Φόρεσε μακριά άσπρα γάντια.
Άνοιξε τα χέρια της.
Πετούσε, ναι πετούσε.
Με αγριοπερίστερο έμοιαζε
που απέλπιδα ζητά το ταίρι του
πάνω από τις καλαμιές και τις
συστάδες των δέντρων.
Το παιδί δίπλα της άκουσε
τον ήχο των φτερών
κι αποκοιμήθηκε αποκαμωμένο
σαν μέσα σε τραγούδι κοτσυφιών.
Στο πρόσωπο του απλώνονταν
θριαμβευτικά η έπαρση του ύψους
και η αποδόμηση των συντεταγμένων.
Ένα αεράκι στα βλέφαρά του
το έσπρωχνε στη χώρα των ονείρων
εκεί που η βαρύτητα καταργείται
και μικρά φτερά ίπτανται πέρα
και πάνω από την όποια ύπαρξη
σαν επιδερμίδα νεογνού.
*
Λευκό στεφάνι
Η μητέρα ετοίμασε το γάλα.
Το μικρό παιδί συνοφρυώθηκε.
Ένα λευκό στεφάνι
σχηματίστηκε στα χείλη του.
Έκανε να σκουπιστεί
και μια αίσθηση ελευθερίας
το σήκωσε δυο μέτρα ψηλά από τη γη.
Η ακαταδεξια έχει άσπρο χρώμα
σαν το λευκό στεφάνι στα χείλη
του, στην παλάμη του και στο ανάστατο
βλέμμα της μάνας του.
Παραδίπλα ένα άγαλμα που είχε δει
τη σκηνή έριχνε
στον κερματοδέκτη της μοναξιάς
το τελευταίο του κέρμα.