Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

Μακρινό

Αποτέλεσμα εικόνας για Γλάροι

Θα σου φέρω διαλεκτό ανθόμελο αν γυρίσεις πίσω.
Μαζεμένο από αγρούς ακαλλιέργητους, αφημένους
στην καθολική αρμονία της φύσης.
Κάθε που ξυπνάς χαράματα να αλείφεις
στο ψωμί σου μ' αυτό.
Γλυκό να γίνεται το στόμα σου.
Γλυκιά να γίνεται η αναπνοή σου.
Στου κυρ Φάνη το λαχανόκηπο φύονται
οι πιο γλυκές φράουλες.
Ένα καλάθι ολογέμιστο δικό σου θα γενεί.
Φτάνει να έρθεις πριν χτυπήσουν τα σήμαντρα τη μέρα της γιορτής.

Ελαφροπατώντας μια νυχτιά θα ανέβω στη μουριά της αυλής,
κόκκινα να σου μαζέψω μούρα.
Από εκείνα που έβαφαν άλικα τη χείλη της γιαγιάς.
Φτάνει να μη μπερδέψεις το δρόμο κι άλλη στράτα διαβείς.
Θα ανέβω σαν αίλουρος στη στέγη τα μεσάνυχτα
μύρια να μαζέψω άστρα.
Στα πλακόστρωτα να τα αφήσω μονοπάτια σαν πυγολαμπίδες να λάμπουν.
Σήματα να σου στέλνουν.
Οδηγοί να γίνονται στα ταξίδια του νου σου.
Να μ' αγαπάς.
Να με γυρεύεις.
Να με καρτερείς.
Του γαλαξία θα μαζέψω το γάλα να παίρνει ανάστημα
ο έρωτάς μας, ψηλά να θωρεί, ουρανούς να κερδίζει.

Στην αμμουδιά θα πάω - εκεί που κάναμε νυχτέρια παλιά -
ολόλευκα να σου μαζέψω κρίνα.
Στο πέτο να τα βάλεις να ομορφαίνει η μορφή σου.
Στα χέρια να τα κρατάς, φιγούρες να κάνουν στον τοίχο.
Σκιές από ξάρτια στο μώλο του νησιού.
Σκιές από σύννεφα στου Ταΰγετου το αδρό παράστημα.
Να γελάς και να χαίρεσαι σαν παιδί μικρό.
Να μιλάς και να σείεσαι σαν τρελή περικοκλάδα.
Φτάνει να έρθεις κι είναι γιορτή αύριο μεγάλη.
Θα ντυθώ το φαρδύ μου φόρεμα με τις γαλάζιες νεραγκούλες.
Θα πιάσω τα μαλλιά μου κότσο, ευχάριστα να περνάς τα χέρια σου.
Θα βάλω και τη δερμάτινη σάκα του σχολείου μικρή να με νιώθεις παιδούλα.
Όμορφη να είμαι.
Μόνο για σένα να χτυπά η φλεβίτσα του λαιμού.
Ωραία να με θωρείς και ξανά να με θέλεις κοντά σου.

Πλάτυναν οι γωνίες από όταν έφυγες.
Περιπλανιέμαι.
Με τσιμπούν οι διαβήτες.
Με αγκυλώνουν τα μεταλλικά λόγια των νεκρών.
Έλα φοβάμαι να γυρίζω στα άδεια δωμάτια τις νύχτες.
Γέμισε καθρέφτες το σπίτι, δεν με αναγνωρίζω.
Έλα να μου μάθεις το όνομά μου.
Έλα να σμίξεις τις ώρες μου σε μία.
Η απεραντοσύνη κρύβει κινδύνους.
Αποσπά το μυαλό.
Μαδάει τα λουλούδια.
Ξεκολλά τις αρχαίες πόρπες.
Δώσε μου τον κόσμο σου κι εγώ θα χωρέσω στο μικρό σου νύχι,
σαν ένας γλάρος που σμίγει με τον αφρό και πάνωθε του μικρό γίνεται σημαδάκι. 

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

Οξυδέρκεια

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλίανθος βαν γκογκ

* Θα κάνω μια παράκληση στον ήλιο, την ώρα που αφήνει τον κόκκινο μανδύα του
στη σέλα του βουνού να μην ξεχάσει τα χλωμά χέρια της μάνας.
Ροζέ να βάψει τους ρόζους κι άλικη την συστοιχία των δακτύλων. Να περνά ο καιρός
σαν μια βραδινή πομπή κύκνων κόντρα στον απόλυτο οίκτο.

* Τα παράκτια χόρτα έχουν μια στιφάδα αλλιώτικη, σχεδόν παρθενική, γεύση εν τη γενέσει.
Λες και ποτέ τους δεν ξεδίψασαν, λες και ποτέ τους δεν φίλιωσαν με την αρμύρα.
Τα βράζει ο ψαράς κι αγκυλώνεται το στήθος του. Όπως κολλάει ο τροχός στα λασπόνερα
κολλάει κι η τροφή στον ουρανίσκο συσπώντας τους σπονδύλους.

* Πολύ θα ήθελα να ήμουν μια τσαλακωμένη λευκή σελίδα που πετάει ένας μαθητής στο δρόμο.
Εκεί να γραφτεί η ωραιότητα των στιγμιαίων εκρήξεων. Η ωραιότητα των απορρίψεων μπρος στο
ευγενές της νεότητας θυμικό.

* Ο ποιητής βλέπει τον κόσμο σε επάλληλους κύκλους σαν αυτούς που μια πέτρα
σχηματίζει στην επιφάνεια της λίμνης θορυβώντας. Ζει μακριά από γωνίες, τεθλασμένες
κι επίπεδα σχήματα.Είναι ο απόλυτος άρχων της στιγμής κι αυτή κλώθει στα ποιήματα.
Μικρές στιγμές τρεμάμενες σαν ιστός αράχνης στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

* Ο ηλίανθος έχει αμέτρητους σπόρους για να μετρά με ακρίβεια τα ταξίδια
του ήλιου στο στερέωμα. Είναι ο αφανής αδερφός του. Αυτός ο ακριβολόγος
και ο οξυδερκής που δεν ξεκουράζεται ποτέ και στο σκοτάδι σχεδιάζει να γίνει
αρωγός της όποιας τέχνης και το επιτυγχάνει.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Αρματηλάτης

Αποτέλεσμα εικόνας για Σπάει το κλαδί  δίχρωμη πεταλούδα  διπλώνει φτερά

Έβγαζες τις λαστιχένιες σου μπότες στην είσοδο
κι έμπαινε ορθόστηθη κι ασυγκράτητη η υγρασία στο σπίτι.
Οι κάλτσες σου μύριζαν θειάφι, καμένο ξύλο κι άψητο ψωμί.
Τις έβαζες δίπλα στο τζάκι για να στεγνώσουν,
τρύπιες μανταρισμένες με κόκκινη κλωστή.
Σε παρακολουθούσα με μάτια εκστατικά, δεν μιλούσες,
απλά κοίταζες τις φλόγες, ήξερες τη μυστική τους γλώσσα.
Σε καμάρωνα έτσι τραχύς κι ωραίος που ήσουν.
Μόλις είχες επιστρέψει απ' το κυνήγι ιδρωμένος και αψύς σαν νότιος άνεμος.

Ποτέ δεν έφερνες κυνήγι, μόνο που πάντα έλειπαν
πέντε έξι φυσίγγια απ' τη ζώνη σου.
Στον αέρα σπαταλούσες το μπαρούτι.
Είμαι βέβαιη πως ούτε μια μικρή τσίχλα δεν θα μπορούσες να σκοτώσεις,
πόσο μάλλον έναν αγριόχοιρο που καυχιούσουν στις παρέες σου πως σκότωσες.
Εγώ αινιγματικά σε κοιτούσα, δεν μιλούσα απλά ψήλωνες μέσα μου
όπως ψήλωνες στα μάτια των φίλων σου πόντους πολλούς.
Καμιά ενοχή.
Κανένα παράπονο.
Κανένα κρυφογέλιο.
Γυάλιζες το τουφέκι σου και γελούσες κι ήσουν ένας σωστός αρματοφόρος.

Έπαιρνα την τσίγκινη λεκάνη στην έδινα να πλυθείς.
Το μοσχοσάπουνο θόλωνε το νερό, μύριζε άγριο κέδρο και χαμομήλι.
Το πέλμα σου ελαφρύ, τριβόσουν με κινήσεις διστακτικές
σαν να φοβόσουν μην λαβωθείς.
Σου έδινα καινούργια ασπρόρουχα και την κεντητή πετσέτα της γιαγιάς
να σφουγγίσεις το νερό απ' τους αστραγάλους.
Ήσουν τρωτός και δυνατός μαζί.
Ήσουν γήινος μα και αιθέριος.
Πώς να σε περιγράψω;
Το χνώτο σου μύριζε έλατο, ψημένο καλαμπόκι κι αψιά τσουκνίδα.
Στοιχημάτιζα πως δεν σε γνώριζα.
Συλλογιζόμουν πως δεν σε κέρασα ποτέ γλυκό κρασί.
Όλα απ' την αρχή.
Εσύ, εγώ.
Η αγάπη μας, ο έρωτας μας, όλα απ' την αρχή.
Μπαίναμε στην εφηβεία του κόσμου καμαρωτοί κι ωραίοι.
Όλα απ' την αρχή, εσύ ο αρματηλάτης κι εγώ μια πειθήνια ενοχή,
μια παιδούλα που κάνει ξυραφιές στα τζάμια των πορνείων. 

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Το ανεπίδοτο γράμμα


Αποτέλεσμα εικόνας για Γράμμα

Έβαλα σήμερα γύρω απ' το τζάκι τα χρωματιστά λαμπιόνια της γιορτής,
μαζί με δυο κλαράκια γκι κι ένα ασημένιο άστρο στο κέντρο.
Έλα να τα δεις, ανυπομονούν να σε γνωρίσουν.
Έλα να νιώσεις την λαμπερή τους ρυθμικότητα.
Ίδια με την καυτή ανάσα σου μοιάζουν, γρήγορη ανάσα σπάταλη.
Εισπνοή εκπνοή και στιγμές λαμπρές από ήλεκτρο κι αφράτο χιόνι.
Έλα να χαρείς, άφησε πίσω το σκότος και τους νυχτερινούς εφιάλτες του χτες
Θα παραχώσω στη χόβολη καρπούς, ζεστούς να τους γευτείς.
Έτσι που είσαι ταλαιπωρημένος απ' τους δρόμους κάτι πρέπει να τσιμπήσεις.
Έλα να ζεστάνεις το χνώτο σου με το φως της κεραμικής λάμπας.
Απόψε που έχει ολόγιομο φεγγάρι λέω να μεθύσω,
όχι με αλκοόλ αλλά με την απαστράπτουσα ομορφιά της διάφανης νύχτας.

Στο πατάρι το καπέλο σου, ένα ζευγάρι λευκά γάντια κι ένα μονόκλ.
Περιποιημένα όλα και μέσα σε μεγάλα κουτιά τοποθετημένα,
σφραγισμένα με βουλοκέρι μην και τα αγγίξει η πούδρα της σκόνης.
Σου σιδέρωσα και το λινό σου πουκάμισο ατέλεια δεν θα βρεις πουθενά.
Έλα πριν φέξει κι έρθει η πούλια να με σκουντήξει με τον αγκώνα της.
Φοβάμαι μονάχη, φοβάμαι πολύ κι αυτός ο δυνατός αέρας ξήλωσε
τα κουμπιά απ' τον χιονάνθρωπο.
Πρωί τον έφτιαξα, πριν ακόμα ξυπνήσει η πόλη και θορυβήσουν οι δρόμοι.
Έμοιαζε μαγικός μ' αυτή την κόκκινη πιπερίτσα στα χείλη και το καρώ κασκόλ
στο γιγάντιο λαιμό του.
Μου πήρε ώρα να του στρογγυλέψω την τεράστια κοιλιά,
να του φορέσω τα μεγάλα μαύρα κουμπιά από το παλιό μου μαντό.
Έτσι που να μοιάζει αληθινός σαν ένας εσκιμώος μπροστά στην είσοδο του ιγκλού του.

Δεν υπερβάλω ζωντανεύουν τα πράγματα όταν τα αγαπάς πολύ, αν τους στέκεσαι,
αν με στοργή και πάθος ατέλειωτους διαλόγους πιάνεις μαζί τους τα βράδια.
Έλα έβαλα και τις κεντητές μαξιλάρες στο πάτωμα εκείνες που αγαπούσες από παλιά.
Στο χερούλι της πόρτας έχω αφήσει το γράμμα μου, ένα ποίημα είναι
που μιλάει αποκλειστικά για εσένα, για την λεπτότητα των χειλιών σου,
για τη διάπυρη γλώσσα σου, για τα αλαφιασμένα σου μάτια.
Είμαι καλή στις απαγγελίες θα το δεις, πόσο προσέχω σαν προφέρω κυρίως τις λέξεις:
Έρωτας, αγάπη, φιλί κασμίρι κι ανεμογύρισμα.
Ειδικά την πρώτη την φαντάζομαι σαν μια φέτα γλυκιά πορτοκαλιού,
σαν ξυλαράκι αποικιακής κανέλας.
Πήγα χτες κι αγόρασα κίτρινους φακέλους κι ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά.
Πρέπει να φωτίσω λίγο τη ζωή μου, να χρωματίσω τα έπιπλα με παλ χρώματα.
Τρομάζω στη σκοτεινιάτρομάζω στα χαμηλωμένα φώτα κι αυτή η συνοικία με θλίβει.
Αύριο, αν δεν έρθεις, θα πάρω το υπεραστικό τρένο να φύγω μακριά,
σε κάποιο βαγόνι θα σε συναντήσω σίγουρα, ξέρω πόσο αγαπούσες τα ταξίδια.
Δεν θα πάρω αποσκευές μαζί μου, μόνο αυτό το γράμμα που μιλάει για εσένα
κι ένα χάρακα ξύλινο να μου υπενθυμίζει πως κοντά σου ψήλωσα δυο πόντους.

Έλαβε μέρος στο Συμπόσιο Ποίησης της αγαπημένης Αριστέας όπου και θαυμάσαμε πολλές ομορφιές

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019

Ψίθυροι

Αποτέλεσμα εικόνας για μοναξιά

Απόψε να 'ρθεις, τώρα που η μοναξιά σαν ξυπόλητη ζητιάνα ζητά ακολούθους.
Απόψε έλα, φοβάμαι τη νύχτα, με απειλεί με τα κυρτά της νύχια συνεχώς.
Ναι απόψε σε θέλω, την ώρα που ενώνονται όλες οι εποχές σε μία ομιχλώδη σκιά.
Άναψα το τζάκι, έβαλα και χλωμά κεριά στα παράθυρα σαν σύθαμπο να μοιάζει.
Ζέστανα το σπίτι με του έρωτα τα κυπαρισσόμηλα.
Δες γύρω πως ευωδιάζει ο χώρος σαν καμένο ρετσίνι, σαν τη ψυχή του γέρου πεύκου.
Γιατί έχουν ψυχή τα δέντρα, μακριά χέρια και μεγάλους οφθαλμούς.
Βλέπουν, ακούνε, αισθάνονται, ξέρουν την αλφαβήτα του χώματος απέξω.

Άκου που σου λέω ξέρουν ακόμα και να μιλούν σε μια γλώσσα άγνωστη στους πολλούς.
Εσύ που έχεις σπουδάσει τη διάλεκτο των φύλλων θα καταλάβεις τι σου λέω.
Εγώ συχνά συνομιλώ μαζί τους κυρίως με τις λεύκες των πεζοδρομίων.
Έχουμε πολλά μυστικά, στήνουμε συμπόσια κι αγαπάμε τους τρελούς.
Θα έχεις ακουστά του Κωσταντή τις συνομιλίες, έτσι κι εγώ μπιστικά μιλώ μαζί τους.
Μια μέρα πάνε χρόνια που χιόνιζε κι αυτά τρεμούλιαζαν
τους έδωσα το κασκόλ μου και τα γάντια μου.
Τι χάρες έκαναν, δεν λέγεται, ακόμα το θυμάμαι, σαν να ήταν χτες.

Απόψε έλα, θα σου φτιάξω ζεστό τσάι με μύρτιλλα και μέλι.
Έχω και εκείνα τα παλιά γρατζουνισμένα βινύλια, στη μουσική τους να μεθύσουμε.
Γιατί ξέρω πως αγαπάς πολύ τη μουσική, τη ζωγραφική και τους περιπάτους στα μουσεία.
Χτες πήγα σε ένα μουσείο με περίεργα εκθέματα.
Δεν είχε αγάλματα, χρυσά περιδέραια, μάσκες και προσωπίδες
αλλά μόνο κομμένα ανθρώπινα μέλη.
Χέρια, πόδια, κεφαλές, ακροδάχτυλα και φαλλούς, τεράστιους φαλλούς σε στύση  
Όλα φτιαγμένα από πηλό.
Θυμήθηκα τα παιδικά χρόνια που φτιάχναμε ανθρωπάκια από πηλό
και κάτι τεράστια φίδια που τα διπλώναμε και τα μεταμορφώναμε σε καλαθάκια.
Τα στεγνώναμε στον ήλιο κι έπαιρναν ένα υπέροχο χρυσαφί χρώμα.
Ωραίες εποχές με ανοιχτές αγκάλες κι ευωδιαστά ρούχα από το σαπούνι της ελιάς.

Γι αυτό σου λέω, έλα μην αργείς να πλάσουμε μαζί πάλι τα ίδια ανθρωπάκια,
να φτιάξουμε κυματιστά καλαθάκια, να παίξουμε με τα καραμελόχαρτα σαν να είμαστε παιδιά.
Μα τι λέω τώρα, πως να τα κάνουμε όλα αυτά με ματωμένα τα χέρια από τη λάμα του πόνου.
Δεν πειράζει όμως έλα θα παίξουμε στο φινάλε με τα μαντήλια μου.
Θα δέσουμε πολλούς κόμπους για να ενώσουμε τον κόσμο,
να δώσουμε λίγο χρώμα στα παιδικά μάγουλα, να ρίξουμε το συρματόπλεγμα που μας χωρίζει.
Έχω πολλά μαντήλια ανοιχτόχρωμα όλα, μπορούμε να φτιάξουμε ένα τεράστιο κύκλο
που θα χωράει όλη τη πλάση.
Όμορφη πλάση, ολόδροση, λαμπερή, χρωματιστή, σφιχτά δεμένη με ίνες βαμβακιού
Έλα, φοβάμαι τα σταματημένα ρολόγια, τους ξεκούρδιστους κούκους, τα μεσάνυχτα και τη μοναξιά   Κρατάς το κλειδί, ξέρεις που ζω, γνωρίζεις τους χτύπους της καρδιάς μου δεν θα μπερδευτείς καθόλου.
Έλα!


Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Κάλεσμα

Αποτέλεσμα εικόνας για Χαμομήλι

Η μάνα μου μαζεύει τώρα χαμομήλια στους ουρανούς,
σε κάμποτα σεντόνια τα αποξηραίνει.
Πάντα μάζευε χαμομήλια η μάνα μου στην τεράστια ποδιά της.
Έβγαινε στους καθαρούς αγρούς και στα ψηλώματα, απάτητο να 'ναι.
Με μέλι μαζί να το πίνεις μου 'λεγε είναι γιατρικό.
Σε ηρεμεί, σε καταπραΰνει, σε ρίχνει σ' ένα γλυκό λήθαργο.
Ποτέ δεν έστεκε η μάνα ήσυχη:
Έβαζε μπουγάδα, έπλενε τις λάμπες, γυάλιζε τα πόμολα,
ξεχορτάριαζε το παρτέρι, έκοβε χαμομήλια με λεπτούς μίσχους κι έφτιαχνε στεφάνια.
Είναι Του Χριστού έλεγε να τ' αγαπάτε μην τα παραγκωνίζετε όσο ταπεινά κι αν μοιάζουν.
Τα έβαζε πάνω στα χριστόψωμα, στα βάζα τα τοποθετούσε.
Γέμιζε το σπίτι λεπτά αρώματα κι όταν τα έψηνε τα σούρωνε έπειτα με τα λεπτά τουλπάνια της.
Αχ μάνα καλή σου ώρα....πόσο μας γνοιαζόσουν!
Είσαι μικροσκοπική έλεγε σε εμένα να μην παρακουράζεσαι.
Να δέσει το σώμα σου και μετά βλέπουμε τι θα κάνεις.

Τις νύχτες ύφαινε η μάνα αετούς, κυνηγούς και κινεζούλες.
Χτυπούσε η σαΐτα κι εμείς ονειρευόμασταν ανοιχτωσιές,
κόκκινες παπαρούνες, λευκά ξωκλήσια και γλυκόλαλα αηδόνια.
Το πρωί κοσκίνιζε το αλεύρι, μύριζε το σπίτι νοικοκυροσύνη και προκοπή.
Έψηνε μεγάλους άρτους και καλόσχημα παξιμάδια.
Πότε αναπαυόταν δεν ξέραμε...
Άυπνη έμενε η μάνα, άυπνη και πάντα ενεργή σαν μελισσούλα.
Τα απογεύματα ασβέστωνε την αυλή με χωνεμένο ασβέστη.
Τάιζε τα σπουργίτια με τα ψίχουλα του μεσημεριανού μας τραπεζιού.
Φρόντιζε τις χελιδονοφωλιές και έδιωχνε πέρα τα αρπακτικά.
Αχ μάνα ώρα σου καλή....πόσο συμφιλιωνόσουν με τον κόσμο!
Είσαι σαν κλαράκι μου έλεγε να προσέχεις, έχει βοριά έλα μέσα
σου έχω έτοιμο ζαχαρόνερο να πιεις.

Τις Κυριακές η μάνα μας έκανε θαύματα.
Ανέβαινε στη σοφίτα και αέριζε τα ασπρόρουχα, ξεσκόνιζε το μπουφέ,
και συνομιλούσε με τους Αγίους.
Θυμιάτιζε το σπίτι κι ύστερα ετοίμαζε το φαγητό της Κυριακής.
Ψητό στο φούρνο με μπόλικο λάδι, σκόρδο και φρέσκια ρίγανη.
Γιόμιζε ο αέρας ευωδιές, γιόμιζε η αυλή μας παιχνιδίσματα.
Έστρωνε με τάξη το τραπέζι με το καλό σερβίτσιο,
τα κολονάτα ποτήρια και τα ανθισμένα τραπεζομάντηλα.
Γελούσε η μάνα μας, γελούσαμε κι εμείς ντυμένοι στα γιορτινά μας.
Φορούσαμε τα αμερικάνικα φορέματα με τους τεράστιους φιόγκους.
Καλοσιδερωμένα με τη μυρωδιά της λεβάντας.
Γιατί είχε λεβάντες πολλές στα παρτέρια η μάνα μας, λεβάντες δυόσμο κι άγριο θυμάρι.
Αχ μάνα ώρα σου καλή....πόσο ομόρφαινες τη ψυχή μας!
Είσαι μια μικρή παναγία μου έλεγε κι ο κόσμος σε φθονεί,
έλα να σου περάσω μια ματόχαντρα μάτι κακό να μην σε βρει.
Αχ μάνα μου πόσο με ήξερες, ποτέ δεν μεγάλωσα, ακόμα ποθώ τα χάδια σου
κι εκείνο το χαμομήλι να ξέρεις το κρατάω σε πάνινα σακουλάκια,
μην έρθει βοριάς μαμά και ποιος θα μου φτιάξει τότε ζεστό ρόφημα στη ζαχαρί σου κούπα. 

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Μονόλογος

Αποτέλεσμα εικόνας για ζογκλέρ

Όλα αφημένα στη σιγαλιά και της πρωινής λιακάδας.
Τα σεντόνια, τα ασπρόρουχα της κυρά - Ξένης
κι εκείνος ο παλιός αμφορέας που ο παππούς
τυχαία έβγαλε απ' το χώμα ένα απόγευμα
όταν μερεμέτιζε τα τοιχία του κάτω κήπου.
Άλλη μια ηλιόλουστη μέρα σεργιάνιζε στις εμπασιές της πολίχνης.
Βελανίδια στρωμένα στη γη κι ένα πλήθος χρυσοκόκκινα φύλλα
συνέθεταν ένα καθαρά φθινοπωρινό σκηνικό.
Που πας χωρίς τα καινούργια σου παπούτσια;
Τα αγκάθια θα σε πληγώσουν κι εκείνο το σκουριασμένο
συρματόσκοινο θα σου τρυπήσει τα πέλματα.
Αν άκουγες τραγούδια ή διηγήσεις νεκρών κάτι θα είχες μάθει:
Θα ήξερες πως η μοναξιά είναι ένα ραβδί σε γεροντικό χέρι
που χτυπάει ρυθμικά στα πλακόστρωτα και που δύσκολα το αποχωρίζεσαι.

Τα χέρια ελεύθερα κι η καρδιά να αναπηδάει σαν τόπι.
Γύρισε σε βοριά τριγύρω και της ψυχής ο φανός τρεμουλιάζει.
Απόψε δεν θα μαγειρέψω, θα φας κάτι  πρόχειρο.
Μια φέτα ψωμί από εκείνο που ζύμωσες το πρωί,
καμιά ελίτσα και λίγο γαλοτύρι.
Αν ακούσεις χτύπο στην πόρτα μην ανοίξεις.
Θα είναι εκείνος ο ζογκλέρ με την τεράστια μύτη.
Δεν με διασκεδάζει πια.
Βαρέθηκα τα ξεφτισμένα δίχρωμα ρούχα του.
Βαρέθηκα τις λουστρινένιες μπότες του.
Την στιχομυθία του που δεν καταλήγει ποτέ πουθενά.
Μην ανοίξεις λοιπόν με απωθούν τα χλωμά πρόσωπα
τα επίπλαστα χαμόγελα με τρομάζουν και τα άπληστα μάτια με διώχνουν.

Προχτές τον συνάντησα στο δρόμο ήτανε πιωμένος κι έκλαιγε.
Τον πλησίασα κι αυτός τότε άρχισε σαν τρελός να τρέχει
κρατώντας μια τεράστια μποτίλια στο χέρι.
Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου έβγαλε θρασύτατα τη γλώσσα.
Κάθισα στο παγκάκι συνοφρυωμένη κι ολίγον τι λυπημένη.
Τώρα γιατί στα λέω όλα αυτά δεν ξέρω
Ίσως να θέλω να σου ξυπνήσω το παιδί μέσα σου.
Εγώ μεγάλωσα κι από καιρό άρχισα να μην κόβω τα νύχια μου
Βιώνω θανάτους.
Βιώνω σκιές από μέταλλα.
Βιώνω πλαγιομετωπικές με τον έρωτα.

Τα ασπρόρουχα της κυρά - Ξένης πρέπει να στέγνωσαν.
Αν τα κρατήσει μια βραδιά έξω ακόμα θα τα γαργιάσει ο γαλαξίας.
Πάρε την τηλέφωνο να τα μαζέψει.
Στον αμφορέα έβαλα χτες το πρωί κίτρινα χρυσάνθεμα.
Δεν τα πρόσεξες κι η πικράδα απ' τ' άρωμά τους δεν σε συνεπήρε.
Πάω για ύπνο άλλαξα σεντόνια, έβαλα εκείνα τα νυφικά της μαμάς.
Ακόμα μυρίζουν λεβάντα και λουλάκι.
Αν σου χτυπήσει λοιπόν παρά τις αντιρρήσεις μου άνοιξε.
Μόνο μην του δώσεις να πιει θα αρχίσει πάλι να τρέχει και να χειρονομεί.
Αυτή η εικόνα ξέρεις θα περάσει στα όνειρά μου σαν εφιάλτης.
Α! ξέχασα να σου πω ήταν παλιός συμμαθητής μου και με ήθελε σαν τρελός.
Μόνο ψωμί να τον κεράσεις, ένα μεγάλο καρβέλι και θα δεις πως θα γαληνέψει.
Καληνύχτα εγώ θα συνομιλήσω με τους αγγέλους μου
Αύριο που ξέρεις μπορεί να βρέχει και να αδυνατούν να κατέβουν ως εδώ.
Καληνύχτα και μην ξεχάσεις να γυαλίσεις τα καινούργια σου παπούτσια.
Αύριο θα κατέβουμε στην πόλη να αγοράσουμε μια αλαβάστρινη κόρη.
Μου λείπει η συντροφιά κι ο καλός λόγος ειδικά τις νύχτες
που τόσο πολύ άρχισαν τελευταία να μεγαλώνουν.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Ετερόκλητοι συνεπιβάτες


Αποτέλεσμα εικόνας για τρένο

Πέρασε το τρένο των επτά και τέταρτο.
Παρά την μεγάλη ταχύτητα διέκρινα καθαρά τρεις φιγούρες στο δεύτερο βαγόνι.
Μια γυναίκα με μαύρο βέλο και τριμμένα παπούτσια,
έναν αρτεργάτη με μια ψάθινη καλαθούνα στα πόδια
και μια έφηβη -μαθήτρια θα 'ταν- με ένα τεράστιο κλουβί στο χέρι.
Στο κλουβί αν δεν κάνω λάθος ήταν μέσα  ένας παπαγάλος ή κάτι παρόμοιο
με χρυσοπράσινα φτερά κι ένα λοφίο γκρίζο.
Έφταναν ως το σπίτι τα κρωξίματα, οι συζητήσεις των επιβατών,
τα χαρούμενα γέλια των παιδιών κι οι τυπικές χειραψίες των ευυπόληπτων.
Βγήκα στην βεράντα.
Ο συρμός προχωρούσε κόβοντας λίγο την ταχύτητα του.
Ένας μεσήλικας με ημίψηλο καπέλο
και μ' ένα κόκκινο μαντήλι στα χέρια με κοιτούσε διερευνητικά.
Έμοιαζε με ζογκλέρ ή με μάγο, ίσως όμως και να ήταν και συγγραφέας
αστυνομικών διηγημάτων, το ύφος του τον πρόδιδε για κάτι τέτοιο.
Σίγουρα κατέγραφε τα βλέμματα, τις κινήσεις, τα ακατάληπτα λόγια των τρελών
για να τα χρησιμοποιήσει σαν υλικό για τις επόμενες ιστορίες του
Κούνησα το χέρι μου δεν σάλεψε καθόλου απλά το βλέμμα του έγινε πιο επίμονο.
Ποιος ξέρει μπορεί να ήμουν η επόμενη ηρωίδα του,
αυτήν που την εξαφανίζει μια σπείρα κακοποιών ζητώντας απ' τους οικείους της υπέρογκα λύτρα.

Μπήκα αναστατωμένη στο σπίτι, τράβηξα τη βαριά κουρτίνα για να μην τον βλέπω.
Το βλέμμα του όμως ήταν εκεί και με πολιορκούσε.
Βδελυρό, υποχθόνιο, σαρκαστικό σαν να μου καταλόγιζε κάποιες απροσδιόριστες ευθύνες.
Η κυρία με το μαύρο βέλο μου πρόσφερε ένα μήλο για να με γλυκάνει.
Στα πόδια της είχε ένα φιδοπουκάμισο και μια σπασμένη κορνίζα.
Έμοιαζε ταραγμένη και μάλλον κάποιο κακό προαίσθημα φαίνεται να την τριγύριζε.
Πλησίασα τη νεαρή μαθήτρια, χουχούλιαζε τα χέρια της, παρότι δεν έκανε κρύο
ίσως να το έκανε από αμηχανία, με κοίταζε με απάθεια και με μια μικρή δόση οίκτου.
Το πουλί εναγώνια πάλευε να βγει από το κλουβί
προτάσσοντας τα νύχια του και το γαμψό του ράμφος πήγα κοντά του ανήμπορη όμως να το βοηθήσω.
Σάστισα πολύ σαν το άκουσα  στη συνέχεια να μιλάει:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι".
Η μαθήτρια το πρόσταζε να σταματήσει αυτό όμως απτόητο συνέχιζε:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι". "Έχει πονοκέφαλο η κυρία;", "Με λένε Φώτη, Φώτη, Φώτη".
Στο λοφίο του είχε κάνει κατάληψη μια αράχνη με μαύρα τεράστια πόδια.
Έπλεκε έπλεκε συνεχώς
και με την ταχύτητα που είχε πάρει
σε λίγο θα κάλυπτε όλο το κλουβί μαζί με τους ήχους, τα κρωξίματα και τα σπάταλα λόγια.
Έστρεψα αλλού την προσοχή μου, άλλωστε φοβόμουν από μικρή αυτά τα έντομα.
Ανατρίχιαζα και μόνο στη θέα τους.

Ο αρτεργάτης έστριβε τσιγάρο, η καλαθούνα στα πόδια του ήταν σάπια
και τα ψωμιά που είχε μέσα μουχλιασμένα.
Με χαιρέτισε με καλοσύνη και μου πρότεινε να χορέψουμε μαζί ένα βαλς.
Με ευγένεια του το αρνήθηκα.
Η εμφάνιση μου δεν ταίριαζε με τίποτα για ένα τέτοιο εγχείρημα.
Είχα σκισμένες κάλτσες, πολύ κοντό φόρεμα και μου έλειπε το οβάλ καπέλο.
Με αγνόησε και συνέχισε να καπνίζει λίγο θυμωμένα.
Ύστερα πήρε στα πόδια του ένα μεγάλο σακί γεμάτο αλεύρι
κι άρχισε να πλάθει ψωμιά σε σχήμα πλεξούδας, σπαταλώντας αρκετά
λίτρα νερού.
Θέλησα να τον βοηθήσω αλλά μου το αρνήθηκε,
χαρακτηρίζοντας με άπειρη για μια τέτοια εργασία.
Απομακρύνθηκα και βουβή πήγα στη κάμαρά μου.
Αύριο θα έφευγα ταξίδι κι έπρεπε να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου.
Είχα πλέον μια μεγάλη ετερόκλητη παρέα, μια αμυχή στο μέτωπο από τα νύχια του παπαγάλου
κι ένα περιδέραιο από χαρούμενα παιδικά χαμόγελα.
     

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Χωρίς στοιχεία

Αποτέλεσμα εικόνας για φεγγάρι

Σε περίμενα αποβραδίς.
Είχα βάλει τα καινούργια μου λουστρίνια
κι εκείνο το πλισέ φόρεμα που αγοράσαμε μαζί.
Στο ραδιόφωνο έπαιζε Μπαχ.
Η γάτα κυνηγούσε ένα θεόρατο έντομο,
θαρρώ αράχνη πως ήταν ή ένας μεγαλόσωμος σκορπιός.
Η ζωή μου γέμισε ιστούς και υποδόριες δαγκωνιές.
Έμεινα να κοιτώ το κενό να ασπάζομαι μικρά χαλικάκια.
Μόνη χωρίς μια αγκάλη ζεστή.
Μια αδιάφορη ζωή σαν πληκτική ταινία παλιάς δεκαετίας.
Μπροστά μου ήσουν μα απουσίαζες στην ουσία.
Πλανιόμουν, άνοιγα τα χέρια σε έκταση.
Έφυγες ξαφνικά πριν σπάσουμε το ρόδι στο πάτωμα,
πριν ανοίξουμε την κασέλα με τα όνειρα κι είχαμε τόσα πολλά να μοιραστούμε.

Τυχερή δεν υπήρξα,
μόνο έναν κύκλο έκανα γύρω από τα παιδικά χαμόγελα,
μια περιστροφή γύρω απ' τον εαρινό ήλιο διέγραψα,
στη συνέχεια δόθηκα του φεγγαριού.
Μισή σκοτεινή μισή φέγγουσα.
Να αλλάζω μορφές και διαστάσεις επανειλημμένα.
Ανολοκλήρωτη σχεδόν πάντα τραβούσα με δύναμη την ουρά των αστεριών.
Τι να το κάνεις, ονειροπολούσα, χαριεντιζόμουν με τον φόβο.
Κοιμόμουν παρέα με άγουρα αγόρια,
καθάριζα το πρόσωπό μου με ροδόνερο,
έπαιρνα σκαλιστήρι και ξεχορτάριαζα της αγάπης τα ψιχία
Πάντα κάτι έκανα, αργόσχολη δεν υπήρξα.
Έφτιαχνα κόσμους ιδεατούς κι ακουμπούσα πάνω τους την πλάτη μου.

Ψύχραινε συχνά ο καιρός και δεν είχα ρούχο ζεστό.
Πάγωναν τα πέλματα.
Πάγωναν ασχημάτιστα τα χείλη μου.
Ριγούσε το στήθος, τρέμαν οι ρώγες.
Έπαιρνα μια μαύρη εσάρπα, τυλιγόμουν.
Σκάρωνα με το μισό του φεγγαριού ιστορίες με ιππότες και ξωτικά.
Έλειπαν τα παιδιά, οι μανάδες, τα αδέρφια.
Καρφίτσωνα τις ιστορίες μου στους κάκτους,
ίσως κάποιο σπουργίτι ή ένας σπίνος να τις καταδέχονταν.
Πού να προσφύγω;
Με κόβουν κι αυτά τα λουστρίνια και το πλισέ φουστάνι σαν να κόντυνε,
Κλείνω το ραδιόφωνο.
Κλείνω τα στόρια.
Μετράω απ' την αρχή, δεν μου βγαίνει σωστό το άθροισμα.
Πάντα μονά τα ψηφία.
Πάντα διπλή η μοναξιά.
Αν βγω στους δρόμους ίσως σε συναντήσω, αλλά δεν έχει φεγγάρι απόψε.
Κι αν γλιστρήσω ποιος θα με σηκώσει;
Ποιος θα συμπληρώσει το άλλο μου μισό;
Έφυγες και δεν άφησες ούτε ένα στοιχείο σου.
Πού να σε ψάξω;
Στα καφέ που σύχναζες κατέβασαν τα ρολά και τ' αστέρια αδιαφορούν.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Άγγιγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για βοριάς

Πρόσεχε τώρα που αλλάζει ο καιρός. 
Τώρα που η ομίχλη κυκλώνει με πυκνές τούφες την πόλη.
Κοίταξε να φοράς τα σακάκι σου. 
Τι συνήθεια κι αυτή να το θες πάντα ανάρριχτα. 
Θα παγώσεις.
Θα σε πιάσει πάλι εκείνος ο επίμονος βήχας 
και το χαμομήλι δεν κάνει τίποτα.
Που λεφτά για θεραπεία.
Που λεφτά για γιατρούς 
κι εκείνη η χοντρή κουβέρτα θαμμένη είναι στο χώμα
μαζί με το άψυχο σώμα του αγαπημένου μας σκύλου.

Χιόνισε στις γύρω κορφές χτες βράδυ.
Κρύωσε το σπασμένο μπαστούνι της γιαγιάς. 
Πού να στρέψω την προσοχή μου;
Συνεχώς να σας νοιάζομαι.
Διαρκώς να είμαι παρούσα. 
Πρόσεχε, εγώ έχω θητεύσει στο κρύο, ξέρω.
Χιονίστρες δεν έβγαλα παιδί,
η μάνα απορούσε τα αδέρφια ζήλευαν. 
Γελούσα μαζί τους, περηφανευόμουν, ήμουν σκληροτράχηλη 
Δεν φοβόμουν καιρό, ασήμωνα ένα αστέρι και περπατούσαμε μαζί 

Λυσσομανά ο βοριάς σαν χαλασμένη χύτρα.
Πρόσεχε, θα αρπάξεις καμιά πούντα.
Δεν κάναμε κάτι και για αυτό το τζάμι που έχει σπάσει.
(Μόνοι μας το χτίσαμε το σπίτι, 
δεν το πόνεσες όμως ποτέ,   
έστρεψες όλη σου την αγανάκτηση πάνω του)
Έβαλα πρόχειρα ένα χαρτόνι στο ράγισμα, 
μα τι τα θες κανένα το όφελος, μπάζει.
Φέτος θα φυτέψω ζουμπούλια,
θα τα βάλω μπροστά στο στο παράθυρο να μην φαίνεται η ζημιά. 
Μα ως τότε τι; 
Είπα να βάλω ένα παλιό μου ποίημα, μα δειλιάζω,
φοβάμαι κι αυτό το φεγγαρόφωτο μη το περιφρονήσει.
Αλλά εσύ πρόσεχε.
Έρχεται η νύχτα κι εγώ ξάγρυπνη θα μείνω, 
να προσέχω τον σφιγμό σου, 
να σου γράφω ποιήματα που δεν θα διαβάσεις ποτέ
κι εκείνη η χοντρή κουβερτούλα θα με ακουμπά απαλά κάτω απ' το χώμα