Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Αδιέξοδα μονοπάτια

Αποτέλεσμα εικόνας για σημύδες

Έπρεπε να φροντίζω την καρδιά μου, να τη νανουρίζω νωρίς να κοιμάται.
Πετούν χαμηλά τα πουλιά σήμερα,
κάποιοι λένε πως είναι σημάδι μιας επερχόμενης βροχής,
μα εγώ λέω πως είναι προμήνυμα μιας ξαφνικής θλίψης.
Ξυπνάς το πρωί,
αποφεύγεις να κοιτάξεις τον ουρανό, ξέρεις πως κάπου εκεί ψηλά
κυκλοφορούν άνθρωποι με μαύρους μανδύες,
κυκλοφορούν φονικά μαχαίρια που ξέρουν που ακριβώς να χτυπήσουν.
Μη δίνεις σημασία στα λόγια μου,
άνοιξα τη φιάλη και στην αψάδα της παραδόθηκα

Κοίτα τα χέρια μου πως λέπτυναν,
κοίτα τα πόδια μου πόσα μονοπάτια χαιρετούν.
Είμαι εδώ και εχθρεύομαι το φρέσκο αέρα.
Χτες στο παρκάκι ένας τρελός μαστίγωνε τα δέντρα,
τους φράκτες, τα αδέσποτα και τα στεκάμενα νερά.
Φοβήθηκα να πάω κοντά του,
ένιωθα αδύναμη μπροστά στο βλέμμα του,
σαν να με χτύπησε ξαφνικά ένας θερμός στρόβιλος.
Παράμερα στο παγκάκι αφημένα δυο ζευγάρια γάντια,
θέλησα να τα φορέσω ή να τα πάρω μαζί μου,
μα ήταν αδύνατον να τα πιάσω ζεμάταγαν σαν καμένη σάρκα.
Έφυγα κι ήθελα να πάρω αυτόν τον τρελό μαζί μου,
μα πως να αρθρώσω λέξεις, πως να βρω ένα δεύτερο εισιτήριο,
άλλωστε τα σκαλοπάτια μου σε σπασμένες κλίνες οδηγούν.

Κρέμονταν οι εφημερίδες,
σαν μαύρα πολυχρησιμοποιμένα ρούχα,
μπροστά από τις στάσεις των λεωφορείων.
Κάποιοι τις κοιτούσαν, κάποιοι με μένος τις ξέσκιζαν.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να υπάρχεις,
αλλά λίγοι να σε χωρούν, άπειροι να σε συνθλίβουν.
Να, όπως ξεφλουδίζεις ένα ώριμο καλαμπόκι
κι αποκαλύπτεις πολλαπλάσια τα σάπια δόντια να σε απειλούν.

Βιάζεσαι να βρεθείς στο καπνισμένο σκηνικό,
φοράς το σακάκι σου ανάποδα,
γεμάτες οι τσέπες σου με παλιές μου επιστολές,
φοβόσουν μην τις δουν αδιάκριτα βλέμματα.
Μια προφύλαξη μόνο δεν πήρες, να σφραγίσεις καλά το φάκελλο
με τα ποιήματα τα που σου είχα γράψει
κι έφυγαν στα τρίστρατα άλλους να συντροφεύουν,
σε άλλους να δείχνουν το σκαμμένο τους πρόσωπο.
Εκείνες οι σταγόνες στα μαλλιά τους είναι τα δάκρυα μου που γκρεμίστηκαν.
Μην τα ψάξεις, στις ρίζες τους τα κρατούν οι σημύδες
κι 'όσο αν θέλεις να τα περιμαζέψεις μια στρατιά αγγέλων τα διεκδικεί.

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Οι δρόμοι των ονείρων

Αποτέλεσμα εικόνας για Παλιό σκαρί

Κοιμήθηκα μ' ένα αστέρι απόψε,
ένα αστέρι που είχε αποδράσει
από τον καμβά ενός πίνακα του Μιρό.
Λαμπρό αστέρι ακτινωτό.
Είδα φεγγερά όνειρα:
ένα λιβάδι με ηλιοτρόπια, ένα ποδήλατο ασημένιο
και μια πλατεία πνιγμένη στο φως.
Υγρό το μαξιλάρι μου το πρωί.
Μόχθησα απ' τις τόσες πολλές διαδρομές.
Κάπου στα μισά συνάντησα κι εσένα,
ήσουν πάνω σε μια κληματαριά κι έκοβες σταφύλια
Μαύρα σταφύλια στο μέγεθός μιας μικρής ελιάς.
Δεν με κοίταξες, είχες τα μάτια γεμάτα θερινούς χυμούς
και στα χέρια κρατούσες λεπτό λεπίδι
κι έμοιαζε σαν να χαράκωνες της λήθης το σταχτόμαυρο κιούπι.

Το πρωί είχα στα μαλλιά μου ένα αθάνατο φως.
Συγύρισα τις δίχρωμες ορτανσίες,
ανέβασα στα σκαλοπάτια δυο άγουρα μήλα,
δρόσισα τα φύλλα της κλαίουσας με πρωινή δροσιά,
πήρα μια κορδέλα κι έδεσα τα μυστικά μου.
Από παιδί είχα πολλά μυστικά,
στο ημερολόγιο μου ζωγράφιζα τουλίπες, κρινάκια της άμμου
και λυγερές κληματσίδες.
Ακόμα υπάρχει αυτό το ημερολόγιο,
ποτέ δεν το ανοίγω, τυφλό το αφήνω να τρέχει στις νύχτες,
να σβήνει τα κεριά της εισόδου,
να παίρνει τη σκόνη απ' τα βιβλία μ' ένα χρυσό φτερό,
να εμπεριέχει άρρητα λόγια και οβάλ καθρεφτάκια
Αναμνήσεις θα μου πεις, χρωματιστά χαρτάκια στο ξύλινο τέμπλο
μια αλειτούργητης μνήμης που στο βάθος πονά,
μην το εξετάζεις.

Χτες το απόγευμα άπλωσα τα σεντόνια στο ερημικό σπίτι,
όχι για να καλύψω τα έπιπλα, ξέρω να συνομιλώ με τους νεκρούς,
χωρίς να φοβάμαι,είναι τόσο αθώοι.
Απλά θέλησα να βγάλω στην επιφάνεια το ανεπιτήδευτο των στιγμών μας.
Ευωδίαζαν λεβάντα και λιωμένη καραμέλα,
γέμισε το σπίτι γλυκές νότες παιδικής επιδερμίδας
Ύστερα τα άπλωσα στις κρεμάστρες της εισόδου
κι ήταν σαν να ταξίδευα με χίλια πλοιάρια ανοιχτά της θάλασσας.
Βρέθηκα σε νησιά ακατοίκητα, σε σπηλιές με χάλκινες γοργόνες,
σε ακρωτήρια με αφρισμένα τα μυώδη μπράτσα.
Πόσο θα ήθελα να βρω ναυαγούς ή έστω μια πειρατική λέμβο,
διαύλους να μου δείξουν.
Ολομόναχη πήγαινα με ανάρριχτο στους ώμους το σακάκι σου.
Αν κάποτε ρθεις θα σου μιλήσω γι αυτά τα ταξίδια,
μόνο μη ξεχάσεις να μου φέρεις τα κλειδιά
κι εκείνο κεχριμπαρένιο κομπολόι που ταιριάζει με τα δάκτυλα μου.
Ξοπίσω στην αυλή έχω  κρύψει τα εισιτήρια κι ένα χάρτινο αστέρι,
μην ξεχαστείς.
Πένθησαν οι σελίδες μου απ' τα πολλά αγκυροβόλια.
Μόνο εσύ μπορείς με τ' ανθισμένα σου χέρια τα σκαριά μου να βυθίσεις. 

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Χωρίς ερώτηση

Αποτέλεσμα εικόνας για Σελίδα

Γύρισε φύλλο η ζωή μετά από εσένα.
Κιτρινισμένοι τοίχοι, θολά τοπία,σκιεροί βράχοι,
περιχαρακώνουν τα μάτια μου.
Χτες πήγα να μαζέψω άγριες ορχιδέες,
απόκρημνος τόπος, πετρώδης.
Πρόσεχα τα βήματα μου λες και κάποιος
με είχε πάρει στο κατόπι.
Στα όνειρά μου βλέπω πως πάντα
κατεβαίνω ρεματιές γεμάτες οξιές.
Ονοματίζω με σπάνια ονόματα τ' άγνωστα άνθη,
Τα συλλέγω προσεκτικά και τα ακουμπώ στην ποδιά μου.
Έπειτα λαχταρώ να βρεθώ ξυστά στο δροσερό ρυάκι,
Γυμνώνω τα πόδια μου κι είναι σαν να διεισδύω στο άχρονο,
κρουστά νερά, απάτητες πέτρες αιχμηρές, παλλόμενες καλαμιές.
Ματώνω το φέρεμά μου, ματώνω την άγρια όψη της θλίψης.
Ξαναβρίσκω το νόμισμα τυλιγμένο σε μια εφημερίδα παλαιική.

Αγόρασα φτενά παπούτσια να σου αρέσουν,
Φόρεσα το καπνισμένο πουκάμισο της λήθης
Ευρύχωρο, απαλό σαν παιδικό χεράκι απλωμένο.
Έτσι σιγά - σιγά ξαναγυρίζω τις σελίδες σου.
Αποστηθίζω τα κεφάλαια της ζωής που σου άρεσαν,
(βουτιές στη μουσική, βουτιές στο περίπου)
Κρατώ την αναπνοή μου σαν να βρίσκομαι κάτω από το νερό.
Τα βράγχια μου είναι απαραίτητα.
Μια γοργόνα με κοιτά καχύποπτα.
Κι αν προσμένει μια ερώτηση καινούρια,
εγώ δεν έχω καμία να της πω.
Μόνο στα κοχύλια εμπιστεύομαι τις λέξεις.
Μεταφράζω ήχους, τα καταφέρνω
Στην επιφάνεια ζει ένας πληγωμένος ναυαγός.
Τον προσκαλώ στη γιορτή μου,
μου φέρνει δώρα και μια ακριβή ευχή.
Δεν θα στην αποκαλύψω.
Οι ευχές χάνουν την αξία τους,
αν τις ζυγιάζεις στα γυμνά μπράτσα του εφήμερου.

Ο πατέρας είχε πάντα δίκιο
κι αν έλαβε μέρος σε μάχες δεν λάβωσε κανένα.
Έκαψε το χέρι του το μπαρούτι,
πάντα σημάδευε προς τα μέσα,
ποτέ δεν υπήρξε δίβουλος.
Του άρεσε να οργώνει τις πεζούλες,
να κρύβει το στάρι στις αποθήκες των φτωχών,
να περνά στη βίβλο κομμάτια της ζωής του.
Όταν κάποτε με πήρε στην αγκαλιά του, του θύμωσα.
Είχε τραχιά χέρα και σκληρούς μυώνες
Αποτραβήχτηκα φοβισμένη αλλά είχα αρπάξει κρυφά μια φλογίτσα.
Δεν του το μαρτύρησα.
Από τότε μια ενοχή με ακολουθεί.
Μια αμφιβολία αν πραγματικά υπήρξε κι αν με άγγιξε ποτέ έστω για λίγο.
Κάθε βράδυ περιποιούμαι αυτή τη φλογίτσα
Μια μέρα μάλιστα την έκλεισα στα μάτια μου,
έλαμπα σαν βραδινός αστερισμός στην αυλή του πατρικού.
Μεγάλωνα κάθε μέρα κι από έναν χρόνο.
Πέντε χρονών κι είχα κιόλας άσπρα μαλλιά.
Ο πατέρας ποτέ δεν άσπρισε όπως κι εσύ άλλωστε.
Έτσι μπορώ να σε θυμάμαι νέο κι αρυτίδωτο,
σαν μια κορασίδα χωρίς ίχνη στα ακροδάκτυλα.
Μια σελίδα μόνο θα 'θελα δικιά σου ακόμα.
Εκεί να ακουμπήσω τον ώμο μου, αδειανό να αφήσω το ποτήρι
με το γλυκό λικέρ της αγάπης να με ζεσταίνει.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Μετά τη βροχή

Αποτέλεσμα εικόνας για μετά τη βροχή

Έγειρες στο χώμα και κοιμήθηκες.
Υγρό χώμα με κακοτράχαλο κρανίο.
Μόλις είχε βρέξει, δυνατή βροχή, απρόβλεπτη.
Δεν φοβήθηκες τη λάσπη κι εκείνα το καρφάκια
της βροχής τα αγνόησες,
βέλη μη γίνουν στην καρδιά σου απόστημα στις φτέρνες σου.
Παντού δίπλα περπατητές με πολύχρωμες ομπρέλες,
σκισμένα αδιάβροχα και τσόχινα γάντια.
Σε  προσπερνούσαν χωρίς να σε δουν,
κάποιοι μάλιστα κινδύνεψαν να σε πατήσουν.
Μακάριος ύπνος, ρίζες έβγαζαν τα χέρια σου
και τα μαλλιά σου γκριζογάλανες πεταλούδες.
Άκουγα την ανάσα σου, ψηλάφιζα το σφυγμό σου.
Μια ζωή στον ρυθμό της αναπνοής σου έζησα,
στο ρυθμό των βλεφάρων σου είδα άπειρες Ανατολές.

Έγειρες στο χώμα και κοιμήθηκες,
με ούτε ένα πάνινο αρκουδάκι στο πλευρό σου,
χωρίς μια δαντέλα ίσκιων στα πλευρά σου.
Δεν άλλαξες πλευρό ούτε στιγμή.
Δεν σε ενόχλησε ο ήλιος, βέλη είχες στην καρδιά
μόνο ένα κουνουπάκι σχεδίαζε χάρτες στο κορμί σου
κι εσύ αχνογελούσες και ταξίδευες.
Πάντα ταξίδευές,
κάθε μέρα κατακτούσες κι από μία άλλη πόλη.
Μεγαλουργούσες όπως μεγαλουργούν τα δέντρα το καλοκαίρι,
με τα χιλιάδες τζιτζίκια να το επιβεβαιώνουν.

Στην άκρια σου δυο βότσαλα.
Πόσο θα ήθελα πάνω τους να ζωγραφίσω:
έναν αρχαίο ναό, έναν κούρο, μια μετόπη
και το δίχως άλλο ένα αγριοκυκλάμινο ξεχασμένο
σένα δύσβατο μονοπάτι πλάι στη θάλασσα των πειρατών.
Μακάρι να είχα χρώματα, διάθεση κι αντοχή.
Πονάει το πινέλο σαν πως πονάει το καμτσίκι
στα πλευρά του γέρικου αλόγου.
Γλιστρούν τα χρώματα και χάνονται,
αν δεν τα φυλάξει η μνήμη στις πάνινες τσέπες της.
Δεν σε σκούντηξα, δεν σου είπα παραμύθια,
μόνο σε παρέδωσα στη γη γαληνεμένο.
Απλά μου έφτανε πως υπήρχες, πως αξημέρωτα
θα ξανοιγόσουν στα αρχαία κτίσματα της πόλης,
με πάντα ένα χαμόγελο να ντύνει τις γυμνές πέτρες.
Το δικό σου θησαύρισμα.
Το μοναδικό απαρχής κληροδότημά σου.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Αντικλείδια

Αποτέλεσμα εικόνας για δέντρα

Ξεράθηκαν τα λουλούδια στους αγρούς
μικρή μου αγάπη, καλοκαίριασε.
Φόρτσα ο άνεμος σκίζει τα ιστία μας,
κουρελιάζει τα μαντήλια που αγαπήσαμε.
Που να απαγκιάσω;
Δεν βρίσκω τόπο απάνεμο.
Εσύ παράμερα να μου λες πως στο μουράγιο
οι φανοστάτες έστελναν διακριτικά σήματα στους νεκρούς
Μισώ τις ανούσιες αλήθειες!
Αγάπη του απερχόμενου χειμώνα.
Αγάπη των χαμηλωμένων ματιών.
Αγάπη με την ανεστραμμένη παλάμη
και το καλοσυνάτο χαμόγελο.
Δεν σε ξέχασα...
Στις ρωγμές του αντίχειρά σου χορεύω τα βράδια.

Θα 'ρθουν μέρες που με κομμένη ανάσα
θα ψάχνω έναν ίσκιο,
μια πλατωσιά να ρίξω τα ψίχουλα.
Τα πετεινά θα τσιμπολογούν αμέριμνα
κι εσύ αργοπορημένος θα βουλιάζεις,
θα σκορπίζεσαι σαν ψιχίο,
θα περιπλανιέσαι στα αδιέξοδα
των σκληρών επαναλήψεων,
μακάριος.
Αστερισμός που έχασε το φως του,
μικρό μαγνάδι που στο σκότος ξετυλίχτηκε,
ξεραμένο φύλλο στο φυτολόγιο του ερημίτη ξεχασμένο.
Σ' αναζήτησα στης γιορτής μου τη μέρα,
μα δεν ήρθες.

Καλοκαίριασε
κι εγώ στο συρτάρι μου κρατάω ζωντανό
ένα επιλήσμον φιλί.
Δες με σε κατοικώ.
Δες με ξεσκονίζω τα τοιχία.
Στο παλιό παγκάκι ο ζητιάνος
μου έδωσε μια αρμαθιά αντικλείδια
Η λεύκα με συντρόφευε.(Τι κορμοστασιά!).
Παράμερα εσύ ξιφουλκούσες μιαν απειλή,
πες μου ένα τραγούδι μου ψιθύρισες με συστολή.
Δεν υπάκουσα.
Άναψα ένα σπίρτο και σε πολιορκούσα.
Μην παίζεις κρυφτούλι...ξέρεις φαίνεσαι.
Στις ρωγμές του αντίχειρά σου παίζω ακορντεόν.
Βγάλε το καπέλο, μας χρωστάει ο κόσμος πολλά ψέματα ακόμα!

Στα όνειρά μου ζω το περίπου.
Περίπου γαλήνια,
Περίπου ωραία.
Περίπου ασφαλής.
Στα στέκια που συχνάζω σβήστηκαν οι αριθμοί:
Όλα στο άγνωστο να ζουν, όλα στο κατόπιν, όλα στο μεταξύ μας.
Τα ρούχα μου πάλιωσαν, η ζώνη μου με σφίγγει.
Βουτάω στα νερά, εξαγνίζομαι.
Αδειάζω το μπουκάλι με τα μύρα στο ποτάμι.
Θυμάμαι τα λόγια του ποιητή,
μάταια αναζητώ τη βιογραφία των ματιών του,
ποιος την υφάρπαξε;
Οι φοινικιές αρρώστησαν φέτος.
Στη Σαχάρα οι ιθαγενείς κοιμούνται σε ύπτια στάση.
Έλα!
Καμηλιέρης να προβάλεις μπροστά μου.
Μόνο ένα άγγιγμα σου μου φτάνει
για να πετάξω στις διάφανες πολιτείες,
εκεί που τα παιδιά ιερουργούν στις εκκλησίες.
Δεν θα με νικήσεις.....  

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

συνομιλίες με το κύμα

Αποτέλεσμα εικόνας για κύμα

Πότε θα επιστρέψεις στα γήινα;
Σε ένα παράλληλο σύμπαν ζεις.
Κάθε βράδυ κόβεις με το μαχαίρι
έναν φρεσκοψημένο άρτο.
Καλείς τα σπουργίτια, καλείς τους κορμοράνους,
πάντα είχες περίσσια την καρδιά και το αίμα.
Τα δάκτυλά σου μελένια όπως κι οι σκέψεις σου.
Στρώνεις το χαλάκι της εισόδου
να διαβούν οι μοίρες, μαζί με τον άσπρο καβαλάρη.
Μια τσιγγάνα σου διαβάζει ένα παραμύθι
μα εσύ αποστηθίζεις του ανέμου τις γκρίζες λέξεις.
Ανέφελα θα είναι τα μάτια σου
και με καθάριο βλέμμα θα με πηγαίνεις στους πορθμούς.
Αλλά εγώ όμως όπως πάντα θα αργώ,
ξέρεις οι ώρες δεν μου έκαναν ποτέ το χατήρι φίλες μου να γίνουν.

Στο προσκεφάλι του ύπνου μου κάνεις κατάληψη.
Ο βοριάς, είναι το χέρι σου,
ο νοτιάς, είναι η καρδιά σου
(Πόσο την προσέχω!).
Στα όνειρά μου τραβάς μαυριτάνικο μαχαίρι.
Μη απωθείς, σε θέλω.
Με αγνοείς, σου ανοίγομαι.
Είναι βαρύ το κλίμα εδώ πέρα.
Χτες είδα ένα λαβωμένο περιστέρι στο καρτέρι μου.
Μην ήταν η ψυχή σου που βημάτιζε πάνω στον κύκλο;
Η ψυχή σου ήταν σίγουρα, που το χώμα κοσκίνιζε...
Τα χρυσά μου βραχιόλια σε μαρτύρησαν
κι ο βραδινός άγγελος στο αυτί μου το ψιθύρισε.

Στην αποβάθρα έτοιμες οι βαλίτσες,
το πλοίο θα σαλπάρει στην ώρα του.
Φεγγαρόλουστα θα είναι τα βράδια στην Κίμωλο,
θα μας ξυπνά το κύμα
κι οι γλάροι θα μας κερνούν πρωινά όνειρα.
Εκεί στο ενύπνιο θα σε φιλώ και θα σε καμαρώνω,
διάρκεια να έχει η μέρα μας, διάρκεια να έχουν οι ενοχές μας.
Μακριά να μας πηγαίνει ο στίχος.
Δεν χρειαζόμαστε δίχτυα μήτε όχημα.
Εμείς φυλάξαμε λίγο απ' το κοσκινισμένο χώμα
και το κλείσαμε στα φυλακτά μας.

Έλα με των κυμάτων τις χορογραφίες να με κεράσεις, αιθάλη και νερό.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Το μερτικό στη χαρά

Αποτέλεσμα εικόνας για ηφαίστειο

Δεν ήταν η ανεμώνα που έβαψε λιλά το λαιμό σου,
ήταν μια πολύγλωσση πασχαλιά
στης Μεγάλης Παρασκευής τον περίβολο.
Γονατίζω, σε συναισθάνομαι.
Λαμπρός αετός φωλιάζει στην καρδιά μου,
Με περιγελάει, τον απωθώ.
Με συντροφεύει, τον φροντίζω.
Στο σκαμνί ανέβηκε το πεινασμένο αγρίμι,
μη φοβηθείς,
έχει να πάρει κι άλλο μερτικό απ' τη χαρά.
Γυρίζω αξημέρωτα στο σπίτι,
το ρούμι φέρνει τον πιο ωραίο ύπνο.

Φοράω τριμμένα ρούχα, οι γόβες μου στραβοπατημένες.
Άγουρα τα σταφύλια στον κήπο, άδειο το κιούπι με το λάδι.
Ερχόσουν έφευγες σαν έρπουσα ροή ηφαιστείου.
Στο στέρνο σου κιτρινισμένα τα βιβλία κι οι σκέψεις σου.
Βάλε βαστάζους που να αντέχουν.
Μην τα παρατάς.
Ο φρούραρχος στρίβει μ' επιμέλεια ένα τσιγάρο σέρτικο,
μήπως για αυτό κι οι σκέψεις σου χρωματίστηκαν έτσι;
Το χρώμα είναι αίμα,
το ήξερε ο Βαν Γκογκ περισσότερο απ' όλους.

Στέλνω μια εντολή στο φεγγάρι,
άγρια μέντα να φυτρώσει το παραγώνι μας.
Βάλε μουσική, εγώ θα βάλω μια ξεφτισμένη κουρτίνα
τον αττικό να κόβει ουρανό.
Περνούν τα χρόνια κι αλλιώς μας εκπλήσσουν τα δευτερόλεπτα,
περνά ο μακελάρης ανύποπτος σαν παιδί.
Η λάμα στραφταλίζει στον ήλιο σαν σπασμένο κάτοπτρο, πολυεδρικό.
Πόσα ακόμα θα αποκτήσω πρόσωπα;

Στον άνεμο εμπιστεύομαι το φυλακτό.
Η μάνα ήξερε να κεντά χρυσαφιά σταυρουδάκια στα μαλλοβάμβακα μαξιλάρια.
Απογευματινός ύπνος, ελαφρύς.
Απογευματινά όνειρα, λεπτά υφασμένα
(Μαλακοί οι ίσκιοι στο γύψινο εικονοστάσι)
Ο εφιάλτης σκόνταψε στη μαρκίζα με τις φτέρες.
Έλα, να αναδιατάξουμε το τοπίο των ρεμβασμών,
στα βυζαντινά ντύθηκα χρώματα, μόνο για εσένα...

Στα ερημοκλήσια τα πρώτα μας σκιρτήματα,
ποδηλάτου πάρε ακτίνα στη στίλβη της να μετράς, τον χαμένο χρόνο.

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Παρουσίαση του βιβλίου μου

Φωτογραφία της Μαρία Κανελλάκη.

Ελάτε να γίνουμε μια ζεστή αγκαλιά, να συνομιλήσουμε, να γνωριστούμε από κοντά
Να γίνουμε μια ζεστή παρέα με αφορμή το βιβλίο μου.
Σας περιμένω αντάμα να βαδίσουμε και να ταξιδέψουμε στους δρόμους της ποίησης! 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Κυκλοφορεί κι είναι σαν όνειρο

Ήταν ένα όνειρο....δεν ξέρω! 
Ήταν μια ανάγκη....δεν γνωρίζω!
Ήταν μια απαίτηση δική σας ....μάλλον....
Οι λαβές των αγγέλων βγήκαν στο προσκήνιο και ζητούν να τις αγκαλιάσετε χωρίς να αγκυλωθείτε !  
Έγιναν πράξη μετά την αμέριστη προσπάθεια της αγαπημένης μας συν μπλόγκερ Μαρίας Καννελάκη και την απεριόριστη εμπιστοσύνη του Γιώργου Δαμιανού των εκδόσεων "24 γράμματα" στους οποίους οφείλω ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ, όπως επίσης πολλές ευχαριστίες οφείλω στην εικαστικό Φλώρα Ρουμελιώτη που ειδικά δούλεψε με βάση τον τίτλο του βιβλίου! 

Κυκλοφορεί είτε με παραγγελία μέσα από τα γνωστά σας βιβλιοπωλεία είτε ηλεκτρονικά με on line παραγγελίες μέσα από την σελίδα των εκδόσεων "24 γράμματα"  και τηλεφωνικά στο: 210 6127074
Είναι αυτό που ήθελα ακριβώς (ποιοτικά). 
Το βιβλίο της καρδιά μου!

Με ενθουσιασμό σας το παρουσιάζω:





Κυκλοφορεί  σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
Οn line παραγγελίες (δωρεάν ταχυδρομικά σε όλη την επικρατεια) εδώ
και τηλεφωνικά στο 210 612 70 74 (αντικαταβολή, δωρεαν μεταφορικά)
ΣΕΙΡΑ: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (αρ. σειράς 43)
Τίτλος: Οι λαβές των Αγγέλων
Συγγραφέας: Ελένη Γιαννάκαρη
Εικαστική δημιουργία εξωφύλλου: Φλώρα Ρουμελιώτη
Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου: Μαρία Καπετανάκη

Σας φιλώ πολύ πολύ  ♥♥♥ (εντός των ημερών θα σας ειδοποιήσω για την παρουσίαση του)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Καλπασμός

Αποτέλεσμα εικόνας για καλπασμός

Μαζί σου θα δοθώ στη μάχη,
εκτάσεις μακρινές να κυριεύσουμε.
Μη βλέπεις τώρα που χαμογελάω,
οργή και θυμό έχει η καρδιά,
μαρτυρίες και κραυγές είχε το σώμα.
Αφιερώθηκα στο αδύνατο από μικρή.

Ετοιμοπόλεμη και δυνατή,
θα σταθώ μπροστά στους εισβολείς.
Ασπίδα και δόρυ θα κρατάμε,
την άβυσσο του μυαλού να στοχεύουμε.
Δερμάτινα σαντάλια και χιτώνες λευκούς θα ντυθούμε,
ελεύθερα να βγαίνουμε, στα μονοπάτια των φωνών.

Μην απορείς έτσι μικρή που με βλέπεις.
Μεγάλη έχω την πόρτα της ψυχής,
μεγάλη και διάπλατα ανοικτή στα θαύματα της ζωής.

Στο φωταγωγό το δάφνινο στεφάνι, η μυρτιά κι ο ασπάλαθος.
Απερισκεψία μεγάλη να τα αφήσεις εκεί.
Αυτά τα όπλα μας κι η κληρονομιά μας,
αυτά τα μέτρα μας κι οι μαρτυρίες μας.
Στην επιφάνεια των μαρμάρων θα τα μεταφέρω
να έχουν οι προσκυνητές κονάκι και αίμα χάλκινο, να ψυχώνονται.

Είναι άνοιξη, πέρασε η καταιγίδα.
Στέγνωσε πάνω στην πόρπη μου
το διάφανο δάκρυ των σύννεφων.
Η βαρκούλα φιλιέται με τον βράχο
και μας περιμένει...

Δώσου στον άνεμο.
Δώσου στα κύματα.
Πλησίασε χωρίς φόβο τη φωτιά,
αναμμένοι οι πυρσοί μας θα μας καθοδηγούν.
Πριν τη μάχη φόρα μονάχα,
εκείνο το φυλακτό με τη σμύρνα.
Ωραίος κι άτρωτος να μένεις στους αιώνες,
ένας επίγειος Θεός με φορά προς τον καλπασμό της ανατολής!

Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με άψογο τρόπο διοργάνωσε
η me(maria) μας με πρωτεύσασα την Αριστέα μας!!

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Οδομαχίες

Αποτέλεσμα εικόνας για Οδομαχίες

Με δυο ημιτελείς σελίδες απ' την ψυχή σου,
νοστιμίζω την καρδιά μου.
Σε κλείνω εντός μου.
Σε προσέχω.
Σου δίνομαι ολοκληρωτικά.
Το βιβλίο της ζωής σου ξαναγράφω,
στάζει το μελάνι και σχηματίζει σύμφωνα, σημεία στίξης,
κι επαναλαμβανόμενα φωνήεντα.
Ηχηρά φωνήεντα να με ακούς.
Πολλές οι σελίδες πάνω στο τραπέζι,
πολλά τα κοχύλια στη γλάστρα του δαπέδου,
πολλές οι αναθυμιάσεις από τα αναμμένα κάρβουνα της μνήμης.
Πόσα θα ήθελα εκεί να ζεσταθείς,
την πένα σου να πάρεις, συνέχεια να δώσεις στο άγνωστο
κι ένα λουλούδι λιγόζωο να περάσεις στ' αφτί σου,
να σε γνωρίσουν εξαρχής οι ώρες μου.

Πηγαίνω συχνά στο δάσος με τους σφενδάμους.
Δεν κρατώ καλάθι,
τι να συλλέξω;
Μόνο το παγούρι μου ρίχνω στον ώμο.
Ξεράθηκαν οι πηγές.
Η χλόη δεν βλασταίνει,
κι εκείνοι οι σκίουροι,
ακίνητοι επιβλέπουν, της φύσης την άναρχη εποποιία,
χωρίς καθόλου παιχνιδίσματα.

Γυμνά πολλές φορές αφήνω τα πέλματα.
Την οργή του χώματος να νιώσω,
το στεναγμό της πέτρας να φυλακίσω,
το χτύπο των πεσμένων φύλλων,
στη μελωδία της φλέβας, να εμπιστευτώ.
Αυλούς φτιάχνω.
Φτερά μερεμετίζω.
Ξυραφάκια περνώ στους κορμούς.
Μαρκάρω τα φύλλα με αίμα ελαφιού.
Ξεχνάω πως κλείνονται τα παθητικά ρήματα.
Πως να μιλήσω;
Τα πάθη πως να στεριώσω στη σημαία μου;
Αν ζωγράφος ήμουν ίσως τα κατάφερνα!

Με δυο ημιτελείς σελίδες απ' την ψυχή σου,
μπαίνω στα όνειρά σου.
Κλαδεύω τα γιασεμιά.
Μύρα σκορπίζω.
Εμφιαλώνω κρασιά ακριβά και στα χαρίζω.
Έλα να χορέψεις,
έλα να γιατρευτείς,
έλα στο τραπέζι να κλείσεις τους λογαριασμούς.
Όσο σου μοιάζω, τόσο πιο απόμακρος γίνεσαι...
Φταίνε κι αυτά τα φιλιά που άσκοπα σπαταλήθηκαν,
φταίνε κι οι καρδιές που αγνάντεψαν ψηλά κι αέρινα έγινα σήματα.
Μα πιο πολύ φταίνε οι αμαρτίες που διέπραξαν τα νούφαρα,
πριν κοιμηθούν στην αιθάλη του πρωινού.
Ψυχή μου μη ξεχαστείς, βράδυ να βγαίνεις στις οδομαχίες.
Πληγώνουν τα πρωινά!

Έλαβε μέρος στο 20ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργάνωσε
η ακούραστη Αριστέα μας 

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Πριν τη συνάντηση

Σχετική εικόνα

Σε περίμενα, είχα βάψει μαύρα τα νύχια στα πόδια.
Τα χέρια μου ολοκόκκινα, σημάδια άφηναν.
Αποτυπώματα της παλάμης στον άσπρο τοίχο,
σαν τις παιδικές ζωγραφιές
στα χρόνια της αθωότητας.
Από το παλιό πολυέλαιο της γιαγιάς
κρέμονταν οι ψυχές των προγόνων.
Αρχοντικός πολυέλαιος,
κειμήλιο μιας ζωής που ξυπόλητη έτρεχε στα χαλίκια.
Τότε που δίναμε μια σπρωξιά στον αέρα
κι επέστρεφε η χαρά στο σπίτι,
σαν το λιποτάκτη που αψήφησε νόμους και έργα

Σε περίμενα μ' ένα διπλό φιόγκο στα μαλλιά,
με μια λέξη ειπωμένη απ' τα παλιά.
Αγαπημένη λέξη: θυσία.
Το καρβουνάκι των ματιών σου σβηστό,
στο κιγκλίδωμα των δακτύλων σου πληγώθηκε το περιστέρι,
στο καμαράκι σου κιτρίνισε ο ιβίσκος.
Ήσουν εδώ.
Τα στάχυα ξεσπυρισμένα απ' τα χέρια σου.
Στρωμένο το τραπέζι με τα λινά της προσμονής,
λευκά λινά, αγορασμένα ακριβά στην τοπική εμποροπανήγυρη,
τα στεγνώναμε στον ήλιο κι αυτός θαμπωνόταν

Σε περίμενα με την αγκαλιά ανοικτή
προορισμένη μόνο για εσένα.
Μεγάλη αγκαλιά,
σαν τα Σάββατα του Αυγούστου στο νησί,
τότε που επέστρεφε η σκόνη στο σπίτι, αιωρούμενη,
επιβλέποντας το πορτραίτο σου,
αντιγράφοντας το σκοτεινό σου μειδίαμα,
εξετάζοντας τα πάθη σου,
σαν που εξετάζει ο ωρολογοποιός, την πλάνη των λεπτών.
Είναι καλά τα Σάββατα,
σαν το αχνιστό ψωμί στα χέρια του μικρού αθίγγανου
πριν προτείνει θαρρετά το χέρι στους αδιάφορους πιστούς

Σε περίμενα μ' ένα τσόχινο καπέλο κάτω απ' τη μασχάλη,
ζεσταινόμουν....όμως επέμενα.
Στα χείλη μου ένα κλωναράκι βασιλικού,
Το άλλο μοναχό του στο ποτήρι άπλωσε ρίζες.
Καιρός να το φυτέψω στην πήλινη γλάστρα της εισόδου.
Εκεί να σταθείς.
Να βαραίνει το άρωμα του σώματος σου,
να μερώνει η πίκρα στα ακρόνυχα του θυμού,
να μακραίνει ο στόχος  σου...
Πλέριος ο ορίζοντας να γίνεται,
ορίζοντας ανοιχτός με φοινικιές πολύκλωνες
Ψηλά να κοιτούν.
Οι ίσκιοι να χάνονται απ' το βλέμμα σου
και ολόρθη η ψυχή σου να βρίσκει
καλοτάξιδο πλεούμενο, στα ανοιχτά να πηγαίνει,
νησιά να ανεβάζει στην επιφάνεια και ύμνους ορθρινούς!

Έλαβε μέρος στο 20ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργάνωσε
η ακούραστη Αριστέα μας 

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

εαρινή μνήμη

Αποτέλεσμα εικόνας για αμαρυλλίδες

Μίλησα με τις άδειες κόγχες των ματιών σου σήμερα
Είχες το βλέμμα της επιτιθέμενης τίγρης πριν εφορμήσει στο θήραμα της
Σε χάιδεψα κι οι πόροι σου ανασκίρτησαν
Σε οδήγησα σε μαρμάρινη πύλη
Να έχεις να θυμάσαι την ανάσα των ηρώων
Γιατί τέτοιος ήσουν κι εσύ
Ένας ήρωας που χαμοπετά μαζί με τα πουλιά
Μην με ρωτήσεις αν στον τσίγκο μουρμούριζε η βροχή
Δεν ακούω
Δεν βλέπω
Δεν οσμίζομαι
Μόνο με την αφή επικοινωνώ
Έτσι είδα και τα μάτια σου με της αφής το νεύρο
Δεν είμαι θυμωμένη
Είμαι ετοιμοπόλεμη αλλά μου λείπουν οι μύστες κι οι γλυκόλαλες άρπες

Έψαυσα το κενό της αλήθειας σου απόψε
Κρατούσα και κεριά στα χέρια μου από εκείνα που δεν δάκρυσαν ποτέ
Δες τη μελανιά στο πόδι μου
Δες τα χέρια μου πως τρέμουν
Ακουμπώ στο περιστύλιο της λήθης
Κι αναπολώ τα λεπτά σου χέρια
Πιστεύω στον αέρα των μαλλιών σου
Δάφνινη σου φέρνω μια μπορντούρα
Να έχεις να κοιμάσαι ελαφρά
Ωραία να δουλεύουν οι φλέβες σου
Μακριά να ακούγονται οι σφυγμοί σου
Ως εκείνο το θαλασσινό μονοπάτι που έσκυβες βότσαλα να μαζέψεις
Μαζί με άσπρα κρίνα και πεταλίδες ωχρές

Χόρτασα με το μέλι των λόγων σου ξημερώματα
Είναι γήινος ο παράδεισος κοντά σου
Κι ο κήπος της Εδέμ πνιγμένος στις κόκκινες Αμαρυλλίδες
Σου κεντώ άσπρο μαντήλι
Σου περνώ στο λαιμό μεταξένιο ένα  γιορντάνι
Άκου τα χέρια μου πως μιλούν
Άκου τα πέλματά μου πως τραγούδι φτιάχνουν
Άκου τα γόνατα μου πως προσκρούουν στους ύμνους
Σ' αγαπώ με μιαν αγάπη μυρωμένη
Κάτω απ' το μαξιλάρι η εικόνα σου
Πέρα απ' το όνειρό μου η παγίδα της ελπίδας
Έλα πριν αλυχτήσει το σκυλί
Έλα πριν στο σήμαντρο κοινωνήσουν οι γλάροι
Είναι η εποχή του ζευγαρώματος
Έλα πριν στέρφα η γη στενέψει την καρδιά των παιδιών
Και στις πηγές ασπάλαθους φυτέψει

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

αδημονία σαν ευχή

Αποτέλεσμα εικόνας για σκύλος

Έκλεισε τα παντζούρια Γαλάζια παντζούρια στο χρώμα της απάνεμης θάλασσας στα μέσα του Σεπτέμβρη
Τα είχε φέρει από το χωριό Τότε που αλλάξανε τα κουφώματα για να μπουν κάποια άλλα ασφαλείας Εκείνα τα μοντέρνα Άλλαξε ταυτότητα το πατρικό της μετά από αυτό Μα ποιος να το γνοιαστεί;
Κάθισε στο νησιώτικό ξυλόγλυπτο καναπέ της Από μαόνι το ξύλο Γερό σκαρί με ριγωτές μπλε και άσπρες μαξιλάρες Αφράτες και βολικές Παραγεμισμένες με λευκά μικρά πουπουλάκια Χήνας ή πάπιας Ποτέ δεν το συγκράτησε όταν τα πήρε από ένα παλιατζίδικο ένα απόγευμα αναμελιάς
Το τσάι κόχλαζε στο γκαζάκι Τσάι βουνού Από το αγαπημένο της βουνό Εκεί που ακόμα και οι πέτρες ξεπερνούν σε αίγλη και τα πιο λαμπρά αγάλματα των μουσείων
Η κούπα της ήταν πορσελάνινη με σπασμένο το καλαίσθητο χερούλι της Ατέλειωτες οι μετακομίσεις Μα τώρα είχε βρει τη γωνιά της Το απάγκιο της Τον δικό της παραστάτη 
Ένα παλιό νεοκλασικό στο κέντρο της πόλης Με τις λίγες οικονομίες της το είχε μεταμορφώσει σε πραγματικό παλατάκι Μιλάει η ύλη όταν είσαι μαζί της προσηνής Φίλια σου χαρίζει αναθήματα στη καρδιά να τα στεριώνεις με ρευστή κόλλα της ευλογίας
Έστρεψε το βλέμμα της στον επιτοίχιο καθρέφτη της Συμπαθητική ήταν Ακόμα και θελκτική θα την έλεγες παρά την απειλητική στίλβη του χρόνου που ποτέ δεν παραλείπει να σφραγίσει τα πάντα γύρω Τα μέσα και τα εκτός Τη φλέβα της ψυχής ως και τους πόρους της επιδερμίδας Ακλόνητη αυτή τον αντιμάχονταν μα και τον προσκαλούσε συντράπεζο της στα όνειρά της Μια φιλία κερδισμένη από παλιά Μια ιδιάζουσα σχέση που μύριζε αγώνα και φρέσκο ιδρώτα πρωινού κρίνου
Στα γούνινα μποτάκια της αναπαύονταν το σκυλάκι της Αδεσποτούλι το βρήκε να τριγυρνά στη παρακείμενη πλατεία Το περιμάζεψε Δεν άντεξε αυτό το βλέμμα της αδημονίας Την αγωνία της εγκαρτέρησης στα σχιστά του μάτια
Έγινε ο φίλος της Ο αχώριστος σύντροφός της Το κεντημένο μαξιλαράκι της γιαγιάς της είχε για σπιτάκι του Με μια παράσταση έξω από τα νερά του Μια ασπρόμαυρη γάτα που ξετύλιγε ένα κουβάρι Ίσως γι αυτό το λόγο -σε αντίθεση με τη φύση του- να συμπαθούσε και τις γάτες της γειτονιάς
Μαζί τους έμπαινε στα όνειρα Μαζί τους κυνηγούσε την ουρά του Μαζί τους καταλάγιαζε τις αγωνίες του Το στρεβλό ποδάρι της πρωτινής ζωής του στην αγκαλιά της λήθης με τη βοήθεια τους να επιστρέψει
Τις αγαπούσε πολύ όλες τις κεραμιδόγατες Όλες αυτές τις κυνηγημένες μάγισσες
Αν έριχνε ένα νόμισμα στον αέρα αυτός θα έφερνε πάντα γράμματα κι αυτές την κεφαλή Συγγένευαν
και ποτέ δεν αστοχούσαν Πάντα αυτός έφερνε γράμματα και πάντα αυτές θα τον κηδεμόνευαν  με τα ναζιάρικά τους κελεύσματα Μια φιλία ακριβοδίκαια ζυγιασμένη Μεγάλη κι απρόσβλητη από το θραύσμα του άδικου κόσμου που υπέβοσκε στα σκοτεινά υπόγεια της κόλασης
Έστρεψε το χέρι της και τον χάιδεψε Υπάκουο σκυλί καλοσυνάτο δοτικό σε ότι γύρω του κινούνταν
Από ανθρώπους έως ζωύφια Από σκιές μέχρι φωταψίες Μόνο με τους κρότους δεν συμφιλιώνονταν Ανατρέμιζε η καρδούλα του ανασήκωνε τ΄αφτιά του φοβόταν Το μαξιλαράκι της γιαγιάς αποζητούσε Τα κουβάρια κι αυτός να ξετυλίξει Το κακό να περάσει Σαν αστραπή να φύγουν τα ξωτικά Με τις γατούλες του ψηλά να ορθωθεί σαν σωλήνας στροβίλου
Ο γιατρός του στην τελευταία επίσκεψη της το τόνισε ρητά Τρεις μήνες είχε ακόμα ζωή Καθολικός ο εφιάλτης κι η λάμα κοφτερή να σκίζει  το σώμα σαν χασέ
Τι θα έκανε στο μέλλον χωρίς εκείνον;
Ποιος θα της ζέσταινε τα πόδια;
Ποιος θα της ζωγράφιζε τη ζωή;
Ποιος θα της γύριζε τους δείκτες της χαράς;
Ίσως το κρεβατάκι του κι ίσως πάλι μια μεγάλη καλαθούνα με όλων των λογιών τα πολύχρωμα κουβάρια Πλεκτές κουβερτούλες να φτιάχνει γι όλα τα κατατρεγμένα κι άδολα πλάσματα της γης
Κι είχε πολλά τέτοια ανυπεράσπιστα στο εξής να γνοιαστεί
Η περίμετρος του κόσμου είχε ξαφνικά μεγεθυνθεί σε σημείο που το σύμπαν να εκλιπαρεί για επιπλέον ανάσες ώστε να μην εκραγεί σαν πυροτέχνημα αστοχίας!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο"Παίζοντας με τις λέξεις" που επιτυχώς διοργάνωσε η αγαπημένη μας Μαρία 
με πολύ δυνατές συμμετοχές!!!