έβραζε αργά το γλυκό κι ανέδυε μια γλυκιά μυρωδιά.
Δυο μύγες κύκλωναν την κατσαρόλα.
Παρά τον ζεστό ατμό εκείνες επέμεναν να γυροφέρνουν
το γλυκό. Στο τέλος η μία, η πιο λαίμαργη, έπεσε μέσα
στο καυτό σιρόπι.

Σπάει με κρότο
στην πέτρα το καρπούζι-
έβρεξε σπόρια  

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2020

Εν κινήσει

Haibun 

Εν κινήσει 

Κάθισε στην κουνιστή καρέκλα. Πήρε το πλεκτό της 
κι άρχισε να ρίχνει βελονιές.
Στα πόδια της ο γάτος γουργούριζε βαρετά.
Από μακρυά ακούστηκε μπουμπουνητό. Σίγουρα έβρεχε 
πίσω απ' το βουνό. Σηκώθηκε απότομα.
Είχε απλωμένη μπουγάδα κι έπρεπε να την μαζέψει 
προτού φτάσει ως εδώ η καταιγίδα.
Τέρμα το ραχάτι. Σειρά είχε το σιδέρωμα. Ο γάτος 
έπαιζε σκανταλιάρικα με το άσπρο κουβάρι που ξέχασε 
να πάρει απ' την αυλή ξετυλίγοντας το.

Λάμψη αστραπής
ο ποιμένας έστριψε-
στερνό τσιγάρο    

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Η γυναίκα με τα μαύρα

Haibun

Η γυναίκα με τα μαύρα 

Κατέβηκε στο σταθμό του τρένου Φορούσε τη χοντρή 
της ζακέτα. Είχε αγριέψει τελευταία ο καιρός κι έπιανε
πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. 
Πλησιάζοντας το τρένο σφύριξε τρεις φορές.
Έπιασε θέση στο πρώτο βαγόνι, δεν είχε κόσμο.
Μόνο μια μητέρα που θήλαζε το μωρό της και μια άλλη 
με μαύρη φορεσιά που κρατούσε μια τεράστια καλαθούνα 
γεμάτη με χρωματιστά μαντήλια.
Θέλησε να αγοράσει δύο αλλά η γυναίκα με τα μαύρα
την κοίταξε αυστηρά λέγοντας της να μην τα αγγίξει γιατί
αυτά ήταν τα ορφανά παιδιά της και καλά θα κάνει να
της χαρίσει το χρυσό σταυρό που φορούσε στο λαιμό
για να μπορέσει να τα μεγαλώσει.

Σαν το ξυράφι
πάνω στον άσπρο χασέ-
κόβει το κρύο. 



Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Το σπίτι

Haibun

Το σπίτι

Το σπίτι ήταν πέτρινο, στο αγκωνάρι πάνω
από την πόρτα ήταν χαραγμένα τα αρχικά
του ιδιοκτήτη καθώς κι η ημερομηνία
αποπεράτωσης του έργου.
Μια αναρριχητική τριανταφυλλιά κάλυπτε την
είσοδο του σπιτιού  με τα κόκκινα άνθη της.
Είχε πολλούς κλώνους που ανέβαιναν ως τη
μάντρα που περιέβαλε το σπίτι.
Εκεί ήταν η θέση που διάλεγε γάτος για να
χουζουρεύει.
Μια σφήκα πέταξε κι γάτος τέντωσε
ενοχλημένος την ράχη του κι ένα νιαούρισμα
ακούστηκε απειλητικό.
Στο βάθος κήπος
λιγωτική μυρωδιά-
στέλνουν οι νάρδοι.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Νηνεμία

Haibun

Νηνεμία

Αποβραδίς κόπασαν οι βοριάδες και σχεδόν τίποτα δεν θύμιζε
τον ξαφνικό χαλασμό που είχε χτυπήσει πριν λίγες ώρες το νησί.
Μια γλυκιά νηνεμία είχε πάρει θέση τώρα στο βάθρο της φύσης.
Οι βαρκούλες με τα λαμπρά ονόματα αφήνονταν στην αγκαλιά
του αρυτίδωτου νερού λικνίζοντας ερωτικά τα ύφαλα.
Μόνο ένα ανυπάκουο δελφίνι τάραξε προς στιγμή την ηρεμία του
τοπίου με τις χαριτωμένες φιγούρες του.

Άσπρο κοχύλι
Σφυρίζουν οι άνεμοι-
το θέρος νικά.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

Περιττό φορτίο

Haibun

Περιττό φορτίο

Κάθε που έφτανε το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου
η μαμά μας πρόσταζε - εν μέσω των λαχταριστών
ευωδιών της μαγειρίτσας - να πάρουμε το μπάνιο μας στην
τσίγκινη λεκάνη που είχαμε για λουτρό.
Πλενόμασταν με σπιτικό σαπούνι κι έπειτα σχολαστικά μας
ξεψείριζε με το κτενάκι της απαλλάσσοντας μας απ' το περιττό
φορτίο που είχαμε στην κεφαλή μας.
Έτσι την επόμενη γιορτινή μέρα καθαροί κι απέριττοι θα παίρναμε
τη μεταλαβιά απ' το χρυσό δισκοπότηρο κάτω πάντα από το διακριτικό
βλέμμα της.

Ανθοφορία
σειούνται οι παπαρούνες-
άλικη πλαγιά.

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Πανηγύρι


Haibun

Πανηγύρι

Απόγευμα γιορτής και τα παιδιά καλοντυμένα
ανέβηκαν στο κάρο για να παν στο πανηγύρι.
Το κάρο το έσερνε ένα ρωμαλέο άλογο που το
είχε αναθρέψει ο παππούς τους κι ήταν πολύ υπάκουο.
Στην περιοχή είχε έρθει ένα διάσημο τσίρκο κι η χαρά
των παιδιών ήταν απερίγραπτη.
Σαν έφτασαν στον προορισμό τους πήραν
γλειφιτζούρι κοκοράκι και κάθισαν στις αυτοσχέδιες
κερκίδες δίπλα σ' έναν γελωτοποιό.

Άσπρη φοράδα
ολόγιομη πλουμίδια
μάτι μη σε βρει


Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Στο βουνό


Haibun


Στο βουνό

Ανεβαίναμε κακοτράχαλα μονοπάτια. Γύρω ο χώρος στρωμένος με λιλά
και κίτρινες ορχιδέες. Μοσχοβολούσαν  όπως μοσχοβολάει το σωματάκι
του νεογνού στη θηλή της μάνας .Λεπτή μυρωδιά να σμίγει με τον κέδρο
το φλισκούνι και τη ρίγανη.Μια πανδαισία χρωμάτων κι αρωμάτων.
Φτάσαμε στην πηγή Δροσιστήκαμε μαζί με ένα λαχανιασμένο ελάφι που
άφοβα μας κοίταζε στα μάτια .

Κρυσταλλοπηγή
κι οι άγριες ορχιδέες
ανάσα κόβουν 

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Στο αγρόκτημα

Haibun

Στο αγρόκτημα

Κάθε απόγευμα πήγαινε να ποτίσει τα ζαρζαβατικά στο αγρόκτημα.
Έπαιρνε μαζί της και τον σκύλο της. Σαν αποτελείωνε τις δουλειές άρχιζε
να μαζεύει ανθούς και να φτιάχνει στεφάνια.Τα φόρτωνε στην καρότσα και
με αυτά στόλιζε όλα τα χαμόσπιτα του συνοικισμού. Να έχουν οι φτωχοί να
 χαίρονται να μην φεύγει σαν αδέσποτη σφαίρα ο πόνος και χτυπά την καρδιά.

Στο αγρόκτημα
διπλές οι παπαρούνες
περίσσια χάρη  

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2020

Απόβροχο

Στ' απόβροχο – Περιδιαβαίνοντας

Απόβροχο κι έμεινα σπίτι παρακολουθώντας
διπλά ουράνια τόξα στην εμπατή του ουρανού.
Μόνη κι απόμακρη ήμουν κι άρχισα να ανασυντάσσω μνήμες,
ανοίγοντας παράθυρα στο παρελθόν.
Χνώτιζα τα τζάμια κι έγραφα τ' όνομά μου
κι ονόματα παλιών αγαπημένων που στην χλόη τώρα κοιμούνται.
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Έβαζα και τζίφρες από κάτω ολοκληρωμένη να 'ναι η παρουσία τους.
Φοβόμουν να μην ξεχάσω κανένα όνομα μη μου διαφύγει καμιά συλλαβή.
Φοβόμουν μη σβήσει το πράσινο φωτάκι των αναμνήσεων
και δεν μνημονεύσω την ύπαρξή τους πάνω στην επιφάνεια του κρυστάλλου.

Θυμήθηκα την θεία Ασπασία που σε χαρτάκια έγραφε τα ονόματα των απόντων
Υπέρ αναπαύσεως: Αναστάσης, Μιχάλης, Βαρβάρα και Καλλίμαχος
Άγνωστος ο Καλλίμαχος στο γύρω περιβάλλον.
Ίσως κάποιος κρυφός εραστής της ή ένας ανικανοποίητος έρωτας.
Ποιος ξέρει, δεν της έπαιρνες κουβέντα της θείας Ασπασίας
Ωραίο όνομα έλεγα, με έθελγε η μαχητική του διαίρεση.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος.
Δεν μιλούσα σε κανέναν, καλά κλείδωνα τα μυστικά μου.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος
Η θεία έφτιαχνε πάντα τα μαλλιά της κότσο,
φορούσε άπειρα βραχιόλια και δακτυλίδια
και τα φορέματα της ήταν πάντα λουλουδάτα και στενά.
Όμορφη υπήρξε κι είχε πάντα το άρωμα των ζουμπουλιών και της βανίλιας.
Ευωδίαζε το σπίτι ευωδίαζαν οι γειτονιές και τα στενάκια.
Ανθούσαν τα πεζούλια, ανθούσα κι εγώ μαζί τους
Ζουμπούλι κι άνθος βανίλιας.

Χνώτιζα τα παράθυρα μα έτρεχε το νερό παρασύροντας τα δημιουργήματά μου.
Ξανά απ' την αρχή να επιμένω στο κάστρο της ανάμνησης να μπω.
Μ' ένα δαδί στο χέρι για να φωτίζω τ' αγάλματα με τα λαμπρά ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Καθάριζα τις μουντζούρες απ' τις άδειες τους κόρες τα περιποιόμουν.
Τα μάλωνα να πέφτουν νωρίς για ύπνο.
Τ' αγάλματα κοιμούνται πολύ λίγο,
σαν να φοβούνται προκρούστεια μην γίνει η κλίνη τους.

Καθάρισε ο ουρανός, φύγαν τα ουράνια τόξα.
Άνοιξα το παράθυρο να μπει η μυρωδιά της βροχής έστω καθυστερημένα.
Είχε μουδιάσει το δάκτυλο μου, δεν μπορούσα άλλο να γράψω.
Μόνο έσβηνα, έσβηνα, έσβηνα με την άκρη της κουρτίνας έσβηνα
τα λαμπρά ονόματα των απόντων.
Χτύπησε το κουδούνι κι ήταν η θεία Ασπασία με το γνωστό χαρτάκι.
Με παρακάλεσε να πεταχτώ ως την εκκλησία.
Είχε ένα βαθύ τραύμα στο μπράτσο.
Αιμορραγούσε.
Υπάκουσα και στο δρόμο αίφνης μου ΄ρθε μια ιδέα.
Να δώσω και τα δικά μου ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης,
γραμμένα στο μεταξωτό μου μαντήλι μιας και μου 'λειπε το χαρτί
Στην εκκλησία ο ιερέας με κοίταξε ενθουσιασμένος και διάβασε πρώτα
τα δικά μου ονόματα.
Το χαρτάκι της θείας Ασπασίας το πέταξε
σ' ένα καλάθι ψάθινο μαζί με τους άρτους.
Στο μετάξι πρέπει να γράφονται τα ονόματα μου είπε .
Είναι πιο ευανάγνωστα κι οι αγαπημένοι αυτό μου ζητούν.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2020

Μέθεξη

Απόπλους - Βικιπαίδεια

Φαρμάκι ήπιε το ποίημα απόψε,
απ' ένα μικρό φιαλίδιο από φυσητό πράσινο γυαλί.
Διογκώθηκαν οι φλέβες του κι ασύστολα πάλλονταν.
Κιτρίνισε το πρόσωπό του σαν χλόη απότιστη από καιρό.
Το κουρασμένο βλέμμα του αιμάτινος έγινε χάρτης.
Βημάτισα στην απεραντοσύνη του κι άμαχους
βρήκα νεκρούς σε βάρκες στοιβαγμένους.
Το αφουγκράστηκα και κομμένες είδα αμαρυλλίδες
στο δρόμο παρατεταγμένες από χέρι νευρικό χωροφύλακα.

Βογκούσε το ποίημα κι ήταν το άκουσμα του σαν βρυχηθμός θανάτου,
σαν ουρλιαχτό μακρόσυρτο σε θάλαμο νοσηλείας.
Φοβήθηκα και βόμβοι ήρθαν στ' αυτιά μου.
Βόμβοι και δυο κηλίδες αίματος στα δάκτυλά μου ανάβλυσαν.
Πληγώθηκε το ποίημα, λυγούσε στην θέασή μου.
Κι εγώ το γνοιάστηκα σαν τον άνθρωπο που δεν έχει σφραγίδα στην καρδιά,
σαν τον ναυτίλο που έχασε το πρώτο του μπάρκο
Πού να το κρύψω έτσι που είναι φρενιασμένο;
Στους όγκους των βιβλίων δεν χωρά
Στους κλάδους της λεύκας γρατζουνίζεται.

Το πήρα στα χέρια μη μου λιποψυχήσει.
Χλωμό ήταν το σώμα του, άκαμπτο ήταν το χέρι του,
μια πένα προεξείχε με μελάνη πολυχρονισμένη.
Την πήρα στο χέρι μου κι άρχισα νότες να του γράφω.
Νότες και στίχους με άρωμα γιασεμιού.
Κι άρχισε το ποίημα να μιλά ν' αλλάζει όψη και μορφή.
Χρυσαφένιες είχε πλεξίδες και ρόδα στα χείλη κόκκινα.
Άσπρο είχε το λαιμό και διαυγές το βλέμμα ολογάλανο.
Με βαθιά νυχιά κατέστρεψε τους βυθισμένους χάρτες.
Με τεντωμένα τα χέρια χαιρέτησε τα αρπαχτικά που χαμηλοπετούσαν.
Στο πλάι του στάθηκα κι εφάμιλλη του έγινα τεχνίτρια.
Το αποχαιρέτησα κι είπαμε να βρισκόμαστε τις νύχτες στα όνειρα.
Μωβ θα φοράει φόρεμα κι εγώ μια εσάρπα λευκή.
Έτσι αγαπήσαμε τους πανσέδες, τις κουτσουπιές και τα κρίνα τ' Απρίλη.
Σύντροφοί γίναμε κι όλες τις νύχτες δεν αλλάζουμε πλευρό,
παρά ταξιδεύουμε γαλήνια με ούριους άνεμους
και μια τσιγγάνα δίπλα μας ρίχνει τα χαρτιά. 

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Απρόσμενα

Τρεις σπουδαίοι σολίστ σε ένα ρεσιτάλ πιάνου | naftemporiki.gr

Ήταν καιρός για να φύγει.
Θα μάζευε σε μια παλιά βαλίτσα τα βασικά.
Δυο αλλαξιές, τρία ζευγάρια γάντια, τις εσάρπες της,
τα μοκασίνια της και τον στενό κορσέ της.
Μαζί θα έπαιρνε μια στοίβα χειρόγραφα
απ' την εποχή των πρώιμων φόβων.
Καιροί επεισοδιακοί με τσιτωμένο το δέρμα.
Με καφέδες και τσιγάρα σκέτα,
με αχόρταγα χάδια και λόγια ψιχαλιστά πάνω στα βιβλία.
Μεστά χρόνια, γεμάτα ανεπίδοτες επιστολές.
Η πένα πήγαινε από μόνη της.
Η φλέβα χόρευε πάνω στο πληκτρολόγιο σαν πεταλούδα.

Ήρθε η στιγμή να πάρει αποφάσεις.
Χόλωνε το πόδι της μνήμης και πονούσε.
Τσίτωνε και το μικρό σημάδι στο λαιμό της.
Καιρός λοιπόν να ανασυνταχθεί.
Α! να μην ξεχάσει τα καπέλα της, ειδικά αυτό
με τα φτερά της στρουθοκαμήλου και το τσαλακωμένο γείσο.
Δώρο ενός παλιού εραστή της.
-Μεγάλος έρωτας γεμάτος πυρωμένα καρφιά κι αμαρτία-
Να μην ξεχάσει κυρίως να βαφτεί.
Έπρεπε να δείχνει ξένοιαστη, έπρεπε να μοιάζει ωραία,
σαν μια θεατρίνα πάνω στη σκηνή με φανταστικούς θεατές.

Ακόμα δεν στέγνωσε το δάκρυ και το πύον ρέει στο μέτωπο.
Τέλος οι αναβολές κι οι αμφισβητήσεις.
Ο σκύλος γάβγιζε, θα τον έπαιρνε μαζί της.
Ο τελευταίος πιστός συνοδός της.
Την παρακολουθούσε στωικά,
όση ώρα τακτοποιούσε τα λιγοστά της υπάρχοντα.
Έβαλε την χτένα στα μαλλιά της, σκάλωσε, τα έδεσε κότσο.
Τίναξε την στάχτη στο πάτωμα, έφευγε...
Το πλοίο θα την πήγαινε σ΄ένα άγονο μέρος.
Στο πρακτορείο έβγαλε δυο εισιτήρια, δεν πειράζει.
Ίσως και να ξεχάστηκε, που να ξέρεις.
Αχ! αυτή η δύναμη της συνήθειας.
Πώς να ξεμάθεις το μαζί;
Πώς να ξεφύγεις από το όλον;
Πάτησε τα πλήκτρα στο πιάνο, σκόρπισαν οι νότες και τύλιξαν τη σιωπή.
Το αγαπημένο του κομμάτι.
Θα το έπαιρνε μαζί της, να λικνίζεται πάνω στο κύμα.
Τράβηξε την πόρτα με δύναμη και πάτησε την σκανδάλη επιδέξια.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Μια στιγμή στο μηδέν

Μπορούμε να καμωθούμε για μια στιγμή ότι όλα κυλούν κανονικα ...

Μεσημέρι να έρθεις,
τότε που ο ήλιος κοιτάει κατάματα τη γη,
τότε που ο ουρανός ανοίγει διάπλατα κι αποκαλύπτει τους κήπους του.
Δεν αγαπώ τις νυχτερινές ώρες.
Μου προκαλούν ναυτία οι αναθυμιάσεις των άστρων.
Κοντά μου να έρθεις φορώντας το ξεφτισμένο σου τζιν,
κι εκείνο το χασεδένιο πουκάμισο που δεν λέει να παλιώσει.
Στα χέρια να κρατάς δυο γλαδιόλες στο χρώμα της τέφρας.
Αγαπώ τα σκούρα χρώματα και με φοβίζουν
οι λιλά αποχρώσεις πάνω στο νύχι του σύθαμπου
ή στα τριμμένα σανδάλια των αγαλμάτων.

Θα σε καλωσορίσω όπως καλωσορίζω τα ρόδα του Μάη.
Δώδεκα κρατώντας παπύρους κάτω από τη μασχάλη.
Εκεί οι μύθοι μου.
Εκεί τα ποιήματά μου.
Εκεί τα πρώτα μου ηδονικά βλέμματα πλάι στο υδάτινο φράκτη.
Βαμβακερά θα φοράω γάντια
κι η τράπουλα στο χέρι μου θα σου θυμίζει αλλοπαρμένη την απληστία της.
Πώς να σε περιγράψω αφού τόσα χρόνια λείπεις;
Έχεις το ίδιο μήκος στα μαλλιά;
Έχεις τα ίδια λακκάκια στα μάγουλα;
Φοράς εκείνο το ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό;
Αν δεν σε γνώριζα θα μου ήταν άγνωστοι οι κυματισμοί στη θάλασσας.

Αύριο κατά τη μία το μεσημέρι θα πάω μια βόλτα στο κάστρο.
Στην πολεμίστρα θα σταθώ να με φωτογραφίσει η πιο λαμπρή αχτίδα.
Όμορφη θα μοιάζω σαν μικρή αμαζόνα την ώρα που κοιμάται,
ή καλύτερα σαν μια χωρική που σκουπίζει τον ιδρώτα του θέρους
με την σκληρή της παλάμη.
Αν είσαι εκεί θα σου χαρίσω ένα αντίγραφο.
Δική μου να κρατάς εικόνα, δικές μου να μαθαίνεις ιστορίες.
Μην ξεχάσεις τις γλαδιόλες.
Θα τις ακουμπήσω πλάι στο στέρνο μου.
Άκαμπτη να γίνεται η αριστερή μου πλευρά.
Νεκρικός να φαίνεται ο ίσκιος μου.
Γιατί αφότου έφυγες ένα κουρελάκι έγινα πάνω στη χλόη.
Ο σπόρος σκάει.
Ο δρόμος τελειώνει.
Οι διχάλες ξεγελούν.
Μην λαθέψεις.
Μια στιγμή μόνο στο μηδέν να μου χαρίσεις.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Αλλιώτικη ζωή

Αποκωδικοποιήθηκε το DNA του ηλίανθου - Ελληνική Γεωργία

Απάγκιαζα στα χέρια σου,
είχε ζέστα εκεί κι ήταν γαλήνια.
Σταματούσε ο χρόνος.
Στα καλάμια της όχθης
ζευγάρωναν οι πελαργοί.
Ριγούσε το νερό στο ποτάμι.
Μια ρουφήχτρα.
Μια περιδίνηση.
και μια βαθιά ερωτική ανάσα.
Μας κοιτούσαν εξεταστικά
δυο κυπρίνοι.
Χαμογελούσαμε, αντέχαμε τα "σ' αγαπώ" μας.
Τρίβαμε τα χέρια μας ενθουσιασμένοι
σαν που τρίβει τα χέρια η μαία κατά την εξώθηση.          
Στην παλαίστρα μπαίναμε του πόθου,
ωραίοι σαν τους ηλίανθους πριν το δείλι.
Τραγουδούσαμε πάνω στους ήχους του ποταμού.
Χορεύαμε με γυμνά πόδια και σώμα λαμπαδιασμένο.
Κόβαμε καλάμια κι αυτοσχέδιους φτιάχναμε αυλούς.
Έρχονταν οι νεράιδες με τα πράσινα μάτια,
μας συντρόφευαν και μας έλεγαν τα μυστικά τους.

Ήταν ελαφρύ το χώμα κι ελαφριά η καρδιά.
Το πούπουλο στην ζυγαριά δεν είχε βάρος.
Ο κλέφτης στα λιβάδια μόλευε τις κόκκινες παπαρούνες.
Μάτωνε ο κόσμος και στα ενυδρεία τα ψάρια
έκαναν προσπάθειες διαφυγής.
Μαλάκωνε το σαπούνι στα χέρια του μικρού παιδιού.
Το μάλωνε ο κουρέας με το αετίσιο βλέμμα.
Όλα δικά μας κι όλα στα μέτρα μας.
Βγαίναμε στην επιφάνεια με κρουστά τα σώματα.
Πετούσαμε το νόμισμα κι ήμασταν τυχεροί.
Φορούσαμε βραχιόλια στα χέρια.
Πολλές οι μαργαρίτες.
Πολλές οι πευκοβελόνες.
Πολλά τα ταπεινά χαμομήλια.
Γιρλάντες δέναμε στα κλαδιά της λεύκας
Στην παλαίστρα μπαίναμε της χαράς με γυμνά τα σώματα.
Ο σπασμένος καθρέφτης του τρεχούμενου νερού
μας παρότρυνε τα αρχέγονα να λύσουμε αινίγματα.
Τα καταφέρναμε.

Απάγκιαζα στα χέρια σου
και δεν μιλούσαμε, οι ματιές είχαν το λόγο.
Τα κλειστά στόματα δίνονταν μόνο στα φιλιά
Μας αγαπούσαν τα αεικίνητα μερμήγκια
κι εμείς κλείναμε συμφωνίες με ανεστραμμένα τα φωνήεντα.
Ηχηρός ήταν ο κόσμος.
Γεννούσε ο αέρας μεγαλυνάρια.
Έσκουζε ο γκιώνης αγριεμένος.
Περίπολο έκαναν τα βατράχια στα βότσαλα.
Όλα γύρω διαλαλούσαν τον ερωτά μας
κι εμείς φωτιές ανάβαμε γιατί έρχονταν η νύχτα και το φεγγάρι απουσίαζε.
Κατέβαινε ο ουρανός να ζεσταθεί και χάρτινα κρατούσε φαναράκια.
Λεπτός ο υμένας του μας περιέβαλε με όνειρα.
Ήταν αλλιώτικη η ζωή σαν το μάτι του μάγου πριν βγει στο μπαλκόνι
της έναστρης νύχτας.

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

Μακρινό

Αποτέλεσμα εικόνας για Γλάροι

Θα σου φέρω διαλεκτό ανθόμελο αν γυρίσεις πίσω.
Μαζεμένο από αγρούς ακαλλιέργητους, αφημένους
στην καθολική αρμονία της φύσης.
Κάθε που ξυπνάς χαράματα να αλείφεις
στο ψωμί σου μ' αυτό.
Γλυκό να γίνεται το στόμα σου.
Γλυκιά να γίνεται η αναπνοή σου.
Στου κυρ Φάνη το λαχανόκηπο φύονται
οι πιο γλυκές φράουλες.
Ένα καλάθι ολογέμιστο δικό σου θα γενεί.
Φτάνει να έρθεις πριν χτυπήσουν τα σήμαντρα τη μέρα της γιορτής.

Ελαφροπατώντας μια νυχτιά θα ανέβω στη μουριά της αυλής,
κόκκινα να σου μαζέψω μούρα.
Από εκείνα που έβαφαν άλικα τη χείλη της γιαγιάς.
Φτάνει να μη μπερδέψεις το δρόμο κι άλλη στράτα διαβείς.
Θα ανέβω σαν αίλουρος στη στέγη τα μεσάνυχτα
μύρια να μαζέψω άστρα.
Στα πλακόστρωτα να τα αφήσω μονοπάτια σαν πυγολαμπίδες να λάμπουν.
Σήματα να σου στέλνουν.
Οδηγοί να γίνονται στα ταξίδια του νου σου.
Να μ' αγαπάς.
Να με γυρεύεις.
Να με καρτερείς.
Του γαλαξία θα μαζέψω το γάλα να παίρνει ανάστημα
ο έρωτάς μας, ψηλά να θωρεί, ουρανούς να κερδίζει.

Στην αμμουδιά θα πάω - εκεί που κάναμε νυχτέρια παλιά -
ολόλευκα να σου μαζέψω κρίνα.
Στο πέτο να τα βάλεις να ομορφαίνει η μορφή σου.
Στα χέρια να τα κρατάς, φιγούρες να κάνουν στον τοίχο.
Σκιές από ξάρτια στο μώλο του νησιού.
Σκιές από σύννεφα στου Ταΰγετου το αδρό παράστημα.
Να γελάς και να χαίρεσαι σαν παιδί μικρό.
Να μιλάς και να σείεσαι σαν τρελή περικοκλάδα.
Φτάνει να έρθεις κι είναι γιορτή αύριο μεγάλη.
Θα ντυθώ το φαρδύ μου φόρεμα με τις γαλάζιες νεραγκούλες.
Θα πιάσω τα μαλλιά μου κότσο, ευχάριστα να περνάς τα χέρια σου.
Θα βάλω και τη δερμάτινη σάκα του σχολείου μικρή να με νιώθεις παιδούλα.
Όμορφη να είμαι.
Μόνο για σένα να χτυπά η φλεβίτσα του λαιμού.
Ωραία να με θωρείς και ξανά να με θέλεις κοντά σου.

Πλάτυναν οι γωνίες από όταν έφυγες.
Περιπλανιέμαι.
Με τσιμπούν οι διαβήτες.
Με αγκυλώνουν τα μεταλλικά λόγια των νεκρών.
Έλα φοβάμαι να γυρίζω στα άδεια δωμάτια τις νύχτες.
Γέμισε καθρέφτες το σπίτι, δεν με αναγνωρίζω.
Έλα να μου μάθεις το όνομά μου.
Έλα να σμίξεις τις ώρες μου σε μία.
Η απεραντοσύνη κρύβει κινδύνους.
Αποσπά το μυαλό.
Μαδάει τα λουλούδια.
Ξεκολλά τις αρχαίες πόρπες.
Δώσε μου τον κόσμο σου κι εγώ θα χωρέσω στο μικρό σου νύχι,
σαν ένας γλάρος που σμίγει με τον αφρό και πάνωθε του μικρό γίνεται σημαδάκι. 

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

Οξυδέρκεια

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλίανθος βαν γκογκ

* Θα κάνω μια παράκληση στον ήλιο, την ώρα που αφήνει τον κόκκινο μανδύα του
στη σέλα του βουνού να μην ξεχάσει τα χλωμά χέρια της μάνας.
Ροζέ να βάψει τους ρόζους κι άλικη την συστοιχία των δακτύλων. Να περνά ο καιρός
σαν μια βραδινή πομπή κύκνων κόντρα στον απόλυτο οίκτο.

* Τα παράκτια χόρτα έχουν μια στιφάδα αλλιώτικη, σχεδόν παρθενική, γεύση εν τη γενέσει.
Λες και ποτέ τους δεν ξεδίψασαν, λες και ποτέ τους δεν φίλιωσαν με την αρμύρα.
Τα βράζει ο ψαράς κι αγκυλώνεται το στήθος του. Όπως κολλάει ο τροχός στα λασπόνερα
κολλάει κι η τροφή στον ουρανίσκο συσπώντας τους σπονδύλους.

* Πολύ θα ήθελα να ήμουν μια τσαλακωμένη λευκή σελίδα που πετάει ένας μαθητής στο δρόμο.
Εκεί να γραφτεί η ωραιότητα των στιγμιαίων εκρήξεων. Η ωραιότητα των απορρίψεων μπρος στο
ευγενές της νεότητας θυμικό.

* Ο ποιητής βλέπει τον κόσμο σε επάλληλους κύκλους σαν αυτούς που μια πέτρα
σχηματίζει στην επιφάνεια της λίμνης θορυβώντας. Ζει μακριά από γωνίες, τεθλασμένες
κι επίπεδα σχήματα.Είναι ο απόλυτος άρχων της στιγμής κι αυτή κλώθει στα ποιήματα.
Μικρές στιγμές τρεμάμενες σαν ιστός αράχνης στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

* Ο ηλίανθος έχει αμέτρητους σπόρους για να μετρά με ακρίβεια τα ταξίδια
του ήλιου στο στερέωμα. Είναι ο αφανής αδερφός του. Αυτός ο ακριβολόγος
και ο οξυδερκής που δεν ξεκουράζεται ποτέ και στο σκοτάδι σχεδιάζει να γίνει
αρωγός της όποιας τέχνης και το επιτυγχάνει.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Αρματηλάτης

Αποτέλεσμα εικόνας για Σπάει το κλαδί  δίχρωμη πεταλούδα  διπλώνει φτερά

Έβγαζες τις λαστιχένιες σου μπότες στην είσοδο
κι έμπαινε ορθόστηθη κι ασυγκράτητη η υγρασία στο σπίτι.
Οι κάλτσες σου μύριζαν θειάφι, καμένο ξύλο κι άψητο ψωμί.
Τις έβαζες δίπλα στο τζάκι για να στεγνώσουν,
τρύπιες μανταρισμένες με κόκκινη κλωστή.
Σε παρακολουθούσα με μάτια εκστατικά, δεν μιλούσες,
απλά κοίταζες τις φλόγες, ήξερες τη μυστική τους γλώσσα.
Σε καμάρωνα έτσι τραχύς κι ωραίος που ήσουν.
Μόλις είχες επιστρέψει απ' το κυνήγι ιδρωμένος και αψύς σαν νότιος άνεμος.

Ποτέ δεν έφερνες κυνήγι, μόνο που πάντα έλειπαν
πέντε έξι φυσίγγια απ' τη ζώνη σου.
Στον αέρα σπαταλούσες το μπαρούτι.
Είμαι βέβαιη πως ούτε μια μικρή τσίχλα δεν θα μπορούσες να σκοτώσεις,
πόσο μάλλον έναν αγριόχοιρο που καυχιούσουν στις παρέες σου πως σκότωσες.
Εγώ αινιγματικά σε κοιτούσα, δεν μιλούσα απλά ψήλωνες μέσα μου
όπως ψήλωνες στα μάτια των φίλων σου πόντους πολλούς.
Καμιά ενοχή.
Κανένα παράπονο.
Κανένα κρυφογέλιο.
Γυάλιζες το τουφέκι σου και γελούσες κι ήσουν ένας σωστός αρματοφόρος.

Έπαιρνα την τσίγκινη λεκάνη στην έδινα να πλυθείς.
Το μοσχοσάπουνο θόλωνε το νερό, μύριζε άγριο κέδρο και χαμομήλι.
Το πέλμα σου ελαφρύ, τριβόσουν με κινήσεις διστακτικές
σαν να φοβόσουν μην λαβωθείς.
Σου έδινα καινούργια ασπρόρουχα και την κεντητή πετσέτα της γιαγιάς
να σφουγγίσεις το νερό απ' τους αστραγάλους.
Ήσουν τρωτός και δυνατός μαζί.
Ήσουν γήινος μα και αιθέριος.
Πώς να σε περιγράψω;
Το χνώτο σου μύριζε έλατο, ψημένο καλαμπόκι κι αψιά τσουκνίδα.
Στοιχημάτιζα πως δεν σε γνώριζα.
Συλλογιζόμουν πως δεν σε κέρασα ποτέ γλυκό κρασί.
Όλα απ' την αρχή.
Εσύ, εγώ.
Η αγάπη μας, ο έρωτας μας, όλα απ' την αρχή.
Μπαίναμε στην εφηβεία του κόσμου καμαρωτοί κι ωραίοι.
Όλα απ' την αρχή, εσύ ο αρματηλάτης κι εγώ μια πειθήνια ενοχή,
μια παιδούλα που κάνει ξυραφιές στα τζάμια των πορνείων. 

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Το ανεπίδοτο γράμμα


Αποτέλεσμα εικόνας για Γράμμα

Έβαλα σήμερα γύρω απ' το τζάκι τα χρωματιστά λαμπιόνια της γιορτής,
μαζί με δυο κλαράκια γκι κι ένα ασημένιο άστρο στο κέντρο.
Έλα να τα δεις, ανυπομονούν να σε γνωρίσουν.
Έλα να νιώσεις την λαμπερή τους ρυθμικότητα.
Ίδια με την καυτή ανάσα σου μοιάζουν, γρήγορη ανάσα σπάταλη.
Εισπνοή εκπνοή και στιγμές λαμπρές από ήλεκτρο κι αφράτο χιόνι.
Έλα να χαρείς, άφησε πίσω το σκότος και τους νυχτερινούς εφιάλτες του χτες
Θα παραχώσω στη χόβολη καρπούς, ζεστούς να τους γευτείς.
Έτσι που είσαι ταλαιπωρημένος απ' τους δρόμους κάτι πρέπει να τσιμπήσεις.
Έλα να ζεστάνεις το χνώτο σου με το φως της κεραμικής λάμπας.
Απόψε που έχει ολόγιομο φεγγάρι λέω να μεθύσω,
όχι με αλκοόλ αλλά με την απαστράπτουσα ομορφιά της διάφανης νύχτας.

Στο πατάρι το καπέλο σου, ένα ζευγάρι λευκά γάντια κι ένα μονόκλ.
Περιποιημένα όλα και μέσα σε μεγάλα κουτιά τοποθετημένα,
σφραγισμένα με βουλοκέρι μην και τα αγγίξει η πούδρα της σκόνης.
Σου σιδέρωσα και το λινό σου πουκάμισο ατέλεια δεν θα βρεις πουθενά.
Έλα πριν φέξει κι έρθει η πούλια να με σκουντήξει με τον αγκώνα της.
Φοβάμαι μονάχη, φοβάμαι πολύ κι αυτός ο δυνατός αέρας ξήλωσε
τα κουμπιά απ' τον χιονάνθρωπο.
Πρωί τον έφτιαξα, πριν ακόμα ξυπνήσει η πόλη και θορυβήσουν οι δρόμοι.
Έμοιαζε μαγικός μ' αυτή την κόκκινη πιπερίτσα στα χείλη και το καρώ κασκόλ
στο γιγάντιο λαιμό του.
Μου πήρε ώρα να του στρογγυλέψω την τεράστια κοιλιά,
να του φορέσω τα μεγάλα μαύρα κουμπιά από το παλιό μου μαντό.
Έτσι που να μοιάζει αληθινός σαν ένας εσκιμώος μπροστά στην είσοδο του ιγκλού του.

Δεν υπερβάλω ζωντανεύουν τα πράγματα όταν τα αγαπάς πολύ, αν τους στέκεσαι,
αν με στοργή και πάθος ατέλειωτους διαλόγους πιάνεις μαζί τους τα βράδια.
Έλα έβαλα και τις κεντητές μαξιλάρες στο πάτωμα εκείνες που αγαπούσες από παλιά.
Στο χερούλι της πόρτας έχω αφήσει το γράμμα μου, ένα ποίημα είναι
που μιλάει αποκλειστικά για εσένα, για την λεπτότητα των χειλιών σου,
για τη διάπυρη γλώσσα σου, για τα αλαφιασμένα σου μάτια.
Είμαι καλή στις απαγγελίες θα το δεις, πόσο προσέχω σαν προφέρω κυρίως τις λέξεις:
Έρωτας, αγάπη, φιλί κασμίρι κι ανεμογύρισμα.
Ειδικά την πρώτη την φαντάζομαι σαν μια φέτα γλυκιά πορτοκαλιού,
σαν ξυλαράκι αποικιακής κανέλας.
Πήγα χτες κι αγόρασα κίτρινους φακέλους κι ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά.
Πρέπει να φωτίσω λίγο τη ζωή μου, να χρωματίσω τα έπιπλα με παλ χρώματα.
Τρομάζω στη σκοτεινιάτρομάζω στα χαμηλωμένα φώτα κι αυτή η συνοικία με θλίβει.
Αύριο, αν δεν έρθεις, θα πάρω το υπεραστικό τρένο να φύγω μακριά,
σε κάποιο βαγόνι θα σε συναντήσω σίγουρα, ξέρω πόσο αγαπούσες τα ταξίδια.
Δεν θα πάρω αποσκευές μαζί μου, μόνο αυτό το γράμμα που μιλάει για εσένα
κι ένα χάρακα ξύλινο να μου υπενθυμίζει πως κοντά σου ψήλωσα δυο πόντους.

Έλαβε μέρος στο Συμπόσιο Ποίησης της αγαπημένης Αριστέας όπου και θαυμάσαμε πολλές ομορφιές

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019

Ψίθυροι

Αποτέλεσμα εικόνας για μοναξιά

Απόψε να 'ρθεις, τώρα που η μοναξιά σαν ξυπόλητη ζητιάνα ζητά ακολούθους.
Απόψε έλα, φοβάμαι τη νύχτα, με απειλεί με τα κυρτά της νύχια συνεχώς.
Ναι απόψε σε θέλω, την ώρα που ενώνονται όλες οι εποχές σε μία ομιχλώδη σκιά.
Άναψα το τζάκι, έβαλα και χλωμά κεριά στα παράθυρα σαν σύθαμπο να μοιάζει.
Ζέστανα το σπίτι με του έρωτα τα κυπαρισσόμηλα.
Δες γύρω πως ευωδιάζει ο χώρος σαν καμένο ρετσίνι, σαν τη ψυχή του γέρου πεύκου.
Γιατί έχουν ψυχή τα δέντρα, μακριά χέρια και μεγάλους οφθαλμούς.
Βλέπουν, ακούνε, αισθάνονται, ξέρουν την αλφαβήτα του χώματος απέξω.

Άκου που σου λέω ξέρουν ακόμα και να μιλούν σε μια γλώσσα άγνωστη στους πολλούς.
Εσύ που έχεις σπουδάσει τη διάλεκτο των φύλλων θα καταλάβεις τι σου λέω.
Εγώ συχνά συνομιλώ μαζί τους κυρίως με τις λεύκες των πεζοδρομίων.
Έχουμε πολλά μυστικά, στήνουμε συμπόσια κι αγαπάμε τους τρελούς.
Θα έχεις ακουστά του Κωσταντή τις συνομιλίες, έτσι κι εγώ μπιστικά μιλώ μαζί τους.
Μια μέρα πάνε χρόνια που χιόνιζε κι αυτά τρεμούλιαζαν
τους έδωσα το κασκόλ μου και τα γάντια μου.
Τι χάρες έκαναν, δεν λέγεται, ακόμα το θυμάμαι, σαν να ήταν χτες.

Απόψε έλα, θα σου φτιάξω ζεστό τσάι με μύρτιλλα και μέλι.
Έχω και εκείνα τα παλιά γρατζουνισμένα βινύλια, στη μουσική τους να μεθύσουμε.
Γιατί ξέρω πως αγαπάς πολύ τη μουσική, τη ζωγραφική και τους περιπάτους στα μουσεία.
Χτες πήγα σε ένα μουσείο με περίεργα εκθέματα.
Δεν είχε αγάλματα, χρυσά περιδέραια, μάσκες και προσωπίδες
αλλά μόνο κομμένα ανθρώπινα μέλη.
Χέρια, πόδια, κεφαλές, ακροδάχτυλα και φαλλούς, τεράστιους φαλλούς σε στύση  
Όλα φτιαγμένα από πηλό.
Θυμήθηκα τα παιδικά χρόνια που φτιάχναμε ανθρωπάκια από πηλό
και κάτι τεράστια φίδια που τα διπλώναμε και τα μεταμορφώναμε σε καλαθάκια.
Τα στεγνώναμε στον ήλιο κι έπαιρναν ένα υπέροχο χρυσαφί χρώμα.
Ωραίες εποχές με ανοιχτές αγκάλες κι ευωδιαστά ρούχα από το σαπούνι της ελιάς.

Γι αυτό σου λέω, έλα μην αργείς να πλάσουμε μαζί πάλι τα ίδια ανθρωπάκια,
να φτιάξουμε κυματιστά καλαθάκια, να παίξουμε με τα καραμελόχαρτα σαν να είμαστε παιδιά.
Μα τι λέω τώρα, πως να τα κάνουμε όλα αυτά με ματωμένα τα χέρια από τη λάμα του πόνου.
Δεν πειράζει όμως έλα θα παίξουμε στο φινάλε με τα μαντήλια μου.
Θα δέσουμε πολλούς κόμπους για να ενώσουμε τον κόσμο,
να δώσουμε λίγο χρώμα στα παιδικά μάγουλα, να ρίξουμε το συρματόπλεγμα που μας χωρίζει.
Έχω πολλά μαντήλια ανοιχτόχρωμα όλα, μπορούμε να φτιάξουμε ένα τεράστιο κύκλο
που θα χωράει όλη τη πλάση.
Όμορφη πλάση, ολόδροση, λαμπερή, χρωματιστή, σφιχτά δεμένη με ίνες βαμβακιού
Έλα, φοβάμαι τα σταματημένα ρολόγια, τους ξεκούρδιστους κούκους, τα μεσάνυχτα και τη μοναξιά   Κρατάς το κλειδί, ξέρεις που ζω, γνωρίζεις τους χτύπους της καρδιάς μου δεν θα μπερδευτείς καθόλου.
Έλα!


Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Κάλεσμα

Αποτέλεσμα εικόνας για Χαμομήλι

Η μάνα μου μαζεύει τώρα χαμομήλια στους ουρανούς,
σε κάμποτα σεντόνια τα αποξηραίνει.
Πάντα μάζευε χαμομήλια η μάνα μου στην τεράστια ποδιά της.
Έβγαινε στους καθαρούς αγρούς και στα ψηλώματα, απάτητο να 'ναι.
Με μέλι μαζί να το πίνεις μου 'λεγε είναι γιατρικό.
Σε ηρεμεί, σε καταπραΰνει, σε ρίχνει σ' ένα γλυκό λήθαργο.
Ποτέ δεν έστεκε η μάνα ήσυχη:
Έβαζε μπουγάδα, έπλενε τις λάμπες, γυάλιζε τα πόμολα,
ξεχορτάριαζε το παρτέρι, έκοβε χαμομήλια με λεπτούς μίσχους κι έφτιαχνε στεφάνια.
Είναι Του Χριστού έλεγε να τ' αγαπάτε μην τα παραγκωνίζετε όσο ταπεινά κι αν μοιάζουν.
Τα έβαζε πάνω στα χριστόψωμα, στα βάζα τα τοποθετούσε.
Γέμιζε το σπίτι λεπτά αρώματα κι όταν τα έψηνε τα σούρωνε έπειτα με τα λεπτά τουλπάνια της.
Αχ μάνα καλή σου ώρα....πόσο μας γνοιαζόσουν!
Είσαι μικροσκοπική έλεγε σε εμένα να μην παρακουράζεσαι.
Να δέσει το σώμα σου και μετά βλέπουμε τι θα κάνεις.

Τις νύχτες ύφαινε η μάνα αετούς, κυνηγούς και κινεζούλες.
Χτυπούσε η σαΐτα κι εμείς ονειρευόμασταν ανοιχτωσιές,
κόκκινες παπαρούνες, λευκά ξωκλήσια και γλυκόλαλα αηδόνια.
Το πρωί κοσκίνιζε το αλεύρι, μύριζε το σπίτι νοικοκυροσύνη και προκοπή.
Έψηνε μεγάλους άρτους και καλόσχημα παξιμάδια.
Πότε αναπαυόταν δεν ξέραμε...
Άυπνη έμενε η μάνα, άυπνη και πάντα ενεργή σαν μελισσούλα.
Τα απογεύματα ασβέστωνε την αυλή με χωνεμένο ασβέστη.
Τάιζε τα σπουργίτια με τα ψίχουλα του μεσημεριανού μας τραπεζιού.
Φρόντιζε τις χελιδονοφωλιές και έδιωχνε πέρα τα αρπακτικά.
Αχ μάνα ώρα σου καλή....πόσο συμφιλιωνόσουν με τον κόσμο!
Είσαι σαν κλαράκι μου έλεγε να προσέχεις, έχει βοριά έλα μέσα
σου έχω έτοιμο ζαχαρόνερο να πιεις.

Τις Κυριακές η μάνα μας έκανε θαύματα.
Ανέβαινε στη σοφίτα και αέριζε τα ασπρόρουχα, ξεσκόνιζε το μπουφέ,
και συνομιλούσε με τους Αγίους.
Θυμιάτιζε το σπίτι κι ύστερα ετοίμαζε το φαγητό της Κυριακής.
Ψητό στο φούρνο με μπόλικο λάδι, σκόρδο και φρέσκια ρίγανη.
Γιόμιζε ο αέρας ευωδιές, γιόμιζε η αυλή μας παιχνιδίσματα.
Έστρωνε με τάξη το τραπέζι με το καλό σερβίτσιο,
τα κολονάτα ποτήρια και τα ανθισμένα τραπεζομάντηλα.
Γελούσε η μάνα μας, γελούσαμε κι εμείς ντυμένοι στα γιορτινά μας.
Φορούσαμε τα αμερικάνικα φορέματα με τους τεράστιους φιόγκους.
Καλοσιδερωμένα με τη μυρωδιά της λεβάντας.
Γιατί είχε λεβάντες πολλές στα παρτέρια η μάνα μας, λεβάντες δυόσμο κι άγριο θυμάρι.
Αχ μάνα ώρα σου καλή....πόσο ομόρφαινες τη ψυχή μας!
Είσαι μια μικρή παναγία μου έλεγε κι ο κόσμος σε φθονεί,
έλα να σου περάσω μια ματόχαντρα μάτι κακό να μην σε βρει.
Αχ μάνα μου πόσο με ήξερες, ποτέ δεν μεγάλωσα, ακόμα ποθώ τα χάδια σου
κι εκείνο το χαμομήλι να ξέρεις το κρατάω σε πάνινα σακουλάκια,
μην έρθει βοριάς μαμά και ποιος θα μου φτιάξει τότε ζεστό ρόφημα στη ζαχαρί σου κούπα. 

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Μονόλογος

Αποτέλεσμα εικόνας για ζογκλέρ

Όλα αφημένα στη σιγαλιά και της πρωινής λιακάδας.
Τα σεντόνια, τα ασπρόρουχα της κυρά - Ξένης
κι εκείνος ο παλιός αμφορέας που ο παππούς
τυχαία έβγαλε απ' το χώμα ένα απόγευμα
όταν μερεμέτιζε τα τοιχία του κάτω κήπου.
Άλλη μια ηλιόλουστη μέρα σεργιάνιζε στις εμπασιές της πολίχνης.
Βελανίδια στρωμένα στη γη κι ένα πλήθος χρυσοκόκκινα φύλλα
συνέθεταν ένα καθαρά φθινοπωρινό σκηνικό.
Που πας χωρίς τα καινούργια σου παπούτσια;
Τα αγκάθια θα σε πληγώσουν κι εκείνο το σκουριασμένο
συρματόσκοινο θα σου τρυπήσει τα πέλματα.
Αν άκουγες τραγούδια ή διηγήσεις νεκρών κάτι θα είχες μάθει:
Θα ήξερες πως η μοναξιά είναι ένα ραβδί σε γεροντικό χέρι
που χτυπάει ρυθμικά στα πλακόστρωτα και που δύσκολα το αποχωρίζεσαι.

Τα χέρια ελεύθερα κι η καρδιά να αναπηδάει σαν τόπι.
Γύρισε σε βοριά τριγύρω και της ψυχής ο φανός τρεμουλιάζει.
Απόψε δεν θα μαγειρέψω, θα φας κάτι  πρόχειρο.
Μια φέτα ψωμί από εκείνο που ζύμωσες το πρωί,
καμιά ελίτσα και λίγο γαλοτύρι.
Αν ακούσεις χτύπο στην πόρτα μην ανοίξεις.
Θα είναι εκείνος ο ζογκλέρ με την τεράστια μύτη.
Δεν με διασκεδάζει πια.
Βαρέθηκα τα ξεφτισμένα δίχρωμα ρούχα του.
Βαρέθηκα τις λουστρινένιες μπότες του.
Την στιχομυθία του που δεν καταλήγει ποτέ πουθενά.
Μην ανοίξεις λοιπόν με απωθούν τα χλωμά πρόσωπα
τα επίπλαστα χαμόγελα με τρομάζουν και τα άπληστα μάτια με διώχνουν.

Προχτές τον συνάντησα στο δρόμο ήτανε πιωμένος κι έκλαιγε.
Τον πλησίασα κι αυτός τότε άρχισε σαν τρελός να τρέχει
κρατώντας μια τεράστια μποτίλια στο χέρι.
Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου έβγαλε θρασύτατα τη γλώσσα.
Κάθισα στο παγκάκι συνοφρυωμένη κι ολίγον τι λυπημένη.
Τώρα γιατί στα λέω όλα αυτά δεν ξέρω
Ίσως να θέλω να σου ξυπνήσω το παιδί μέσα σου.
Εγώ μεγάλωσα κι από καιρό άρχισα να μην κόβω τα νύχια μου
Βιώνω θανάτους.
Βιώνω σκιές από μέταλλα.
Βιώνω πλαγιομετωπικές με τον έρωτα.

Τα ασπρόρουχα της κυρά - Ξένης πρέπει να στέγνωσαν.
Αν τα κρατήσει μια βραδιά έξω ακόμα θα τα γαργιάσει ο γαλαξίας.
Πάρε την τηλέφωνο να τα μαζέψει.
Στον αμφορέα έβαλα χτες το πρωί κίτρινα χρυσάνθεμα.
Δεν τα πρόσεξες κι η πικράδα απ' τ' άρωμά τους δεν σε συνεπήρε.
Πάω για ύπνο άλλαξα σεντόνια, έβαλα εκείνα τα νυφικά της μαμάς.
Ακόμα μυρίζουν λεβάντα και λουλάκι.
Αν σου χτυπήσει λοιπόν παρά τις αντιρρήσεις μου άνοιξε.
Μόνο μην του δώσεις να πιει θα αρχίσει πάλι να τρέχει και να χειρονομεί.
Αυτή η εικόνα ξέρεις θα περάσει στα όνειρά μου σαν εφιάλτης.
Α! ξέχασα να σου πω ήταν παλιός συμμαθητής μου και με ήθελε σαν τρελός.
Μόνο ψωμί να τον κεράσεις, ένα μεγάλο καρβέλι και θα δεις πως θα γαληνέψει.
Καληνύχτα εγώ θα συνομιλήσω με τους αγγέλους μου
Αύριο που ξέρεις μπορεί να βρέχει και να αδυνατούν να κατέβουν ως εδώ.
Καληνύχτα και μην ξεχάσεις να γυαλίσεις τα καινούργια σου παπούτσια.
Αύριο θα κατέβουμε στην πόλη να αγοράσουμε μια αλαβάστρινη κόρη.
Μου λείπει η συντροφιά κι ο καλός λόγος ειδικά τις νύχτες
που τόσο πολύ άρχισαν τελευταία να μεγαλώνουν.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Ετερόκλητοι συνεπιβάτες


Αποτέλεσμα εικόνας για τρένο

Πέρασε το τρένο των επτά και τέταρτο.
Παρά την μεγάλη ταχύτητα διέκρινα καθαρά τρεις φιγούρες στο δεύτερο βαγόνι.
Μια γυναίκα με μαύρο βέλο και τριμμένα παπούτσια,
έναν αρτεργάτη με μια ψάθινη καλαθούνα στα πόδια
και μια έφηβη -μαθήτρια θα 'ταν- με ένα τεράστιο κλουβί στο χέρι.
Στο κλουβί αν δεν κάνω λάθος ήταν μέσα  ένας παπαγάλος ή κάτι παρόμοιο
με χρυσοπράσινα φτερά κι ένα λοφίο γκρίζο.
Έφταναν ως το σπίτι τα κρωξίματα, οι συζητήσεις των επιβατών,
τα χαρούμενα γέλια των παιδιών κι οι τυπικές χειραψίες των ευυπόληπτων.
Βγήκα στην βεράντα.
Ο συρμός προχωρούσε κόβοντας λίγο την ταχύτητα του.
Ένας μεσήλικας με ημίψηλο καπέλο
και μ' ένα κόκκινο μαντήλι στα χέρια με κοιτούσε διερευνητικά.
Έμοιαζε με ζογκλέρ ή με μάγο, ίσως όμως και να ήταν και συγγραφέας
αστυνομικών διηγημάτων, το ύφος του τον πρόδιδε για κάτι τέτοιο.
Σίγουρα κατέγραφε τα βλέμματα, τις κινήσεις, τα ακατάληπτα λόγια των τρελών
για να τα χρησιμοποιήσει σαν υλικό για τις επόμενες ιστορίες του
Κούνησα το χέρι μου δεν σάλεψε καθόλου απλά το βλέμμα του έγινε πιο επίμονο.
Ποιος ξέρει μπορεί να ήμουν η επόμενη ηρωίδα του,
αυτήν που την εξαφανίζει μια σπείρα κακοποιών ζητώντας απ' τους οικείους της υπέρογκα λύτρα.

Μπήκα αναστατωμένη στο σπίτι, τράβηξα τη βαριά κουρτίνα για να μην τον βλέπω.
Το βλέμμα του όμως ήταν εκεί και με πολιορκούσε.
Βδελυρό, υποχθόνιο, σαρκαστικό σαν να μου καταλόγιζε κάποιες απροσδιόριστες ευθύνες.
Η κυρία με το μαύρο βέλο μου πρόσφερε ένα μήλο για να με γλυκάνει.
Στα πόδια της είχε ένα φιδοπουκάμισο και μια σπασμένη κορνίζα.
Έμοιαζε ταραγμένη και μάλλον κάποιο κακό προαίσθημα φαίνεται να την τριγύριζε.
Πλησίασα τη νεαρή μαθήτρια, χουχούλιαζε τα χέρια της, παρότι δεν έκανε κρύο
ίσως να το έκανε από αμηχανία, με κοίταζε με απάθεια και με μια μικρή δόση οίκτου.
Το πουλί εναγώνια πάλευε να βγει από το κλουβί
προτάσσοντας τα νύχια του και το γαμψό του ράμφος πήγα κοντά του ανήμπορη όμως να το βοηθήσω.
Σάστισα πολύ σαν το άκουσα  στη συνέχεια να μιλάει:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι".
Η μαθήτρια το πρόσταζε να σταματήσει αυτό όμως απτόητο συνέχιζε:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι". "Έχει πονοκέφαλο η κυρία;", "Με λένε Φώτη, Φώτη, Φώτη".
Στο λοφίο του είχε κάνει κατάληψη μια αράχνη με μαύρα τεράστια πόδια.
Έπλεκε έπλεκε συνεχώς
και με την ταχύτητα που είχε πάρει
σε λίγο θα κάλυπτε όλο το κλουβί μαζί με τους ήχους, τα κρωξίματα και τα σπάταλα λόγια.
Έστρεψα αλλού την προσοχή μου, άλλωστε φοβόμουν από μικρή αυτά τα έντομα.
Ανατρίχιαζα και μόνο στη θέα τους.

Ο αρτεργάτης έστριβε τσιγάρο, η καλαθούνα στα πόδια του ήταν σάπια
και τα ψωμιά που είχε μέσα μουχλιασμένα.
Με χαιρέτισε με καλοσύνη και μου πρότεινε να χορέψουμε μαζί ένα βαλς.
Με ευγένεια του το αρνήθηκα.
Η εμφάνιση μου δεν ταίριαζε με τίποτα για ένα τέτοιο εγχείρημα.
Είχα σκισμένες κάλτσες, πολύ κοντό φόρεμα και μου έλειπε το οβάλ καπέλο.
Με αγνόησε και συνέχισε να καπνίζει λίγο θυμωμένα.
Ύστερα πήρε στα πόδια του ένα μεγάλο σακί γεμάτο αλεύρι
κι άρχισε να πλάθει ψωμιά σε σχήμα πλεξούδας, σπαταλώντας αρκετά
λίτρα νερού.
Θέλησα να τον βοηθήσω αλλά μου το αρνήθηκε,
χαρακτηρίζοντας με άπειρη για μια τέτοια εργασία.
Απομακρύνθηκα και βουβή πήγα στη κάμαρά μου.
Αύριο θα έφευγα ταξίδι κι έπρεπε να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου.
Είχα πλέον μια μεγάλη ετερόκλητη παρέα, μια αμυχή στο μέτωπο από τα νύχια του παπαγάλου
κι ένα περιδέραιο από χαρούμενα παιδικά χαμόγελα.
     

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Χωρίς στοιχεία

Αποτέλεσμα εικόνας για φεγγάρι

Σε περίμενα αποβραδίς.
Είχα βάλει τα καινούργια μου λουστρίνια
κι εκείνο το πλισέ φόρεμα που αγοράσαμε μαζί.
Στο ραδιόφωνο έπαιζε Μπαχ.
Η γάτα κυνηγούσε ένα θεόρατο έντομο,
θαρρώ αράχνη πως ήταν ή ένας μεγαλόσωμος σκορπιός.
Η ζωή μου γέμισε ιστούς και υποδόριες δαγκωνιές.
Έμεινα να κοιτώ το κενό να ασπάζομαι μικρά χαλικάκια.
Μόνη χωρίς μια αγκάλη ζεστή.
Μια αδιάφορη ζωή σαν πληκτική ταινία παλιάς δεκαετίας.
Μπροστά μου ήσουν μα απουσίαζες στην ουσία.
Πλανιόμουν, άνοιγα τα χέρια σε έκταση.
Έφυγες ξαφνικά πριν σπάσουμε το ρόδι στο πάτωμα,
πριν ανοίξουμε την κασέλα με τα όνειρα κι είχαμε τόσα πολλά να μοιραστούμε.

Τυχερή δεν υπήρξα,
μόνο έναν κύκλο έκανα γύρω από τα παιδικά χαμόγελα,
μια περιστροφή γύρω απ' τον εαρινό ήλιο διέγραψα,
στη συνέχεια δόθηκα του φεγγαριού.
Μισή σκοτεινή μισή φέγγουσα.
Να αλλάζω μορφές και διαστάσεις επανειλημμένα.
Ανολοκλήρωτη σχεδόν πάντα τραβούσα με δύναμη την ουρά των αστεριών.
Τι να το κάνεις, ονειροπολούσα, χαριεντιζόμουν με τον φόβο.
Κοιμόμουν παρέα με άγουρα αγόρια,
καθάριζα το πρόσωπό μου με ροδόνερο,
έπαιρνα σκαλιστήρι και ξεχορτάριαζα της αγάπης τα ψιχία
Πάντα κάτι έκανα, αργόσχολη δεν υπήρξα.
Έφτιαχνα κόσμους ιδεατούς κι ακουμπούσα πάνω τους την πλάτη μου.

Ψύχραινε συχνά ο καιρός και δεν είχα ρούχο ζεστό.
Πάγωναν τα πέλματα.
Πάγωναν ασχημάτιστα τα χείλη μου.
Ριγούσε το στήθος, τρέμαν οι ρώγες.
Έπαιρνα μια μαύρη εσάρπα, τυλιγόμουν.
Σκάρωνα με το μισό του φεγγαριού ιστορίες με ιππότες και ξωτικά.
Έλειπαν τα παιδιά, οι μανάδες, τα αδέρφια.
Καρφίτσωνα τις ιστορίες μου στους κάκτους,
ίσως κάποιο σπουργίτι ή ένας σπίνος να τις καταδέχονταν.
Πού να προσφύγω;
Με κόβουν κι αυτά τα λουστρίνια και το πλισέ φουστάνι σαν να κόντυνε,
Κλείνω το ραδιόφωνο.
Κλείνω τα στόρια.
Μετράω απ' την αρχή, δεν μου βγαίνει σωστό το άθροισμα.
Πάντα μονά τα ψηφία.
Πάντα διπλή η μοναξιά.
Αν βγω στους δρόμους ίσως σε συναντήσω, αλλά δεν έχει φεγγάρι απόψε.
Κι αν γλιστρήσω ποιος θα με σηκώσει;
Ποιος θα συμπληρώσει το άλλο μου μισό;
Έφυγες και δεν άφησες ούτε ένα στοιχείο σου.
Πού να σε ψάξω;
Στα καφέ που σύχναζες κατέβασαν τα ρολά και τ' αστέρια αδιαφορούν.