Τα κόκκινα χαλιά
Στο ανθοδοχείο είχαν μαραθεί οι παπαρούνες. Τις είχε μαζέψει από τον κήπο της πριν μια βδομάδα. Ήταν οι τελευταίες αυτής της περιόδου. Τις κοίταξε λυπημένη κι είπε πως έπρεπε άμεσα να τις ανανεώσει. Θα πήγαινε έξω από το χωριό στα λιβάδια με τα αγριολούλουδα. Σίγουρα εκεί θα έβρισκε αρκετές.
Ο ήλιος λάμπει-
ο κύκνος μες στη λίμνη
ανοιχτά φτερά.
Κατέβηκε τις σκάλες. Ήταν πρωί ακόμη κι ο κρύος αέρας την ξύπνησε για τα καλά. Πήρε το ποδήλατο της και βγήκε στον δρόμο. Όλα γύρω ησύχαζαν μόνο κάποιες κότες είχαν βγει και σκάλιζαν το χώμα για κανένα σκουληκάκι. Ακούγονταν ο μονοτονος ήχος τους κάτι σαν γουργούρισμα και κακάρισμα μαζί.
Χλωμό δειλινό-
δροσοσταλίδες στη γη
τα κρίνα λευκά.
Έφτασε γρήγορα κοντά στα λιβάδια. Κατέβηκε από το ποδήλατο πάνω σε ένα ύψωμα κι αγναντεψε. Όλα βαμμένα στο κόκκινο και στο λευκό. Κυρίαρχο το κόκκινο. Έλεγες πως η φύση είχε στρώσει τα ακριβά της χαλιά. Τα πορφυρά της κάλλη.
Αέρας ζεστός-
πολλές οι μαργαρίτες
γκρι το βατράχι.
Συνέχισε το δρόμο της Εφτασε κι άρχισε να μαζεύει τα αγαπημένα της λουλούδια. Μάζεψε δύο αγκαλιές κόκκινες παπαρούνες. Θα στόλιζε όλο το σπίτι. Σε ένα φράχτη βρήκε ένα σκίνο.
Έκοψε λίγα κλαδιά κι έφτιαξε ένα πρόχειρο στεφάνι. Το στόλισε με παπαρούνες και το φόρεσε στο κεφάλι. Πόσο όμορφα ταίριαζε με το κόκκινο της φόρεμα αλήθεια.
Δύει ο ήλιος-
μπουκέτα με λουλούδια
ο ουρανός μωβ.