Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Άγγιγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για βοριάς

Πρόσεχε τώρα που αλλάζει ο καιρός. 
Τώρα που η ομίχλη κυκλώνει με πυκνές τούφες την πόλη.
Κοίταξε να φοράς τα σακάκι σου. 
Τι συνήθεια κι αυτή να το θες πάντα ανάρριχτα. 
Θα παγώσεις.
Θα σε πιάσει πάλι εκείνος ο επίμονος βήχας 
και το χαμομήλι δεν κάνει τίποτα.
Που λεφτά για θεραπεία.
Που λεφτά για γιατρούς 
κι εκείνη η χοντρή κουβέρτα θαμμένη είναι στο χώμα
μαζί με το άψυχο σώμα του αγαπημένου μας σκύλου.

Χιόνισε στις γύρω κορφές χτες βράδυ.
Κρύωσε το σπασμένο μπαστούνι της γιαγιάς. 
Πού να στρέψω την προσοχή μου;
Συνεχώς να σας νοιάζομαι.
Διαρκώς να είμαι παρούσα. 
Πρόσεχε, εγώ έχω θητεύσει στο κρύο, ξέρω.
Χιονίστρες δεν έβγαλα παιδί,
η μάνα απορούσε τα αδέρφια ζήλευαν. 
Γελούσα μαζί τους, περηφανευόμουν, ήμουν σκληροτράχηλη 
Δεν φοβόμουν καιρό, ασήμωνα ένα αστέρι και περπατούσαμε μαζί 

Λυσσομανά ο βοριάς σαν χαλασμένη χύτρα.
Πρόσεχε, θα αρπάξεις καμιά πούντα.
Δεν κάναμε κάτι και για αυτό το τζάμι που έχει σπάσει.
(Μόνοι μας το χτίσαμε το σπίτι, 
δεν το πόνεσες όμως ποτέ,   
έστρεψες όλη σου την αγανάκτηση πάνω του)
Έβαλα πρόχειρα ένα χαρτόνι στο ράγισμα, 
μα τι τα θες κανένα το όφελος, μπάζει.
Φέτος θα φυτέψω ζουμπούλια,
θα τα βάλω μπροστά στο στο παράθυρο να μην φαίνεται η ζημιά. 
Μα ως τότε τι; 
Είπα να βάλω ένα παλιό μου ποίημα, μα δειλιάζω,
φοβάμαι κι αυτό το φεγγαρόφωτο μη το περιφρονήσει.
Αλλά εσύ πρόσεχε.
Έρχεται η νύχτα κι εγώ ξάγρυπνη θα μείνω, 
να προσέχω τον σφιγμό σου, 
να σου γράφω ποιήματα που δεν θα διαβάσεις ποτέ
κι εκείνη η χοντρή κουβερτούλα θα με ακουμπά απαλά κάτω απ' το χώμα 

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Ασημένια πάχνη

Αποτέλεσμα εικόνας για νύχτα

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα,
οι λυγερόκορμες λεύκες κυνηγούν τα παιδιά.
Τρέχουν οι μανάδες αναμαλλιασμένες να τα περιμαζέψουν.
Οι λεύκες αγαπούν τους ψιθύρους,
Το κόκκινο φεγγάρι,
Τις βλεφαρίδες της παπαρούνας.
μα πιο πολύ αγαπούν το αραχνοΰφαντο φόρεμα της Ελένης.
Τα παιδιά αράζουν τα ποδήλατά τους στον αυλόγυρο της εκκλησίας,
χτυπούν την καμπάνα και λειτουργούν την ωραιότητα.

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα,
βγαίνουν οι εργάτες να παν στον καφενέ.
Τρίζουν τα ξύλα στη σόμπα,
καπνίζουν τα μπουριά.
Πονούν τα μάτια.
Χτυπούν οι κρόταφοι ρυθμικά.
Κοχλάζει το νερό στο μπρίκι του καφέ, φύλλα ευκαλύπτου.
Οι εργάτες βυθίζονται στο τσίπουρο,
τρώνε τα νύχια τους και στρίβουν επιδέξια τσιγάρο.
Σμίγουν οι καπνοί πονούν πιο πολύ τα μάτια.
Ανοίγουν την πόρτα, ξεροβήχουν, βρίζουν τον καιρό,
κουμπώνουν το μπουφάν τους και διώχνουν το τρέμουλο μακριά

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα,
τρέχουν τα αδέσποτα να κρύψουν μες στο χώμα τα κόκαλα,
Αλυχτούν, φοβερίζουν τις γάτες, φοβερίζουν τους βιαστικούς διαβάτες,
κρύβουν την ουρά τους στα σκέλια, κρυώνουν.
Βρίσκουν καταφύγιο στον αχυρώνα.
Λάμπουν τα μάτια τους μες στη νύχτα σαν τις σπίθες του δαυλιού
Δεν ησυχάζουν λεπτό,
ακόμα και στον ύπνο τους κυνηγούν τις κότες του αστυφύλακα,
Τρομάζουν το μπαρούτι,
τρομάζουν τα κρύα χαμόγελα
μα πιο πολύ τρομάζουν την ορφάνια των φονιάδων.
Χώνουν τις μουσούδες τους στα άχυρα.
Αύριο έχει πανηγύρι κι ίσως να φάνε κανένα κομμάτι.
Τρέχουν τα σάλια του σαν το νερό στην υδρορροή της καλύβας.

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα
ρυτιδώνεται το πρόσωπο της μέρας
κι όλοι ανυπομονούν ν' ανοίξει ο καιρός
Να χορτάσουν τα παιδιά παιχνίδι,
τα λευκά κόκαλα να βγουν απ' τη γη
κι οι λεύκες να αφήσουν το απαλό τους χνούδι
πάνω στα μουστάκια των εργατών
σαν ασημένια πάχνη. 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Χαϊκού

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανεμώνη

Σε γκρεμού φρύδι
τον άνεμο μάχεται
μια ανεμώνη 

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Απ' την αρχή

Αποτέλεσμα εικόνας για Συννεφιά

Συννέφιασε στην πόλη που ζεις;
Εδώ συννέφιασε για τα καλά,
το πάει για βροχή
Πονούν οι αρθρώσεις απ' το χνώτο του νοτιά.
Δεν ξέρω εσύ πως είσαι,
έχω χρόνια να πάρω νέα σου.
Βουίζει το τηλέφωνο
Βουίζει το κεφάλι μου σαν χείμαρρος μετά τη βροχή.

Ξέφτισε η πετσέτα σου
Ξέφτισε το αγαπημένο σου μακό.
Το φοράω τις νύχτες και σου δίνομαι.
Χαμπάρι δεν παίρνεις
Σε ακούω να σφυρίζεις την αγαπημένη μου μελωδία,
ανύποπτα να κοιτάς τον ουρανό, με ποιόν συνομιλείς;

Πες μου αν έχει συννεφιά.
Πες μου αν έκλεισαν οι πληγές σου.
Στο δεξί μπαλκόνι μας μαράθηκε ο φίκος
Φύτεψα κι εγώ κάκτους που δεν θέλουν πολλή φροντίδα.
Ξεριζώνω μόνο που και που τα αγριόχορτα,
αγκυλώνομαι, διαπερνούν τα αγκάθια το μυαλό μου,
πονάω,
ξεχνάω,
χάνομαι σε άγνωστους αστερισμούς αλλά κι εκεί δεν σε βρίσκω

Χτες πήγα το μενταγιόν μου στον χρυσοχόο.
Δεν μου πήρε λεφτά.
Με κοίταζε μόνο επίμονα,
ίσως το ατημέλητο της εικόνας μου να τον επηρέασε.
Δεν βγαίνω συχνά στην πόλη.
Φοβάμαι τις ανοιχτές χούφτες,
με τρομάζουν τα τρένα μα πιο πολύ με τρομάζει το κενό
Πως να το αποφύγεις;
Έτσι άφησα δια παντός τις βόλτες στις αποβάθρες.
Μένω σπίτι και μόνο όταν σχολούν τα παιδιά τα φιλεύω πράσινες μέντες.

Ξεχνιέμαι και λέω πολλά....όχι ανούσια πιστεύω.
Πες μου αν συννέφιασε.
Ακούω βροντές.
Πρόσεχε κι έχε πάντα πρόχειρο ένα λινό σακάκι.
Θα τα πούμε.
Ένας κεραυνός έπεσε στο διπλανό πεύκο.
Μυρίζει καψαλισμένο μαλλί
Μυρίζει καμένο ρετσίνι
Ξέρω ότι με ακούς.
Ξέρω ότι με βλέπεις.
Στην καντηλήθρα πάνω ένα λιοκούκουτσο μου λέει πως θα 'ρθεις.
Μάντεψε τι θα φοράω.
Εκείνο το ξεφτισμένο μακό σου να με γνωρίσεις ξανά απ' την αρχή
Πάμε.....  

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Ηγήτορας της ομορφιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλιοβασίλεμα

Κι έρχονταν το ηλιοβασίλεμα κι έβαφε
με βαθύ πορφυρό τη θάλασσα πέρα ως πέρα.
Έμπαινες στα νερά με τα ρούχα σου, κολυμπούσες
κι αιμάτινο γίνονταν το σώμα σου από το στιλέτο του ήλιου.
Δίπλα σου περνούσαν μικρά ιστιοφόρα κι εκείνο
το τρικάταρτο καράβι με τους αθέατους επιβάτες.
Οι γλάροι εφορμούσαν πετύχαιναν το θύμα τους.
Σπαρταρούσε η ζωή ακυρώνονταν οι πνοές του θανάτου.
Όλα μες στη μαγεία της ομορφιάς.
Όλα μες στη μέθη της αρμύρας.
Κάπου κάπου ένα δελφίνι περνούσε ξυστά δίπλα σου.
Δεν παρέλειπες να του εκμυστηρευτείς τα μυστικά σου,
τους πόθους σου, τα πρώτα που έμαθες γράμματα.
Αποσβολωμένο σε άκουγε κι ήταν σαν εξομολογιόσουν
μπροστά στην ωραία πύλη πλάι στο πήλινο θυμιατό.

Έβγαινες απ΄τα νερά άλλος άνθρωπος.
Μέγιστος.
Ωραίος.
Άλκιμος.
Σε κοιτούσαν οι παραθεριστές και πίστευαν στα θαύματα.
Κυλιόσουν στην άμμο, αιμάτινοι βάφονταν οι κόκκοι.
Έπαιρνες δυο βότσαλα τα κροτάλιζες, ήχος οξύς.
Μια πεταλούδα εγκατέλειπε το μικρό θάμνο
ξαφνιασμένη τίναζε το σκόνη της πάνω σου.
Κι άλλαζες προς στιγμή έπαιρνες το χρώμα
της καστανής ζάχαρης.
Βούιζαν οι μέλισσες γύρω σου.
Έπαιρναν τους χυμούς σου κι έφτιαχναν το πιο
πλούσιο μέλι του κόσμου.
Βύζαινες το δάκτυλό σου σαν μικρό παιδί, γλυκαινόσουν
όπως γλυκαίνεται η κόρη στου έρωτα τη δίνη.
Κι ήθελες αυτή τη γλύκα να την μοιράσεις στον κόσμο όλο.
Στο πικράγκαθο, στην αγριάδα, στο ταπεινό πικροράδικο.
Έτσι που να έχουν τα παιδιά γλυκά και μεγάλα χαμόγελα.

Το βράδυ στην επιστροφή σε συνόδευαν δυο αρχάγγελοι.
Αιμάτινοι κι αυτοί όπως κι εσύ.
Σε κρατούσαν απ' το χέρι, πετούσες,
σαν που πετάνε οι ψυχές τα απογεύματα πάνω απ' τα μνήματα.
Πήγαινες στο σπίτι σε καλωσόριζε η μάνα σου,
χουζούρευε η γάτα στα πόδια σου, κελαηδούσε το καναρίνι.
Δεν έβγαζες τα ρούχα σου μην και χάσεις την μαγεία.
Στεκόσουν στο τραπέζι γευμάτιζες κι ήταν γλυκός ο άρτος,
το κρεμμύδι, η ελιά, το ντοματόρυζο
Σκεφτόσουν τους ποιητές κι έπαιρνες την πένα.
Άνοιγες το σημειωματάριο και σκάρωνες στίχους.
Τους έπαιρναν οι αρχάγγελοι στα φτερά τους.
-Μικρά σημειώματα στον Θεό-
Γινόσουν ο πιο διάσημος ποιητής των αιθέρων.
Χάιδευες την πλάτη σου κι αποκαλυπτόταν τα φτερά σου.
Κρυβόσουν, φοβόσουν, πάταγες τα πόδια σταθερά στο έδαφος,
μα μια δύναμη σε τραβούσε σαν μαγνήτης στα ύψη.
Ψήλωσες σαν την πιο ψηλή κορφή.
Μεγάλωναν τα γένια σου.
Μάκραιναν τα νύχια σου, γαμψά γίνονταν σαν του αετού.
Στον ύπνο σου έβλεπες ηλιοβασιλέματα, πεταλούδες, μέλισσες,
κι εκείνο το αγριόχορτο που του έδωσες το όνομά σου.
Μικρός γινόσουν Θεός με πλούσιο ρίζωμα κι ανοιχτές φτερούγες.
Γήινος κι αιθέριος συνάμα, άλλαζες το βιβλίο του κόσμου.
Ηγήτορας γινόσουν της ομορφιάς

Έλαβε μέρος στο 24ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε επιτυχώς η πριγκιπέσα μας  

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Διάψευση

Αποτέλεσμα εικόνας για βροχή

Μου το είπαν δυο αρχάγγελοι
πως βιγλάτορας είσαι των σύννεφων.
Εσύ στέλνεις την καλή βροχή, τις αστραπές,
το άγριο μπουμπουνητό που κουρδίζει
τις ράγες των τρένων με μπάσες νότες.
Σε παρακολουθώ κάθε που πιάνει να βρέχει,
κάθε που πιάνει να χιονίζει αθώα καρφάκια.
Πεντόβολα παίζω με τις αδερφές σου.
Κερδίζω, χάνω, δεν επιμένω.
Αφήνομαι στη χαρά του παιχνιδιού.
Αφήνομαι σε εσένα.
Να με δροσίζεις.
Να μου ξεπλένεις το δάκρυ.
Να μου χαρίζεις τόπο να ανθώ και να ψηλώνω
Λουλούδι μοιάζω, αγριοτριανταφυλιά
που στα μάτια σου παράξενα αναρριχώμαι.
Δεν έχω να πάω πουθενά.
Μου έλειψαν οι στράτες,
μου έλειψε το ελευθέρας της καρδιάς σου.

Κάθε που βρέχει λοιπόν,
αρχηγό μου σε ορίζω.
Μπαμπακένιες φοράω κάλτσες και βγαίνω στον κήπο.
Αγαπώ την υγρασία,
τις δακρυσμένες ορτανσίες,
τα μεστά πιο καιρού φραγκόσυκα.
Βγάζω το καπέλο μου και μαζεύω πεντέξι.
Αυτό το γεύμα μου.
Αυτή η κανάτα με τα αρχικά σου.
Αυτά τα βιβλία που ξεχώρισα να σου διαβάζω
-κάτω από τον ήχο της βροχής- στο άδειο σου προσκεφάλι.

Τίποτα δικό σου δεν πέταξα.
Εδώ η κορνίζα σου, εδώ το λαμπατέρ σου,
εδώ και τα δίδυμα φεγγάρια που μου χάρισες έναν Αύγουστο μήνα.
Όλα τακτοποιημένα, όλα στο "περίμενε".
Το κοστούμι σου, τα βερνικωμένα σου παπούτσια,
οι άθικτες κάλτσες σου.
Δεν ξέρω αν σε περιμένω κι εγώ το ίδιο.
Δεν ξέρω αν θα 'ρθεις.
Ένα μόνο γνωρίζω:
Πως δίχτυα 'γίναν τα χέρια μου
και μέσα τους φυλάνε τα λόγια σου που ψιθυριστά είναι κοχύλια.
Παλεύω να τα ξεκολλήσω.
Τη σάρκα τους να αγγίξω, τα καταφέρνω.

Ξαναγεννιέμαι.
Περιπολώ κάτω από τους φανοστάτες τα σπουργίτια.
Δεν με βλέπεις, όσο κι αν τα μάτια μου σπιθίζουν.
Μόνο με ακούς και κρυφογελάς στο λυτρωτικό "σ' αγαπώ" μου.
Τι τα θες, καιρός να μπω στο πλεούμενο.
Καιρός να ξενιτευτώ.
Έχω πολλά δικά μου έρημα σπίτια
και ένα χάρτη μη και μας ξεφύγουν τα μυστικά περάσματα.
Όρθιος σαν κυπαρίσσι να μείνει ο στύλος της μνήμης
σαν τη ψηλή μουριά μπροστά στη μάντρα του χασάπικου
με τα κρεμασμένα αστραφτερά μαχαίρια στα ζερβά.

Τι κι αν πουθενά δεν χωράς, εγώ δακτυλίδι θα σε φορώ
στο μεσαίο δάκτυλο.
Μπορώ στα ουράνια μπαλκόνια να ανεβώ για χατήρι σου.
Χώμα σου να γίνω αφράτο,
εκεί να σχεδιάζεις αχνά τους χρόνους της απουσίας.

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Η αρμονία των αντιθέσεων

Μπουμπούκιασε η φύση.
Βγήκαν ρωμαλέα τα πρώτα ζουμπούλια,
οι φρέζες κι οι λιλά βιολέτες.
Μοσχοβόλησε άνοιξη το σώμα κι ηδονικά
μαζεύει χυμούς από τις ολάνθιστες ζαρντινιέρες.
Μαζεύτηκε η στάχτη από τη γωνιά.
Στραβοπατώντας σαν μεθυσμένος γέροντας ο χειμώνας
μας εγκαταλείπει αγριεμένος, κουνώντας απειλητικά το ραβδί του.
Στάλα - στάλα πίνει ρούμι, σκοντάφτει σε μια ρίζα.
Κρύα έχει τα χέρια, φοβάται να στραφεί στους ανθόκηπους.
Φοβάται τις μέλισσες, τις πεταλούδες, το χνούδι της αγκινάρας
Καταπίνει το σάλιο του και φεύγει βλαστημώντας.
Έχασε την εξουσία του, έχασε τους έμπιστους φίλους του,
τον βοριά, τους κρυστάλλους, τα σκοτεινά απογεύματα
κι εκείνα τα μουντά δειλινά που με της λήθης παίζουν την τράπουλα

Στους αγρούς βγήκαν τα πρώτα αγριολούλουδα
Στο χωνάκι της παπαρούνας μεταλαμβάνουν οι κορασίδες
και ζητούν άφεση αμαρτιών, λες κι έχουν παραστρατήσει ποτέ.
Περιμένουν να βγουν τα λεμονάνθια, τα ανθογυάλια τους να στολίσουν.
Τους αγαπημένους τους να πάρουν, να ανεβάσουν με σκοινί διπλό
τους κουβάδες με το ανθόνερο.
Εκεί να λουστούν μετάξια.
Εκεί να ξανασμίξουν με τα γαλάζια όνειρα.
Εκεί να φιληθούν με την απαλή σάρκα των βλαστών.
Σφριγηλοί κι ωραίοι να να περάσουν πορφυρή κλωστή
στο νιόβγαλτο λουλούδι της ροδακινιάς, να καρπίσει αρώματα.
Χάρισμα να δώσουν, το χρυσό δακτυλίδι τους, στους κορυδαλλούς
που κατοικούν στις λαγκαδιές μαζί με τις μούσες.
Αφοσιωμένοι και δυνατοί να γεμίσουν με σχέδια τα μπράτσα τους
με το αίμα του αγριάγκαθου και μαζί να διαβούν τα πάθη της σταύρωσης.

Πάντα η ομορφιά θα κρύβει λίγο μαύρο στον πυρήνα της.
Πάντα η αγάπη θα συμπλέει με το όχι της μαργαρίτας.
Πάντα το ωραίο θα το σκάβει ο πανδαμάτωρ με το υνί του.
Αντιθέσεων αρμονία, βάρκα που βγήκε στη ακτή ξεχνώντας το κύμα.
Κόρη που ξέμπλεξε τις κοτσίδες της και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε.
Μάζεψε τα κομμάτια, άφοβος να βγεις στου έρωτα το λημέρι
Το κοπίδι του να πάρεις της λύπης να αφαιρέσεις το σκληρό νύχι.
Οργιαστικά να χορέψουν οι ντερβίσηδες στα παλάτια του ήλιου
κι αυτός να τους κεράσει χρυσά κουμπιά και εσπερινά φιλιά.
Φιλιώνουμε με το ξύλινο ξόανο του άγριου δαίμονα.
Διεκδικούμε το άπιαστο στις απόχες των σύννεφων.
Μαζεύουμε τετράφυλλα τριφύλλια τύχη να έχουν τα αποδημητικά.
Χαμογελάμε και λύνονται οι αλυσίδες των κρατουμένων.
Εμείς θα γεμίσουμε τα μπαλόνια με του πουνέντε τα ξυράφια.
Στα κιούπια μας πάντα θα έχουμε μια σταξιά λάδι, λίγο κρασί
και μια κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι μην και πεινάσει η άνοιξη
και τα παιδιά της τα πουλήσει μισοτιμής στους γυρολόγους.
Αρκεί να βρούμε τους τρόπους να πληρώσουμε το τίμημα ακριβώς.


Ελαβε μέρος στο παιχνιδι "Παιζοντας με τις λεξεις" με πραγματικά υπέροχες συμμετοχες
  

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Το κρουστό σώμα της ελπίδας


Αποτέλεσμα εικόνας για χιόνι

Βγήκε στο μπαλκόνι της.
Ψιλοχιόνιζε κι έβαλε το κασμιρένιο παλτό της.
Είπε να πιει τον καφέ της εκεί, μες την οργή του ανέμου.
Λάτρευε το χιόνι από παιδί ακόμα, λίγο όμως το γνώρισε
καθώς στην πατρίδα της σπάνια χιόνιζε στα πεδινά.
Πάγωναν τα πόδια της,
παρότι η επένδυση στα παπούτσια της ήταν πολλή χοντρή.
Διπλή επένδυση, παραγγελία στον τσαγκάρη της για τις βραδινές της βόλτες.
Τράβηξε την ξύλινη καρέκλα και κάθισε, χουχουλιάζοντας τα χέρια της,
που την πονούσαν πολύ απ' το κρύο λεπίδι.

Είχε βγει από έναν γλυκό ύπνο με σωτήρια όνειρα.
Τι ωραίο να ξυπνάς και να απολαμβάνεις τα λεπτά, τις μικροχαρές
Σωτηρία ο σκύλος της που κάθε βράδυ κοιμόταν στο πλευρό της.
Πηγή ευτυχίας η ματιά του που της δίνονταν ολοκληρωτικά.
Αποβραδίς είχε απλώσει τα σεντόνια της να αεριστούν,
κοκαλωμένα τα βρήκε το πρωί σαν τα πουλιά που δεν άντεξαν το ταξίδι.
Είχαν πέσει έξω οι μετεωρολόγοι που προέβλεπαν ηλιοφάνεια.

Το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της πως με το πρώτο χιόνι
θα εγκατέλειπε την υγρή κάμαρά της κι εκτεθειμένη θα έμενε στην παγωνιά.
Άναψε τσιγάρο και τράβηξε δυο τρεις γερές ρουφηξιές.
Είπε να κατέβει στο διπλανό καφέ, μα ήταν νωρίς, δεν είχε ανοίξει ακόμα.
Ο ουρανός φορούσε το βραδινό του φόρεμα.
Βαρύ φόρεμα φοδραρισμένο με καταχνιά και σύννεφα, πολλά σύννεφα.
Όμορφα ένιωθε έστω κι ας ήταν μόνη της.
Άλλωστε την είχε συνηθίσει την μοναξιά από τότε που αποφάσισε
να μετακομίσει σ' αυτή την φτωχική γειτονιά.
Εγκατέλειψε την μονοκατοικία της στα βόρεια προάστια
κι ήρθε εδώ το χνώτο να νιώσει της απλότητας και της ανέχειας την πέτρα να ζυγίσει.

Είχε αρχίσει να χιονίζει για τα καλά, βάραιναν οι νιφάδες.
Αγκάλιασε την πορσελάνινη κούπα της.
Κρύωσε κιόλας ο καφές της, τουλίπες χιονιού κάλυπταν την επιφάνεια του,
ήπιε μια γουλιά με την κρούστα του πάγου να γλιστράει στα χείλη της.
Άναψε δεύτερο τσιγάρο μολονότι είχε αποφασίσει από καιρό να το κόψει.
Άφιλτρο να την μεθά η νικοτίνη, δυνατά να τις ξυπνάει τις αισθήσεις.
Στα πόδια της χόρευε μια ουρά, ήταν το αγαπημένο της σκυλί.
Αξημέρωτα άφησε τη ζεστασιά της ξυλόσομπας να ρθει κοντά της,
την απαλή λευκότητα να απολαύσουν, τη μάνητα του ουρανού να χαρούν.
Θα το θυμόνταν για χρόνια αυτό το χιονισμένο πρωινό
κι ίσως να έπεφταν έξω οι κακές προαισθήσεις της.
Ήταν ευτυχώς ακόμα ασαφείς οι ενδείξεις.
Παρά τις προτροπές των γιατρών άναψε και τρίτο τσιγάρο.
Αυτή παρά τους κακούς οιωνούς τελικά θα τα κατάφερνε.
Έσμιγε ο καπνός με τις τρελές νιφάδες κι έπλαθαν κρουστό το σώμα της ελπίδας!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" κι ήταν μια θαυμάσια εμπειρία

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

Χριστουγεννιάτικη ζεστασιά

Αποτέλεσμα εικόνας για βιολιστής

Απόγευμα Χριστουγέννων και βγήκε
μια βόλτα στα λαμπερά δρομάκια της πόλης. 
Κρύο έκανε πολύ. 
Φόρεσε τα γάντια και την παλιά εσάρπα της μάνας της 
πάνω απ' το καμηλό της παλτό.
Έλαμπαν τα μπαλκόνια με μια πολυχρωμία που σκοτώνει.
Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. 
Όλα κλειστά, όλα αμπαρωμένα, 
εκτός από τις καφετέριες που βούιζαν σαν μελίσσι.

Είπε να πάρει το τρένο να κατευθυνθεί προς τη θάλασσα. 
Την αγαπούσε πολύ την αγριεμένη θάλασσα.
Έμοιαζε με την ένταση των παλμών της, 
χόρευε σαν το τρέμουλο των χειλιών της.
Σκέφτηκε πως η θάλασσα δεν θέλει καν στολίδια. 
Έχει τα κοχύλια της, τα φύκια της, τους αφρούς της
μα πάνω απ' όλα έχει τις γοργόνες της που για αιώνες σιγούν.

Το αποφάσισε στη θάλασσα θα πήγαινε 
εκεί που πληθαίνει το λιτό κι αυγαταίνει το ωραίο. 
Είναι Χριστούγεννα σήμερα και μόνο του δεν πρέπει να μείνει το κύμα.
Η αμαξοστοιχία αργούσε.
Ένας βιολιστής ανάδευε τα κέρματα στο καπέλο του.
Οι λίγοι ταξιδιώτες τον κερνούσαν γλυκά κι αχνιστά κρεατικά.
Υποκλινόταν κι έπαιζε εκστασιασμένος τις μουσικές του. 
Είναι τόσο όμορφο να βρίσκεσαι σε μια μισοάδεια πλατφόρμα 
με μόνη παρέα τους ήχους ενός ξεκούρδιστου βιολιού. 

Βούρκωσε απ' την τόση ευτυχία κι άλλαξε γνώμη στη στιγμή. 
Όχι δεν θα πήγαινε στη θάλασσα,
θα παρέμεινε εδώ παρέα με τον γηραιό βιολιστή. 
Μαζί να μιλήσουνε με τα θλιμμένα πρόσωπα των ταξιδιωτών.
Μαζί να μετρήσουνε τη χοάνη της μοναξιάς. 
Μαζί να ανοιγοκλείσουνε τα συρτάρια με τα σπασμένα αμύγδαλα. 
Ήταν η καλύτερη επιλογή 
κι άσε στο σπίτι τους άλλους χορευτικά και μουσικά να βλέπουν προγράμματα. 
Είχε στα ξυλιασμένα χέρια της όλη τη ζεστασιά του κόσμου. 
Στη θάλασσα θα πήγαινε αύριο να της πει τα μαντάτα.
Πήρε το δοξάρι κι άρχισε να παίζει.
Ο βιολιστής της χάρισε το μοναδικό του χαρτονόμισμα 
κι ένα χαμόγελο μικρού παιδιού που μια ζωή θα θυμόταν.

Έλαβε μέρος στο 22ο Συμπόσιο Ποίησης που έκανε θεσμό η φίλη Αριστέα
και της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια!!! 

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Πρωινή σαγήνη

Αποτέλεσμα εικόνας για ξημέρωμα

Χάραξε στο σύμπαν των πουλιών
Στα ηλεκτρικά σύρματα τα μυστικά τους πεντάγραμμα
κρυφά μεταφέρουν, ο ουρανός να τα δεχτεί.
Τραβήχτηκε στα μαύρα πέρατα το δίχτυ της νύχτας
Ξημέρωσε.
Στο μέτωπο της γης λαμπύρισαν αίφνης
οι λεπίδες μιας πρωτόφαντης χαράς.
Χαρά του έφηβου πριν πάει στο ραντεβού με το πρώτο χάδι.

Πάνω στο άρμα του πρόβαλε ο ήλιος
σκορπώντας τις ζεστές του γλώσσες στο αχνό γαλάζιο.
Χρυσάφι μάζευε το χώμα στις πόρους του
γλυκά να καρπίσει το σιτάρι, το τριφύλλι, το ξινόχορτο.
Βγήκα στη βεράντα με το θαύμα να μιλήσω
κι ήρθε μια δέσμη ηλιαχτίδων κι έδεσε
στους ώμους μου ένα απαστράπτον φουλάρι μεταξωτό.
Έλαμπα όπως λάμπουν τα ξάρτια της φρεγάτας
σαν μπαίνει αργά στο λιμάνι για να δέσει.

Κάθισα στην αιώρα του πεύκου.
Φύσαγε και το φόρεμά μου και μικρό γίνονταν ιστίο.
Ταξίδευα στη γεμάτη αινίγματα θάλασσα,
γύρω οργίαζε η ορχήστρα των τζιτζικιών και των εντόμων.
Εξαίσια αυγή που κόμπο - κόμπο μοίραζε 
το φως της στις αγριοσυκιές της ακτής.

Στο σπίτι η μητέρα ήταν απορροφημένη στις πρωινές ειδήσεις.
Κάποιοι μιλούσαν για την αποκατάσταση της αλήθειας.
(Μιας αλήθειας που τεχνηέντως αποσιωπούσαν)
Την δέσμια με βαριές αλυσίδες ασήκωτες
σαν τα πέτρινα χρόνια της φτωχής ηρωίδας
στην αγαπημένη εκπομπή της μαμάς.

Την προέτρεψα να βγει στην πρωινή δροσιά,
μια παρτίδα σκάκι να παίξουμε με τον ήλιο,
μια αλήθεια να του ψιθυρίσουμε στ' αυτί,
για μιαν ελπίδα που ζωντανή την κρατάμε για χρόνια
γιατί καλά γνωρίζουμε πως αν άμορφο γίνει είδωλο,
χαράμι θα πάνε τα αυγινά χαμόγελα
κι ο έφηβος που κουρνιάζει βαθιά μέσα μας
μονάχος του θα μείνει να ξιφουλκεί το αλλόκοτο κενό.

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που επάξια διοργάνωσε
η Μαρία μας με μια σειρά από αξιόλογες συμμετοχές  

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

Αναμονή

Αποτέλεσμα εικόνας για Σκοτάδι

Άναψε τα φώτα του ουρανού για να σε βλέπω.
Βαθύ έπεσε το σκοτάδι στα μάτια μου
απ' όταν συγγένεψες με τα βαθιά φαράγγια.
Άλλαξαν συνήθειες και τα ρολόγια
και διαρκώς με τις νύχτες ξενοκοιμούνται.
Στένεψε το φως.
Έσβησε και το φανάρι του δρόμου.
Δεν μπορώ να διακρίνω πια τα λεπτά φρύδια της σελήνης

(Στο μπαλκόνι ο κισσός κάτι μουρμουρίζει
δεν του απαντάς κι εμένα εχθρεύεται.
Κυκλώνει τα μαλλιά μου.
Περισφίγγει τις γάμπες μου.
Κομίζει νέες ψηφίδες στο θλιβερό μανιτάρι του φόβου.)

Βγαίνω στην αυλή ξυπόλητη με άδεια τα χέρια.
Ήχους ακούω απόκοσμους, βουερούς.
Υπερχείλισε το πηγάδι του κήπου και με σιγοπνίγει.
Σκούρα νερά μολεύουν το σώμα μου,
καταπίνουν τις γωνίες των ματιών μου, με μεταμορφώνουν.

Σφίγγω το σάλι μου, κρύβω τα δάκτυλά μου στα κρόσσια.
Στο πλαϊνό βουνό γυρίζεται μια ταινία τρόμου.
Κρύβομαι στον πλαϊνό μαντρότοιχο, προσωπείο φοράω.
Αμυδρά διακρίνω τα μάτια σου ή μήπως είναι μια παράνοια;

Κάποιος κλαδεύει μες στο σκοτάδι το αγιόκλημα
Πήγα να του πιάσω κουβέντα, να του μιλήσω για σένα,
για τις ώρες που τραβούν νωρίς τις κουρτίνες, για τα σκούρα νερά,
αλλά δεν είχα φωνή, δεν είχα χέρια και τα μαλλιά μου στα νερά πνίγηκαν

Πώς θα επιστρέψω σπίτι χωρίς την εικόνα μου;
Κίτρινα δόντια φυτρώνουν στο χώμα σαν απειλή.
Πώς να ξεφύγω;
Σκοντάφτω, πέφτω, πληγώνομαι..
Μάκρυνε ο δρόμος κι οι πέτρες αναπνέουν βαριά.
Στείλε μου τουλάχιστον ένα αστέρι να μου ανοίξει την πόρτα. 

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Μονομάχος

Αποτέλεσμα εικόνας για βόλοι

Ωριμάζοντας νόμιζα πως έπαιρνες
το κόκκινο του ροδιού στα μάγουλα.
Ήσουν το δεύτερο φεγγάρι του Αυγούστου
που είχα κρυμμένο στη σάκα μου,
τότε που με ποδιά μαθητική κι αψεγάδιαστο γιακά
προσηλωμένη μετρούσα τις πλάκες στα πεζοδρόμια
της μικρής μου πόλης:
(μ' αγαπάς δεν μ' αγαπάς)
Ανάλαφρα περπατούσα, με πέλματα που 'καίγαν,
σπαθίζοντας το γέλιο της φοινικιάς στα ολάνθιστα παρτέρια,
αμολώντας νοερούς χαρταετούς
στα ασπροσέντονα τ' ουρανού, καθάριο να σε βρει η μέρα.

Όμορφοι καιροί με δασκάλους αυστηρούς και κρύους
σαν τα καλοκαιρινά χιόνια που ξέμειναν
στις κορφές των αρσενικών βουνών και δεν λεν να λιώσουν.
Χλομιάζαμε μπροστά στη λευκή κόλλα,
μόνο εσύ χαμογελούσες και ψαλίδιζες περιστέρια
κάτω απ' το θρανίο.
Περιστέρια και άσπρες χήνες.
Θαρρώ πως πετούσες ψηλά πολύ,
- το ΄βλεπα -
φέρνοντας κελαηδισμούς στις χλομές αίθουσες,
μυρωδιές από αγριοτριανταφυλλιές και φιγουράτα νεραντζάνθια.

Κάποτε σε μια βόλτα μου χάρισες ένα γυάλινο βόλο.
Ώρες τον περιεργαζόμουν, ακτινοβολούσε σαν τα μάτια σου.
Πήγα σπίτι κι αμίλητη κλείστηκα στο πλυσταριό.
Κυλούσε το σαπούνι, κυλούσε κι ο βόλος
κι έκανα πως δεν ήξερα.
Τα ήξερα όμως όλα, απλά δεν σε χόρταινα,
απλά δεν σε ξεχνούσα.
Έπαιρνα μικρά ινδιάνικα βέλη και στόχευα ίσια στην αυλή σου.

Δεν με έπαιρνες όμως είδηση καθόλου.
Πάντα κάτι σκάλιζες:
Μια πέτρα, ένα ξύλο, μια φλογέρα, μια καρυδιά.
Αόρατη γινόμουν κι ερχόμουν κοντά σου,
να σου σφουγγίξω το αίμα απ' τα χείλη,
να σου πάρω ένα φευγαλέο φιλί.
Εσύ, κλειστό βιβλίο άδειαζες αχόρταγα το ποτήρι της σιωπής.
Δεν με αφουγκραζόσουν, πώς να αγγίξεις το αφανές;
Καρδιοχτυπούσα και διάβαζα τα μάτια
της μικρής Μαντόνας, να παρηγορηθώ.
Τσούλαγε ο βόλος κι εγώ έπαιρνα τη θέση του μονομάχου.
Στο κουτάκι με τα σπίρτα κλεισμένος
ένας άγουρος έρωτας συντρόφευε τις αγρύπνιες μου.

Έλαβε μέρος στο 21ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε με επιτυχία
η ακούραστη Αριστέα μας στη σελίδα της "Η ζωή είναι ωραία"  

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Σταγόνες πάχνης

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Λεπτό μαντήλι,
να μπαίνει το σιτάρι
της λειτουργίας.

Ισχνή ομίχλη,
μες στη στιλπνότητα
του πρώτου χιονιού.

Πάνω στο μίσχο
του μαραμένου κρίνου,
μια πεταλούδα.

Γέρικη μουριά
πλαταίνει τον ίσκιο σου,
σμήνος σπουργιτιών.

Μικρή λεμονιά,
πώς σκόνταψε τ' άρωμα
σε δυο σου φύλλα;

'Άγουρος καρπός
στου κοριτσιού τα στήθη,
ώριμος μοιάζει.

Σ' όχθη ποταμού,
δροσίζει τα φύλλα του
πεσμένος κλώνος.

Σπάει το ρόδι,
κι η γη ανεβάζει
ευθύς ρουμπίνια!

Δρόμους διανοίγει
γαλάζια πεταλούδα,
στα ερείπια.

Άβολες στέκουν,
ακόμα κι οι ομπρέλες
μέσα στη μπόρα!

Πύρινο τάσι,
απόψε το φεγγάρι
κοίτα μην καείς!

Κάτω απ' τα φύλλα,
καταφύγιο βρίσκει
μερμηγκοφωλιά.

Κρύσταλλα λάμπουν
στης λίμνης τον καθρέφτη·
έλα να πλυθείς                                                              

Πέταγμα πουλιού
και σκίζεται το πλέγμα
της φυλακής σου.

Δεν φτάνω το μπλε
τ' ουρανού ν΄ακουμπήσω,
ξεφτούν οι κορφές.

Ο καβαλάρης
σπιρούνισε τ' άλογο,
ή μήπως βρέχει;

Δες το μετάξι,
πως τρίζει στον αέρα
σαν φύλλο ξερό.

Σαν λιβελούλα,
στης νύχτας τα κατώγια
πετά η ψυχή.

Καθώς βραδιάζει...
φεγγίζουν στα μάρμαρα
καντήλια χλωμά.

Καμένη πλαγιά,
να 'ρθουν τα χαμομήλια
μ' άσπρες τις φούστες.

Σαν ομπρελίνα
στέκουν τα χαμομήλια,
μετά τη βροχή.

Ξάφνου το κύμα
ανέβασε στο βράχο,
προβιές αλατιού.

Πάνω στην πέτρα,
τις πληγές της σκόρπισε
μια παπαρούνα.

Άθικτη πόρτα
σε σπίτι γκρεμισμένο,
τρέμει το κενό.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Για μια βραδινή βόλτα...

Αποτέλεσμα εικόνας για βραδινη βόλτα

Καθάρισε το σπίτι,
έβγαλε απ' τους κάκτους τα αγριόχορτα,
κλάδεψε την παραφορτωμένη ελίτσα.
Χρόνια μονάχη, χρόνια αποκλεισμένη
σε ένα υγρό δυάρι κάπου στα Εξάρχεια.
Ο γάτος στην πολυθρόνα μισοκοιμισμένος γουργούριζε.
Βαρύς καιρός, με ένα ψιλόβροχο επίμονα σκεφτικό.
Είπε να παίξει την αγαπημένη της παρτιτούρα στο πιάνο,
να ηχήσει στο σπίτι η ζωή.
Δεν το έκανε, φοβήθηκε τη φωνή του γκιώνη
που είχε κουρνιάσει στο γερασμένο πεύκο
κι έδινε μαντεψιές.

Πήρε το ψαλίδι κι άρχισε να κόβει
την αγορασμένη πρόσφατα οργάντζα.
Θα έφτιαχνε ένα καινούργιο φόρεμα,
ταιριαστό με τα προγονικά σκουλαρίκια της.
Αυτοδίδακτη, χάιδευε το ύφασμα
κι αυτό ντροπαλά της μιλούσε.
Τέχνη είναι να συμβαδίζεις με το φως,
να κλαις μέσα σου και ξέφτια να μην αφήνεις στην καρδιά.

Θα το έραβε αύριο κι έτσι όμορφη
θα κατέβαινε τα σκαλοπάτια
Την αγαπούσε τη συνοικία της.
Αγαπούσε τα καφέ της, τα ταβερνάκια της
και τους πολύβουους δρόμους της.
Σίγουρα θα έκανε εντύπωση.
Σίγουρα θα αποσπούσε τα βλέμματα των νεαρών.
Είχε καιρό να βγει, σαν να κιτρίνισε λιγάκι το πρόσωπό της.

Την επομένη αφού έκανε όλα τα δέοντα το αποφάσισε,
έβαλε το βαρύ της άρωμα, χάιδεψε τον γάτο της,
τον πήρε αγκαλιά και έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Είχε παρέα τ' αλητήρια άστρα.
Άφησε στην άκρη τα άγνωστα μειδιάματα,
τις κινήσεις και τις παραινέσεις.
Αυτή μαζί με το σκέτο καφέ
θα μάθαινε πως είναι να φιλιώνεις
με τους εφιάλτες, αντί στο δάσος μόνη να πλανιέσαι.
Μονάχα το αριστερό γοβάκι την παίδευε λίγο
και μια καρφίτσα που ξέχασε να βγάλει απ' το μπούστο.
Κατά τ' άλλα το γκαρσόνι της χάρισε
το πιο πλατύ χαμόγελο κι ο γάτος της ένα μικρό ξέφτισμα στην πιέτα.