Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

η λάκα των μυστικών

Αποτέλεσμα εικόνας για αλώνι

Απέθεσε την ογκώδη πέτρα δίπλα στο παραγώνι Εκεί που είχε τακτοποιημένες και τις υπόλοιπες
οκτώ Αυτές που είχε καταφέρει να ανασηκώσει με πολύ κόπο έως τα τώρα
Είχε την όψη σκληρή Τα μάτια βαθουλωμένα Τα χέρια γεμάτα χώματα και λάσπες Τα πόδια γρατζουνισμένα Ήταν δεν ήταν γύρω στα εξήντα με καμαρωτή ακόμα τη πλάτη κι άσβεστο το πάθος για ζωή Τα παιδιά της ξενιτεμένα χρόνια τώρα Μόνη άναβε κι έσβηνε το καντήλι στο μικρό αλλά πολύ περιποιημένο σπιτικό της μπροστά στις στεφανοθήκες και τα κειμήλια
Στα στερνά του ο άντρας της της ομολόγησε το μυστικό:
-Άκου γυναίκα εγώ τώρα φεύγω και θέλω να σου εξομολογηθώ αυτό που χρόνια ήθελα να σου
πω αλλά πάντα δίσταζα Λαβωμένη μη μείνει η ψυχή μου κι άπορη η αγάπη μας          
Κοντανάσανε μάζεψε δυνάμεις και συνέχιζε σχεδόν ψιθυριστά
Στο αλωνάκι στη Λάκα των Πηγών έχω κρυμμένο ένα θησαυρό Ένα πιθάρι παλαιικό γεμάτο με
λίρες αστραφτερές Πάνε χρόνοι που το ΄κρυψα και πιο δεν θυμάμαι κάτω από ποια πέτρα το παράχωσα Είσαι άξια όμως και θα το βρεις Με την προϋπόθεση πως μόνο από μια πέτρα θα βγάζεις κάθε φορά Και κάθε πρώτη του μήνα Ποτέ άλλοτε Αλλιώς ο θησαυρός θα χαθεί και στα έγκατα της γης θα καταβυθιστεί παντοτινά
Έτρεμαν οι μυς του προσώπου του απ' την προσπάθεια
Είναι λάφυρα πολέμου που τυχαία τα βρήκα κάποτε όταν όργωνα το ελαιοπερίβολο στη Παλιοπαναγιά στο σύνορο με τον Ξερακιά
Όρκο να μου δώσεις πως θα σεβαστείς τις επιθυμίες μου
Όλες τις πέτρες να τις φυλάξεις δίπλα στο παραγώνι θα σου χρειαστούν Πίστεψέ με
Έφευγε η ψυχή του αλλά συνέχιζε
-Το μόνο που θυμάμαι είναι πως κάτω από την πέτρα αυτή που έθαψα το χρυσάφι είχε μια
πελώρια ρωγμή που ο προπάππους μου έλεγε πως καταλήγει ίσα στο κοιμητήρι της Ρωμανιάς
Αυτή ήταν κι η τελευταία του κουβέντα κι ύστερα έσβησε μ' ένα χαμόγελο ανακούφισης στα χείλη
Την μεθεπόμενη μέρα το πρωί κι αφού έγινε το ξόδι κίνησε για την Λάκα των Πηγών να κάνει μια πρώτη έρευνα Ο μήνας ήταν στην πρώτη του μέρα Είχε χρόνια να πάει εκεί Απείχε δυο ώρες δρόμο από το χωριό Ήταν ένας τόπος όλο πλατάνια λεύκες και νερά εξού κι ονομασία του
Παλιά όταν καμιά πεζούλα του χωριού δεν έμενε άσπαρτη εδώ αλώνιζαν το σιτάρι εδώ έδενε
ο ιδρώτας με τη χαρά του μόχθου το κάμα και με τα δώρα της γης
Ευλογημένος τόπος Ιδανικός να ξαποστάσεις για λίγο και να δροσιστείς όταν σε βάραινε το σώμα
απ' τη δουλειά και τον ήλιο
Έκανε όπως ο άντρας της όρισε Κάθε πρώτη του μήνα κάψα είχε ξεροβόρι είχε βροχή ή χιόνι
αυτή ακολουθούσε πιστά τα στερνά του λόγια Κι ήταν ογκώδεις οι πέτρες μια μέρα ολόκληρη
την τυραννούσαν Έσκαβε με την αξίνα ξεχωμάτιζε με το φτυάρι ξεχορτάριαζε με τα χέρια
καθάριζε με τη σβάρνα και ό,τι περίσσευε το πέταγε με το καρότσι στα ρηχά του ρυακιού
Στη συνέχεια φόρτωνε την πέτρα και όλα τα συμπράγκαλα στον ψαρή και τραβούσε για το σπιτικό
της
Κάθε φορά πριν αφήσει πίσω το ξεδοντιασμένο αλώνι πήγαινε στο παραπλήσιο κοιμητήριο κι
άναβε όλα τα καντηλάκια Μη θαρρείς πως ήταν πολλά εννιά μνήματα όλα κι όλα Οκτώ άντρες
και μια γυναίκα Της έκανε εντύπωση το όνομά της "Κρινιώ"
Είχε ακουστά πως υπήρχε οικισμός κάποτε εδώ πέρα που κάποια πυρκαγιά τον είχε
ξεθεμελιώσει Μόνο ο ναός και το κοιμητήριο γλύτωσαν από την απληστία της
Είχε φτάσει λοιπόν στην όγδοη πέτρα Ήταν Μάρτης Βαρύς ο καιρός ακόμα Αποχείμωνο με
βροχές κρύα και δυνατούς βοριάδες
Πούντιασα σήμερα άντε να δώσει ο Απρίλης χυμούς κι άλλο δεν μπορώ συλλογίστηκε κι έκανε
να πιει το ζεστό της τσάι Δεν πρόλαβε να πιει την πρώτη γουλιά όταν άκουσε χτύπο στην πόρτα
Ήταν η Χαριτίνη η γειτόνισσά της με το σάλι της ανεβασμένο ως πάνω το κεφάλι
Της έψησε κι αυτής τσάι ψιλοκουβέντιασαν και στο τέλος η Χαριτίνη τη ρώτησε:
-Τι συμβαίνει και τα έχει βάλει με τ' αλωνάκι Λωλάθηκες λένε στο χωριό Κι αυτές οι πέτρες βρε χριστιανή μου τι θα τις κάνεις και τις φυλάς;
-Δουλειά σου της είπε εκείνη Καθαρίζω τον τόπο Τίποτα παραπάνω Θα φυτέψω αγριαγκινάρες
που άρεσαν και στον συχωρεμένο Να έχω να στυλώνομαι κι εγώ από την γλύκα τους Όσο για τις πέτρες έχω τη χρεία τους Θα φτιάξω ένα μεϊντάνι να χορέψω όταν έρθουν τα ξενιτεμένα μου
-Συγχώρα με  βρε Αναστασιώ από γνοιάξιμο τα είπα όλα Με τέτοιο κρύο απόρησα πως και ξεπόρτισες Δεν έφταναν οι άλλες μέρες Πούντιασες κει κάτω Είναι κι ο τόπος ανοιχτός
-Σήμερα μπόρεγα Μην και κάθομαι διόλου Όσο για το χωριό παρήγγειλε τους να μην μιλούν πολύ
και να κοιτάξουν τα σπίτια τους Δικός μου είναι ο τόπος Χρωστούν πολλά σε τε μας Και πες τους πως τα 'χω τετρακόσια και μην ασχολούνται άλλο μαζί μου Σώνει πια!
Κύλησε ο Μάρτης με την διγνωμία του κι ήρθε ο Απρίλης όλο χαρές και κελαηδίσματα Πρωί πρωί πήρε τα απαραίτητα και ξεκίνησε για τις πηγές Έφτασε εκεί έφαγε λίγο ψωμί με κρεμμύδι και ξεκίνησε να σκάβει σχεδόν ανόρεχτη φοβούμενη πως τσάμπα θα παιδεύονταν για άλλη μια φορά Κόντευε να ξεριζώσει την πέτρα όταν η αξίνα της σκόνταψε κάπου Πλησίασε και τι να δει Ένας λαιμός πιθαριού είχε προβάλλει μες απ' τα χώματα Πέταξε την αξίνα μακριά κι ολόχαρη συνέχιζε να σκάβει με τα νύχια της μην προξενήσει καμιά ζημιά
Κόπος μεγάλος μιας και το χώμα ήταν πολύ συνεκτικό Κοκκινόχωμα υγραμένο Δεν κατάλαβε πόσες ώρες έσκαβε ώσπου να το φέρει στο φως Της αντιστέκονταν Κόντευε να νυχτώσει Έπρεπε να είναι σβέλτη να μαζέψει τον θησαυρό νωρίς στο σπίτι
Ανέβασε προσεκτικά το πιθάρι και το ακούμπησε πάνω σε ένα βουναλάκι από κοκκινόχωμα Ελαφρύ της φάνηκε Κρότος κανένας Άνοιξε το καπάκι Άδειο το εσωτερικό του Το περιεργάστηκε ένα γύρω μην ήταν τρύπιο Πουθενά δεν έχανε Γύρισε στη λακκούβα μην σκόρπισαν οι λίρες καθώς τις έκρυβε ο άντρας της στο χώμα Τίποτα Απόκαμε Οργίστηκε Τόσος κόπος είχε πάει στα χαμένα
Άνοιξε και πάλι το πιθάρι και κάτι αντιλήφθηκε στο βάθος του Μια επιστολή κιτρινισμένη Την άνοιξε με τρεμάμενα χέρια σκουπίζοντας ταυτόχρονα με την ανάστροφη του χεριού της τον ιδρώτα της
Γνώρισε αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα της μάνας της
"Κόρη μου όταν διαβάσεις αυτές τις λέξεις εγώ θα είμαι πολύ μακριά Να με συγχωρέσεις που ποτέ δεν σου μίλησα Ο άντρας σου τα ήξερε όλα Σ' αυτόν τα ομολόγησα όλα μιας εξαρχής Δεν μπόρεα σ' εσένα να μιλήσω ανοιχτά Ούτε αυτός ημπορούσε Μάθε λοιπόν πως δεν είσαι δικό μου παιδί Των σπλάχνων εννοώ γιατί παιδί μου πραγματικό ήσουν πάντα Είσαι παιδί της Κρινιώς Αστεφάνωτη σ' έπιασε Κανείς δεν έμαθε τίποτα Στο σπίτι μου την είχα κρυμμένη Εγώ την ξεγέννησα Την έψαχναν μήνες οι δικοί της Με τον Άντρα σου είσαστε αίμα δευτεροξάδερφα Δεν μπορούσα όμως να πάω κόντρα στον έρωτά σας Να αποκαλυφτώ Μικρός ο τόπος Κουδούνια θα μας έβαζαν Να τον τιμάς τον άντρα σου κι είχε πάρει μια λαχτάρα μεγάλη τότε που του το ξεστόμισα Δεν έκανε όμως πίσω τόσο που σ' ήθελε....
Συγχώρα με και μην φανερωθείς τα 'στρωσε η ζωή καλά όλα Σ' αγαπάω"
Αυτές λοιπόν ήταν οι περίφημες λίρες; Απλά μια προτροπή για να κινηθώ δραστικά Μια αφορμή να οσφριστώ την καρδιά της μάνας γης Της Κρινιώς το άβατο μονοπάτι να περάσω Κι ο άντρας μου γιατί δεν μου μίλησε ανοιχτά παρά φρόντισε κάτω στη γη να σφραγίσει το μυστικό;
Κι εκείνες τις πέτρες τι με έβαζε και τις κουβαλούσα σαν να ήταν ιερές;
Και γιατί κάθε πρώτη του μήνα;
Μια ιεροτελεστία ίσως μια αναφορά μυστική που την πήρε μαζί του Ένας άλυτος γρίφος σαν της ψυχής του τον ημιτελή ιστό
Κι αυτό το εννιά τι σημαίνει;
Εννιά μήνες έσκαβα Εννιά τα καντηλάκια στο κοιμητήρι Εννιά μήνες η εξαφάνιση της Κρινιώς
Εννιά κι οι πέτρες που έχω Δυο πεζούλες θα χτίσω στον κήπο Φύρανε το χώμα θα πέσουν τα
όχτια μου τόνιζε πριν πεθάνει ο άντρας μου Κι εγώ για να μην χαθεί το μέτρο κάθε που θα μπαίνει καινούριος μήνας από μια πέτρα θα χτίζω Να στεριώσει καλά το έδαφος
Τι να το κάνω το μεϊντάνι..Τα παιδιά μου δεν πρόκειται να έρθουν Και στο πιθάρι μια αγριοτριανταφυλλιά θα φυτέψω με ροζ μικρά άνθη σαν τις φουντίτσες στα παιδικά ζεκετάκια που η μάνα μου έπλεκε
Η δική μου μάνα
Αραίωσε το χώμα πάνω στη γη αραίωσε κι η ομορφιά! 

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

το μέτρημα της αρμύρας

Αποτέλεσμα εικόνας για το μέτρημα της αρμύρας

Αραίωσε το χώμα πάνω στη γη αραίωσε κι η ομορφιά!
Είδα τα βουνά να γκρεμίζονται
Είδα τις μικρές Καρυάτιδες να αναχωρούν για τους πάγους
Ανάσαιναν βαριά κι ήταν το βήμα τους ταχύ
Κομμένη η κόμη τους
Τα χέρια τους ένα μυστήριο σκοτεινό
Δεν έπεισαν ούτε έναν μαρμάρινο κούρο
Να σαλπάρει μαζί τους παράνομα

Έρημες οι ακτές κυρτά τ' αρμυρίκια
Μεγάλα στοιχήματα έβαζε η θάλασσα
Η θάλασσα είναι η μάνα της πέτρας
Αυτή την τρέφει αυτή την συνθλίβει
Κι αυτή της επιτρέπει να συλλαβίζει τ' αλφαβητάρια της
Δύσκολος ο απόπλους
Μην αφήνεις κενά
Θα καταποντιστείς ανάμεσα στα δυο κύματα
Αντικριστά στάσου
Φιλικά παραδώσου στο σκαρί
Μέτρα τους οβολούς σου
Το ταξίδι μόλις ξεκινά

Σαφείς οι γραφές κι οι πλεξίδες τυλιγμένες στα ξάρτια
Αραίωσε τ' αρωμά σου για να νιώθω την αρμύρα σου
Στο διάζωμα των κυμάτων έγινε ο πρώτος προϊστορικός φόνος

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

βηματισμοί

Αποτέλεσμα εικόνας για βηματισμοί

Έλα να σου μάθω τους βηματισμούς
Που κάνει ο γλάρος πάνω στο κύμα
Πριν ευθύβολα στη λεία του ριχτεί
Έλα το συρτάκι να σου δείξω
Που ο πουνέντες χορεύει φιλικά 
Ανάμεσα στις καλαμιές

Στις προβλήτες να πάμε
Τα θαλάσσια να συλλέξουμε αρώματα
Να μουδιάζουν τα μέλη ηδονικά
Να βγει κι ο γρύλος απ' την κρύπτη του
Τ' άρματα του να μας κρεμάσει στους ώμους
Κι όταν στα μπροστινά του πόδια σταθεί
Θα του ζητήσουμε μια λύση να βρει στο αίνιγμα της ζωής
Καρτέρεψε τις απαντήσεις, αξίζουν!

Η ζωή είναι ένα χαρτονόμισμα
Στα χέρια του μικρού Χριστού
Που δεν ξέρει πως να το ξοδέψει
Ένα ράμφος που άπληστα δαγκάνει
Κι αν δεν χορτάσει σχεδιάζει
Μαζί με φύκια της ακτής την επόμενη συνωμοσία

Οι πατημασιές στην άμμο μοιάζουν
Με τις στερνές αναπνοές των πεθαμένων
Μπρος στα βρεγμένα πέδιλα του βαρκάρη
Πλεύρισε....

Έλαβε μέρος στο 17ο Συμπόσιο Ποίησης της αγαπημένης μας Αριστέας που επάξια παίρνει και τα πιο πολλά εύσημα για τις όλες κινήσεις της και τις προτροπές της


Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

το νυφικό της Μαρίας

Αποτέλεσμα εικόνας για black & white bride in the mirror

Θα έρθει μια επίσημη Κυριακή
Που θα είναι όλα φιλικά μες στο σπίτι
Ο καθρέφτης θα αντανακλά το πρόσωπό σου
Η γάτα θα χουζουρεύει δίπλα στο τζάκι
Ο σκύλος θα πατά αφηρημένος τα πλήκτρα στο πιάνο
Η Μαρία με το γιορτινό χαμόγελο
Θα τεντώνει και θα διπλώνει
Τα σεντόνια που κοιμήθηκες
Τ' άρωμα τους θα διαπερνάει τους τοίχους
Όμορφα θα χυλώνει η σούπα στο τσουκάλι
Στρώσε το καλό τραπεζομάντηλο
Εκείνο με τα γεωμετρικά κεντίδια
Η Μαρία δεν χρειάζεται προικιό
Έχει δυο μάτια γαλανά σαν τους ωκεανούς
Που μέσα τους ναυάγησαν τα τρία ποντοπόρα με τους όνυχες

Θα έρθει μια μέρα καλοσυνάτη                        
Που βιαστικά θα φοράς το σακάκι
Στις τσέπες σου άδεια η χρυσή ταμπακιέρα
Η στάχτη στο τασάκι θα βαραίνει το βλέμμα σου
Γκρίζα θα βάφεται η οροφή γκρίζα κι η επιτοίχια κόρη
Ο παπαγάλος θα ανοιγοκλείνει το ράμφος του
Σαν να θέλει κάτι να σου πει εμπιστευτικά
Μιαν αλήθεια μιαν πτυχή από έναν έρωτα αφανέρωτο
Ένα τραγούδι που στοιχειώνει γεφύρια
Πάντα ένα τραγούδι κι' ένας έρωτας θα σε καλούν
Κι οι γέφυρες θα σε βγάζουν στη βραχώδη κοίτη
Όμορφο βιαστικό και μ' αμφίβολα τα μάτια
Πού πας χωρίς μια θύμηση;
Ποιες συμπιέζεις διαδρομές μες στο χάρτη του νου;

Θα έρθει ένας καιρός φιλικός
Που τα θαύματα ορατά θα είναι
Αθόρυβα θα ανοίγει η πόρτα μες στο σπίτι
Απρόσκλητος να μπει ο αντάρτης βοριάς
Με το τσόχινο καπέλο στο χέρι
Όμηρο να πάρει τη μοναξιά μας
Να σταυρώσει ξυστά το καρβέλι μας
Να ματώσει το μέτωπο της απουσίας
Πηχάκια να ξεπροβάλλουν στις ρωγμές της κάμαρας
Εκεί να σταθείς
Εκεί να στοιβάξεις τα χειρόγραφα
Ζωή να πάρουν οι γραφές
Ζωή να γενείς
Σαν ένα μεγάλο φανταχτερό πουλί
Να γυρνάς μες στα δώματα
Της μικρής Μαρίας το νυφικό πέπλο να γεμίζεις
Άστρα και πέρλες λαμπερές
Μόνο στην οροφή μην πηγαίνεις
Χάσκει βαρύς ο ουρανός από πάνω

Έλαβε μέρος στο 17ο Συμπόσιο Ποίησης της αγαπημένης μας Αριστέας που επάξια παίρνει και τα πιο πολλά εύσημα για τις όλες κινήσεις της και τις προτροπές της

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

η πέμπτη λέξη

Αποτέλεσμα εικόνας για η πέμπτη λέξη

Πονάει το χώμα
Κάθε κόκκος του κι ένα απέλπιδο έλα
Φύτεψε ένα αγριόσκοινο μια ήμερη φτέρη
Μια σκιερή συκομουριά
Χάιδεψε το αγκωνάρι που παραπαίει
Κατολισθαίνει η γη
Γλύφει τις ρίζες το άσκεπο νερό
Μαύρα αρπακτικά χορεύουν ένα γύρω
Στα μνήματα τα πετραδάκια παίζουν τρίλιζα
Αφιονισμένος καιρός ιδρωμένος

Στηρίζεσαι πάνω στους καμπυλωτούς φράκτες
Φυσάει ένα αεράκι αποχωρισμού
Στις κληματαριές κάθισε ένας σπίνος
Με φιλικά τιτιβίσματα
Πιο πέρα το παιδί με το σημάδι στο μέτωπο
Παρακάμπτει τη συννεφιά μ' ένα του νεύμα
Βρίσκει ένα κοχύλι
Μιλάει με τη γη
Μιλάει με τα αδέσποτα κοτσύφια
Χαιρετάει τους ανύποπτους γλάρους
Κι ύστερα στο χώμα χαράζει τ΄αρχικά του
Λιγοστεύει ο πόνος
Μερώνει ο άνεμος
Τρεμοπαίζει στη συκιά ένα φύλλο
Στο σταθμό ο ξένος σκίζει μια ανεπίδοτη επιστολή

Όταν σε συναντήσω μαζί θα συνταιριάξουμε τα κομμάτια
Μυσταγωγικά στο ζωνάρι της αργίλου θα ακουμπήσω τις λέξεις
Πόνος νερό αέρας φωτιά κι μια άλλη κρυφή που για χαμένη την είχα...

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

σαν επιδρομή

Αποτέλεσμα εικόνας για δάσος

Έλα να πάμε στο μακρινό δάσος
Έχω διαλέξει ένα ξέφωτο για σένα πλάι στη λίμνη Εκεί θα μας περιμένει λαμπρός ο χρυσοήλιος κοντάρια να μας χαρίσει Εκεί οι κισσοί δροσερά στεφάνια μας έπλεξαν και μας καρτερούν Μεγάλα στεφάνια να χωρούν τους όρκους μας Κλειστές να βαστούν τις κρυφές πληγές μας
Ο γερο - πεύκος ανοιχτή θα έχει τη διάτρητη αγκάλη του Στα κλώνια του να κρεμάσουμε τις εικόνες μας μαζί με το δισάκι και το παγούρι μας
Τις εικόνες μας μες το ρετσίνι να τις βουτήξουμε Γυάλινοι να γίνουν οι πόθοι μας Αρώματα ν' αποκτήσουν τα σκοτεινά μας όνειρα Κρούστες χρυσές να πλεχτούν στα λεπτά μας τσίνορα
Στον έρωτα να φτάσουμε βαφτισμένοι με νέα ονόματα
Έλα να πάμε στις βυθισμένες πολιτείες
Ο νέος κόσμος να μας γνωρίσει Στις μικρές σκηνές να παιχτεί το μονόπρακτο της αγάπης μας
από ένα περιπλανώμενο μπουλούκι θεατρίνων που γαλάζια φορούν κοστούμια
Στο ολοήμερο πανηγύρι πρωταγωνιστές να γίνουμε και συμπαίχτες
Δίπλα στη τσιγγάνα ν' ανοίξεις τα χαρτιά σου Δίπλα στους ταχυδακτυλουργούς να φιλιώσεις με το σώμα σου Δίπλα στα παιδιά να ασπαστείς του μάγου το μέτωπο κι ευχές να πάρεις Σκόρπια γητέματα να θυμηθείς Τα πρώτα της ζωής σου ξεστρατίσματα
Έλα να πάμε στις απάτητες κορφές
Σου έστησα ένα κονάκι εκεί πάνω με στρογγυλεμένες πέτρες Έβαλα τα φλοκατά της γιαγιάς στο δάπεδο Δεν παρέλειψα και παραθύρια να σκαλίσω Να βγαίνεις τα πρωινά την καλημέρα σου να αφήνεις στα υγρά κλαριά της ελάτης Πλεκτά έβαλα κουρτινάκια μ' αγγέλους να έχεις σύμμαχο τον ουρανό και τις νεφέλες
Στο σύμπαν ανάλαφρα να πεταρίζεις Πουλί αγριοπούλι κι αηδόνι μαζί Έμπιστος στρατηλάτης
των επίγειων να γίνεσαι Ουράνιος καβαλάρης να καλπάζεις στους θύλακες των βουνών
Όλος ο κόσμος σου ένα νεφέλωμα που ραντίζει τις αγριαπιδιές με βρόχινα δάκρυα
Όλος ο ίσκιος σου μια στοργική αφροξυλιά μέσα στα ψαλιδωτά κιγκλιδώματα της ιστορίας
Έλα να βρεθούμε στους κρουστούς καταρράκτες
Στα τρεχούμενα νερά με τις οπλές των αλόγων να μετρηθούμε Στα αποσκιερά να περιπλανηθούμε
μονοπάτια πλάι στις αιώνιες φτέρες και στις λαγανιές
Ασημένια σου έχω φτιάξει ποδήματα Χάλκινες σου έχω φέρει ζώνες Χρυσές σου έχω παραγγείλει
ασπίδες Στις μάχες να ρίχνεσαι κι αλώβητος να βγαίνεις Σαν τη φωτιά να απλώνεις
Στα μάτια να κοιτάζεις τα λειασμένα βότσαλα Στα χέρια σου να αρπάζεις τις άτακτες πέστροφες
Να ασημίζουν τα βράγχια της ψυχής σου όπως ασημίζει το φεγγάρι πάνω στα νερά Όπως ασημίζουν τα μάτια σου μπροστά στη δίνη των ροών
Έλα σου λέω! Μια επιδρομή να είναι η ζωή μας στην ομορφιά
Μια αέναη πορεία στα κάστρα της ανατολής μαζί να χαράξουμε προτού σκλάβους μας πουλήσουν
για λίγα φράγκα στις υπαίθριες αγορές Χρεώνει ο χρόνος την απουσία ακριβά Στενεύουν κι οι
πύλες στις μαργωμένες πολιτείες χωρίς εμάς
Έλα! Βιάσου στων λεπτών να βγούμε το φινιστρίνι σαν αθώοι επιβάτες  με μια μόνο αποσκευή



Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ο κόμπος

Αποτέλεσμα εικόνας για απειλή

Δεν κλαίω σου λέω Ένα σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου Ίσως πάλι να φταίνε κι οι άνεμοι που λυσσομανούν στο κεφάλι μου Τα καλοκαίρια με τους ανέμους ξεδιάλεγα στην ακτή τα χαλίκια Ισχυροί αυτοί ξεχώριζαν τα καλύτερα και μου τα έπαιρναν Πετραδάκια γυαλιστερά άλλα πράσινα άλλα βιολετί κι άλλα χρυσαφιά σαν την άμμο του Αυγούστου Μου άφηναν εκείνα τα ασπρόμαυρα μόνο Τα ταπεινά και τα μεγάλα
Ασπρόμαυρα σαν τις παιδικές μου αναμνήσεις: Οι βόλτες στο ποτάμι Το τίναγμα της ελιάς Το ξεχορτάριασμα του κήπου Οι ρίζες που πάντοτε διψούσαν Οι γλάστρες με τα επιφανή ονόματα: Γιασεμί μαντζουράνα αγιόκλημα βασιλικός μέντα δυοσμαρίνι κι ανθάκια του μελιού
Ξέχασα το χαμομήλι Εκείνο που η μάνα μου άπλωνε στα λινά σεντόνια να ξεραθεί Είχαμε πολύ ήλιο στις βεράντες Ανατολικά έβλεπαν τα μάτια μας Στη δύση το βουνό με τα κιονόκρανα Εκεί στρέφαμε το βλέμμα μας μόνο το χειμώνα Άσπριζε το βουνό έως κάτω Φύσαγε ο βοριάς σαν τρελαμένο αγρίμι Φούσκωναν τα ρυάκια κι οι ποταμοί Φούντωνε κι η έγνοια μας για τη ζωή Μισόσβηστο κάποτε το τζάκι Τρίζανε τα κάρβουνα Το ψωμί φούσκωνε δίπλα στο λάδι Η γη μας χόρταινε Η γη μας αψηφούσε
Κάποιον χειμώνα σαν τώρα τον θυμάμαι φούσκωσε τόσο ο ποταμός που στο πέρασμα του λιάνισε δέντρα ξεχωμάτισε βράχους Το βουητό του έφτανε ως το σπίτι κι ας μας χώριζαν πέντε χιλιόμετρα απόσταση από εκεί
Μην μου λες για τρικυμίες αν δεν έχεις ακούσει το βούισμα του ποταμού Βγαίναν οι δράκοι και μας κυνηγούσαν Στύλωνε τα πόδια του το άλογο και χρεμέτιζε φοβισμένο Σώπαινε κι ο γκιώνης μπροστά στην αγριάδα της φύσης Σταύρωναν οι πέτρες τα χέρια στις κοντινές σπηλιές Ικεσίες έκαναν οι θαυματοποιοί στον μέγα ουρανό
Τραυματισμένοι έβγαιναν οι ήλιοι κι εμείς το ιάσιμο φορούσαμε χαμόγελο να τους παρασταθούμε Στο μάτι βάζαμε τις ξαστεριές Ψάχναμε τα καπέλα μας Ψάχναμε για καινούργια όνειρα Κερδίζαμε δυο πόντους ύψος στη μάντρα Ψηλώναμε
Δεν κλαίω σου λέω Τα δάκρυα μου τα άφησα στο μάλλινο παλτό του πατέρα πριν ανεβεί στην πόλη για εξετάσεις Έκλαιγαν οι φλέβες των τοίχων στις γωνιές του δωματίου Έκλαιγαν τα μικρά ερπετά στο γύψινο εικονοστάσι Έκλαιγε κι η μάνα μπροστά στα μπακίρια Μαζεύαμε το μαύρο και το ξεπλέναμε στη βρύση Αγαθό το νερό μερμήγκιαζε τα χέρια μας Πλατάγιζε ο ορίζοντας τις ξανθές του γλώσσες Βρίσκαμε ξανά το μονοπάτι της χαράς
Έρχονταν ο πατέρας δυνατός σαν τον κρουνό του καταρράκτη Μας μάθαινε πως να ξεχωρίζουμε τα άστρα Πως να αγαπάμε τα φυτά Πως να βοτανίζουμε το κρύο μέτωπο της πατρίδας απ' τα ζιζάνια Πως να γυρνάμε ξεκάλτσωτοι στα μιτάτα με τους ιερούς άκανθους χωρίς να ματώσουμε
Μας έμπαζε στα μεγάλα μυστικά της πλατύφυλλης νιότης Στις διδαχές μας μυούσε των δρόμων Μεγαλώναμε ξάφνου Απ' τα μπράτσα του αντλούσαμε ουράνια ορμή
Ανάβαμε φωτιές να ζεστάνουμε τις ψυχές μας Πετάγαμε ένα χαλικάκι στη στεφάνη της φλόγας για να καρποφορήσουν οι σπόροι Ανοίγαμε τα συρτάρια με τα τακτοποιημένα σακουλάκια Χαμογελούσαμε Στους καρπούς μας δέναμε φυλακτά Στη καρδιά μας έμπαινε το αλέτρι της νέας σποράς Φυτρώναμε Καρπίζαμε Σοδιάζαμε τα λόγια μας στα μεγάλα ξύλινα κασόνια Μεστώναμε Γελούσαμε προς τα μέσα Πειραγμένους μη μας δει το αυστηρό μάτι του πατέρα Ανούσιους μη μας θωρήσει το πεφταστέρι της αυγής
Όχι δεν κλαίω καθόλου Γέμισα τις ρωγμές μου με το αμμοκονίαμα του Θεού Δεν βλέπεις ακόμα και τα δάκτυλά μου δεν υγραίνονται πια Κι αν έρθει απειλητικός ο πανικός θα τον καλοδεχτώ Κρατά γερά η ρίζα Χωνεύτηκε όλη η αλήθεια του κόσμου κι ας ψιχαλίζει ασταμάτητα στην πόρτα της καρδιάς
Μια μου μένει έγνοια: Να 'χω καθαρό το τραπέζι αχνιστό το ψωμί και τα μάτια ανοιχτά προς στους καμβάδες της Ανατολής Δεν θα μισέψω κι ας με καρτεράς
Μεριάζει αργά το βουνό Ανοίγει διάφανος ο ορίζοντας Στα μέτρα μας ο κόσμος
Δεν κλαίω Μόνο τον υγρό κόμπο ξελύνω του πόνου με τα λεπτά μου δάκτυλα

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

τυχαία συνάντηση

Αποτέλεσμα εικόνας για τυχαία συνάντηση

Κράτησε μου λίγο ίσκιο Από τότε που γεννήθηκα μόνιμα στη μεριά του ήλιου έγερνα σαν το
φυτό που ο ηλιοτροπισμός καθορίζει την πορεία του
Θέλω λίγο να ξαποστάσω Αυτό το πήγαινε - έλα βύθισε τα πέλματά μου Τα πλήγωσε κι εγώ
πως θα περπατήσω στο σκοτάδι των χειλιών σου;
Κράτησε μου λίγο ίσκιο Είδα τα φωτεινά και τα μεγάλα
Καιρός να αποσυρθώ στα μήκη των χαραδρών Να νιώσω την ανασεμιά του πεύκου Του σκίνου
τ' άρωμα να χαρώ Τα φρυγανισμένα μέλη της ασφάκας να αγγίξω
Κι αν βρω καμιά αγριελιά να χαράξω της πληγής μου το ξερό ήχο
Γιατί μάθε πως τα δέντρα μ' αγαπούν Αυτά τα βαθύσκιωτα που ποτέ δεν με είχαν
Μην με πας στον ελαιώνα Εκεί το φως δεν βαστιέται Εκεί ο ήλιος κρησαρίζει τα παιδιά του Όλα
τα έχω δει όλα τα ξέρω Μόνο που απότομα κόβεται το μονοπάτι Γεμίζει σκνίπες ο χώρος Μην
με πηγαίνεις εκεί πέρα
Στα χωριά αυτά κρύβεται ένας παλιός άρχοντας Άπληστος και αιμοβόρος Έχει στην υπηρεσία του
δώδεκα μικρές οδαλίσκες με χιτώνες μακριούς Κρατάνε μέρα νύχτα κάτι τεράστια κεριά στα χέρια Θυμιάματα καίνε σε μικρά κεραμικά πιάτα διακοσμημένα με κρίνα και σαρκοβόρα φυτά
Δεν μπορώ να τις κοιτάξω Δεν μπορώ να αντέξω τα βαριά τους αρώματα
Με τ' αρώματα αυτά αποκοιμίζουν τον άρχοντα Αφήνουν το παλάτι και τρέχουν στους κήπους Παιχνιδίσματα κάνουν με τα νερά Θυσίες προσφέρουν στους θεούς των λιμνών Γιατί έχει πολλές λίμνες περιμετρικά Με κάτασπρα αφρισμένα νερά
Βουτούν μικρά χαρτάκια στην επιφάνεια τους Ραβασάκια για τους αγαπημένους Γράμματα για τους δικούς Επιστολές για τις ορφανεμένες ψυχές των λιθαριών
Ξεφεύγουν για λίγο κι ύστερα παίρνουν το δρόμο της επιστροφής
Ένας κυνηγός μια φορά μου έφερε ένα δικό τους γράμμα Ακόμα το κρατώ στο στέρνο μου Θα στο διαβάσω αλλά πάρε με από το φως με τυφλώνει δεν βλέπω Έστω βάλε με στον ίσκιο σου αν δεν μπορείς να με πας στο φρύδι των βοριάδων
Έχω κοσκινίσει την άμμο των ακτών και πολλά έχω βρει διαμαντικά Όλα θα στα χαρίσω Να λάμπεις τις νυχτιές του έρωτα σαν το Μέγα Γαλαξία μέσα στην πλημμυρίδα των λευκών σύννεφων
Μην με αφήνεις εδώ Εκείνο το γράμμα που σου 'πα λες και γράφτηκε για εμένα ίσως και για εσένα Κάνε κάτι πριν εμφανιστεί το χάλκινο φεγγάρι και μας πάρει τα μυστικά
Απ' όλα τα φεγγάρια που γνώρισα μόνο ένα δεν μου απίστησε Κι αυτό τελικά στα χαμένα πήγε
Άδοξα μες στο παλιοπήγαδο σκόνταψε κι έπεσε Θέλησα να το ανασύρω Μάταια όμως Σκοινί δεν είχα ή έστω ένα άγκιστρο ή μια απόχη παιδική με λαβή από μπαμπού
Είναι κάποιες νύχτες έναστρες που ακούω παθιάρικα να με καλεί Μου ξεφεύγει τότε ένα δάκρυ κι είναι σαν να του στέλνω υγρά φιλήματα
Τα δάκρυα λένε είναι σαν τα φιλιά των αναχωρητών Αρμυρά και άνοστα μαζί Σταθερά και φευγαλέα ταυτόχρονα Πικρά και γλυκά σαν τη ξυραφιά στο μέτωπο του ορίζοντα
Που πας μη φεύγεις Λίγο να αγγίξω τη γενειάδα σου Κι αν δεν θες τα διαμαντικά δεν θα σου θυμώσω Μόνο μη φεύγεις χωρίς ούτε μια λέξη να πεις
Ψέματα σου είπα για το γράμμα Το 'σκισα Δύσκολο να διαβάσω τους χρησμούς σε μια γλώσσα πεθαμένη
Κι εσύ αν και ήσουν ένας περαστικός βαθιά με σημάδεψες Αυτή η τρέλα του ματιού σου πόσο καθηλωτικά αποτρόπαιη ήταν Μιλούσε κι έγδερνε μαζί Τραχιά και  διαπεραστική σαν γλώσσα φωτιάς σ΄αναμμένο κάρβουνο
Εδώ θα μείνω κι αν κάποτε διψάσεις για φως έρχεσαι
Πρόσεξε όμως μην βγεις στο ύψωμα με τους θαμμένους κίονες Θα σε πετύχουν στην καρδιά τα
βέλη των μικρών ερωτιδών
Αυτών που στα ανατολικά υπερώα της γης ολοχρονίς συντροφιά μου κρατάνε!

                                                                                                                         

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

το μιλημένο δέντρο

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγριοκερασιές

Αγριοκέρασα μάζεψε αν θες να τον πλανέψεις Βρίσκεται εκεί στο ύψωμα κοντά στη Χαλάστρα
Είναι η μια η μιλημένη η αγριοκερασιά
Είναι εκεί που οι βροχές -κάποιο Γενάρη- έσκαψαν το χώμα κι έσυραν στο ρέμα τρία πέτρινα
σπίτια μια καλύβα και μια στάνη Μεγάλο το κακό δεν γλύτωσε κανένας Ούτε άνθρωποι ούτε
ζωντανά Πάνε χρόνια
Ακόμα ακούμε τις φωνές τους κάθε που πιάνει μπόρα και κατακλυσμός τις μέρες του χειμώνα
Θα στα έφερνα εγώ αλλά δεν με κρατάνε πλιο τα πόδια Με σαραβάλιασαν οι αρθρίτιδες και οι
κιρσοί Απόκαμα μαθές κι από ανάσες κι αντοχές
Την άκουγα προσεκτικά και με μάτια όλη έκπληξη
Μην με κοιτάς έτσι απορημένα Τα αγριοκέρασα  αυτά μοιάζουν σαν το δίχτυ που πιάνει με την
πρώτη του έρωτα τη φτερούγα εντός του
Κάτι σαν ιστός να πεις Αν τα γευτείς ή έστω αν τα μυρίσεις μαγεύεται ηδονικά το αίμα
Ευωδιάζει το δέρμα κι άλλο δεν έχεις παρά να εγκλωβίσεις στην αγκαλιά σου το θήραμά σου
μια για πάντα
Στην αγριοκερασιά της Χαλάστρας να πας Εκεί στην τρίτη πεζούλα πριν την γκορτσιά Μόνο
αυτή γνωρίζει τα μαγικά Οι άλλες τριγύρω μυστικό δεν έχουν να σου πουν Χυμούς δεν έχουν
να σε κεράσουν Μόνο δάκρυα σταλάζουν οι κορμοί τους για εκείνη τη φονική βροχή
Τέσσερα τσαμπιά να κόψεις Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα Μην ξεχαστείς Κακό θα σε
βρει μεγάλο αν λαθέψεις στο νούμερο
Τα ξέραμε καλά εμείς οι παλιές όλα αυτά Με αυτό τον τρόπο μάγεψα τον παππού σου που
ήταν χωρίς άλλο ο πιο αντρειωμένος του χωριού Κι από ομορφάδα ίδιος κουρσάρος
Λεβέντης σωστός που κάτω στο χώμα δεν καταδέχονταν να κοιτάξει Κι όμως τον πλάνεψα
μια βραδιά στο πανηγύρι του χωριού Έπεσε στα πόδια μου σαν αδύναμο κλαράκι Τσακίστηκε
σαν πετραδάκι κάτω απ' την ορμή του καταρράκτη Τον πλάνεψαν τα μαγικά της μιλημένης
Είναι λίγο απόκρημνα Αλλά εσύ έτσι νιούτσικη που είσαι δεν έχεις ναφοβηθείς τίποτα
Μόνο πρόσεξε όταν περάσεις κάτω από την αγριαγκαθιά να μην μιλήσεις καθόλου Θα
ακούσεις φωνές και λαρυγγισμούς Μην γυρέψεις να μάθεις ποιοι σε καλούν Θα σου πουν
τ' όνομά σου Θα σου πουν για τη μάνα σου Για τον κύρη σου θα ρωτήσουν Μην απαντήσεις
Άχνα μη βγάλεις
Είναι οι λάμιες της ρεματιάς που κλέβουν τη φωνή κι όχι μόνο Κάποτε λένε μάλιστα πως
άρπαξαν έναν νέο με το άλογό του μαζί Μια ολόασπρη φοράδα ξακουστή στον τόπο μας
Κοίτα μπροστά Εκεί που είναι ο στόχος σου Κι όταν κοντα βρεθείς Μην απορήσεις αν δεις
ένα πουλί να στέκεται στα κλαριά της λυπημένο Είναι ένας γκιώνης που εδώ και χρόνια ζητά
τα παιδιά του Δως' του λίγα σποράκια να αποξεχαστεί
Την άλλη μέρα κίνησα πρωί πρωί Με το φανάρι της πούλιας συντροφιά Σίγουρα θα ήταν μια
πολύ ζεστή ημέρα Μέσα Ιουλίου με υγρασία συννεφιά και ζέστη Σκέτο συννεφόκαμα
Η φύση ξυπνούσε νωχελικά Είχα πάρει μαζί μου τα απαραίτητα υλικά Σποράκια για τον γκιώνη
ένα τέταρτο καρβέλι ψωμί γαλοτύρι και νερό για το δρόμο
Ξεπέρασα τις σειρήνες της αγριαγκαθιάς Τρίφτηκα στα χώματα και στους βράχους και με
μεγάλη προσπάθεια  έφτασα στο μιλημένο δέντρο και το θαύμασα Είδα τον γκιώνη να κάθεται
στα κλαδιά Άκουσα το αργόσυρτο μοιρολόι του Τον φίλεψα τροφή κι αυτός δειλά φτερούγισε
για λίγο σαν να με ευχαριστούσε και χάθηκε στη ρεματιά στους νεκρούς να φέρει το μήνυμα
Στο καλαθάκι που κράταγα στο δεξί μου χέρι έβαλα μέσα τέσσερα τσαμπιά ολοκόκκινα κεράσια      
Όσα η γιαγιά με συμβούλεψε Έκανα μια στάση αντικρίζοντας τη βαθιά χαράδρα Άνοιξα το δισάκι
με το προσφάι κι έφαγα Απορροφημένη από την αγριάδα του τοπίου δεν πρόσεξα τις ρίζες που
εξείχαν απ' το δέντρο Τις είδα μόλις έκανα να φύγω Με χέρια έμοιαζαν έτοιμα να δοθούν στη
μάχη Χέρια γυναικεία με μακριά βερνικωμένα νύχια στο χρώμα του μπλέ κοραλλιού Φοβήθηκα
Έκανα να φύγω τρέχοντας μα μια ισχυρή δύναμη με έδενε με το χώμα Τα χέρια ασχημονούσαν
μαζί μου Με βίαιες κινήσεις με τραβούσαν κοντά τους Και σαν σε εφιάλτη άρχισαν να μου μιλούν
επικριτικά:
-Πλήγωσες τη μνήμη των νεκρών
-Τράβηξες την καρδιά τους και την ξερίζωσες
-Πότισες μ' αρμύρα τους κήπους τους
-Στην πυρά έριξες τα ιερά βιβλία των θρήνων
Απεγνωσμένα προσπαθούσα να φύγω και τότε παρατήρησα πως μες το πανέρι μου αίμα έσταζαν
τα τέσσερα τσαμπιά κεράσια Αίμα κοχλαστό ορμητικό Αίμα αθώο σαν σπάργανο μωρού
Είχα ξεχάσει πως όταν έκοβα τα κεράσια εντυπωσιασμένη από το χρώμα τους πήρα και πέρασα
σαν σκουλαρίκι στ' αφτί μου ένα ολοπόρφυρο τσαμπί που τώρα κείτονταν στο χώμα μαζί μ' εμένα
απολησμονημένο κι άπνοο!

                                                                                                                                           

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

κρυφός κυνηγός

Αποτέλεσμα εικόνας για πηγάδι

Μη φοράς αυτό το μαύρο σάλι  Δεν σου πάει Τονίζει τις γωνίες του προσώπου 
σου Σκοτεινιάζει τα μάτια σου Φυλακίζει τις λεπτές φλεβίτσες του λαιμού σου
Δεν το βλέπεις; Γιατί Χαλιέσαι;
Φόρα αυτό το αχνοκίτρινο με τα ξεχασμένα σύμβολα Σου φωτίζει το πρόσωπο
Δένει με τα ξανθά μαλλιά σου Τώρα που το σκέφτομαι θα μπορούσε να σε έλεγαν
Χρυσηίδα έτσι ολόλαμπρη που γίνεσαι στην αγκαλιά μου Ή μήπως Ιφιγένεια 
να σε ποθούν οι ψιχαλιστές ματιές των εφήβων;
Όπως και να 'χει βγάλε αυτό το μαύρο σάλι Κάνε μου τη χάρη έστω γι απόψε
Τα χέρια μου τα βλέπεις; Μην τα αποπαίρνεις Μην τα αφήνεις στις μαύρες τους
σκέψεις Μην τα παραμελείς Σε πιστεύουν
Τα χέρια μιλάνε Αγκαλιάζουν Πονάνε Αστοχούν και Προσεύχονται Μην ακούς
τους επιλήσμονες που τα παραμελούν στα παλιά συρτάρια της πλάνης 
Έχεις ποτέ ακούσει πόσο δυνατά κραυγάζουν όταν αλυσοδένονται;
Έχεις ποτέ μιλήσει στα μικρά σταγονίδια του ιδρώτα τους όταν στον έρωτα δίνονται;
Γνώρισα κάποτε έναν άνθρωπο που τα είχε περί πολλού τα χέρια κι ήξερε
να τα διαφεντεύει Ιπτάμενος ήταν Μάγος ή Γητεύτης
Ήξερε πολλά ταχυδακτυλουργικά Ήξερε να κρατά αμέτρητα μπαλόνια στη μια
του μόνο χούφτα Αν θες να ξέρεις στο άλλο χέρι του αντί για δάκτυλα είχε
μαχαίρια Από εκείνα τα βαριά τα μαυρομάνικα Κι όμως ανάλαφρα πετούσε κάθε 
που τον αγκάλιαζε η γύρη των άστρων Ειδικά πριν το ξημέρωμα
Με συγχωρείς για όλη αυτή τη φλυαρία αλλά ξέρεις πόσο στα χέρια σου πιστεύω
Πόσο τροφοδοτώ τις φλέβες τους με εξωτικά αρώματα Πόσα πετράδια ακουμπώ
πάνω στην λεπίδα των νυχιών τους
Βγάλε πια αυτό το μαύρο ρούχο Μια βλαστήμια ξεστομίζει στα αλαβάστρινα
μπράτσα σου Δεν την ακούς; Εμένα με ακούς;
Φοβάμαι πως συνεχώς πενθείς εκείνα τα σκοτωμένα περιστέρια που μιαν Άνοιξη
απάγκιασαν στο μπαλκόνι σου Κάποιος πιτσιρικάς τα είχε λαβώσει θανάσιμα Τον
είχα δει Μάλιστα του άρπαξα το αεροβόλο Έφυγε κλαίγοντας και βρίζοντας με
Εσύ υποκρινόμενη μου είπες πως μόνη σου τα σκότωσες σε μια στιγμή κρίσης
Υποστήριξες πως σου έκοβαν τη θέα στο απέναντι σουβλατζίδικο και στη μουριά
που μικρό παιδί φύτεψες 
Ποτέ δεν έμαθα γιατί τον κάλυψες Ένα κακομαθημένο παιδί ήταν Μήπως κάτι
σου θύμιζε; Μήπως τον πατέρα σου που συστηματικά κυνηγούσε τρυγόνια;
Καιρός να τα ξεχάσεις όλα Μια βόλτα να πάμε στη θάλασσα Τώρα που οι μέρες
ανυπάκουες έγιναν κι όλο μας ξεχνούν Να καθίσουμε πάνω στις αρχαίες πέτρες
και ν' ατενίσουμε το ηλιοβασίλεμα Λιλά να βάφει τα μάτια σου Λιλά να στρώνει
σεντόνια Εκεί να πλαγιάσουμε Ένα να γίνουμε με τη γραμμή του ορίζοντα
Αλλά βγάλε αυτό το μαύρο σάλι Βάλε τα σανδάλια που δένουν στις κνήμες
Κι έλα να φύγουμε με απλωμένα τα χέρια μας σαν λευκά νυφιάτικα σεντόνια
Στα πελάγη να ανοιχτούμε με οδηγό το κάτοπτρο της μέδουσας κι όπου μας
βγάλει 
Οι καθρέφτες δεν λένε ποτέ την αλήθεια μόνο η θάλασσα μας γνωρίζει
πραγματικά
Μια νύχτα που θα κοιμάσαι θα σπάσω όλους τους καθρέφτες στο σπίτι Άλλο 
να μην σε ξεγελάνε και διάφανη σε δείχνουν
Δεν θα ακούσεις τίποτα καθώς θα σε περιτριγυρίζουν οι κυματισμοί του πελάγου
Κι έτσι όπως μες στο όνειρο θα είσαι τον μικρό ναυτίλο θα γνωρίσεις Εκείνον που
φωλιές φτιάχνει στα ψάρια Αυτόν που ποτέ του δεν κράτησε μολύβι και πινακάκι
Κι όμως τα φωτεινά βιβλία του κόσμου διαβάζει και μυστικά τ' ασπάζεται
Να ξεχάσεις επιτέλους εκείνο τ' άλλο παιδί που από χρόνια σε στοιχειώνει 
Το αεροβόλο του κοιμάται στο άδειο πηγάδι Ποτέ δεν θα το βρεις επιθετικά να
μιλήσεις μαζί του Και το παιδί πάνε μήνες που ξενιτεύτηκε Κάποιοι μου είπαν
πως πουλάει μαχαίρια μαυρομάνικα στις αγορές της ανατολής ξεχασμένο απ' τους
δικούς του θεούς 
Μην αργείς αχνοκίτρινο είναι τ' απόγευμα σαν το σάλι σου Και τα μαλλιά σου σαν 
ένα μπουκέτο ώριμα στάχυα Χαμογέλα στους θεριστάδες Περισσεύουν τα φιλιά τους 
σήμερα και σμίγουν με τα χαλκοκίτρινα χρώματα της δύσης
Α! πάρε μαζί σου και το σημειωματάριο Απόψε θα σου μάθω τη γλώσσα των πουλιών 

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

αν θα...(χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Δροσίζεται όταν
αλλάζει πουκάμισο
το φίδι;

Κομπάγιασι Ίσσα

Στο κρεββάτι μου
Όνειρα ξηλωμένα
Με περιμένουν

Σώπα κουρσάρε!
Συνομιλεί τ' άγαλμα
Με την ακρίδα

Σαν μπουμπουνητό
Το κάλεσμα του βοδιού
Έρχεται βροχή

Στην αλισάχνη
Πνίγηκε το τοπίο...
Άγκυρα ρίξε

Στ' αγριόσκοινα,
Έριξαν τα φανάρια
Λευκή κουρτίνα

Πώς να υφάνω
Τα λουλούδια του λωτού
Χωρίς τ' άρωμα;

Ξέσπασε βροχή
Θυσίες θα πρόσφεραν
Τα σαλιγκάρια!

Παρόχθια γη,
Τα άνθη σου χαρίζεις
Χαλί στο νερό

Κυκλάμινο μου!
Το ροζ καπελίνο σου
Πόσο κοστίζει;

Στην καλαμωτή,
Έπιασε το τζιτζίκι
Διπλές βάρδιες

Μέσα στο γκρίζο,
Ρεστάρισε η μέρα
Κι ούτε ένα κέρμα

Στην πανσέληνο,
Τα άνθη της μανόλιας
Σαν σκουλαρίκια

Σώπα τζίτζικα!
Ν' ακούσω τα κύματα
Πως 'σκαν στις ακτές

Ανεμότρατα
Γλιστράει στη θάλασσα....
Με όρτσα πανιά

Μια πεταλούδα,
Στο λουλούδι του κάκτου
Αγκυλώθηκε

Λάμπουν στη χλόη,
Άπειρα φαναράκια
Πυγολαμπίδων

Καθώς φωτίζει,
Στη σούστα κορδωμένος
Ένας πετεινός

Καθώς προχωρώ
Αμέριμνος στο δάσος....
Γλιστρά μια πέτρα

Πέτα τζίτζικα,
Στα φύλλα της φιλύρας
Χυμούς δεν θα βρεις

Δίπλα στις ράγες,
Άτολμο χαμομήλι
Τέμνει τη σκουριά

Κρυφοκοιτάζει
Πίσω απ' τα σύννεφα,
Ο χαρταετός

Μέσα στις φωλιές
Ωραία συνυπάρχουν
Σβώλοι κι άγανα

Μέσα στην πάχνη
Ακόμα και οι πέτρες
Διάφανες είναι

Μες το πέλαγος
Ακυβέρνητη βάρκα
Γλάροι την σέρνουν

                                                          

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

μετέωρα βήματα (χαϊκού)

decoration, flowers, nature, pretty

Η ιτιά κι ο ατμός 
του τσαγιού
παρέα τρέμουν 

Κομπάγιασι Ίσσα

Ξύπνησα νωρίς
Κι είπα να ξεψαχνίσω
Αλλιώς τη μέρα

Στην προκυμαία
Σπαράζουν τα κύματα
Και οι βοριάδες

Σαν ανεβαίνεις
Πάνω απ' τα σύννεφα
Πες μου μια λέξη

Γρατζουνισμένη
Η κοιλιά του σύννεφου
Ξεσπά σε βροχή

Χαροκαμένη
Γυρνά η χελιδόνα
Μ' άδειο το ράμφος

Στο υπόγειο
Κρεμασμένη υφαίνει
Το νυφικό της

Λάμψη αστραπής
Και τα μάτια της γάτας
Σωρεύουν πλούτη

Κρεμάς τα ρούχα
Και το συρματόσκοινο
Σ' ερωτεύεται

Πρωινή πάχνη
Βαραίνει τα γόνατα
Της καλεντούλας

Στ' άσπρα σεντόνια
Έδεσε η πιρόγα
Τ' αποσπερίτη

Φεγγάρι φτενό
Σε μια μηχανότρατα
Κατάρτια στήνεις

Στόλοι αγκαθιών
Και γύρω τα μερμήγκια
Στρατοπεδεύουν

Πέταλο χρυσό
Μα η τύχη δεν θέλησε
Καρπούς να δέσει

Βαθύ πηγάδι
Πόσα κρυμμένα λόγια
Κρατάς στο βυθό;

Λυγερόκορμη
Περνάει η σελήνη
Φιδίσιο δρόμο

Την ομορφάδα
Φυλακίζουν τα ρόδα
Σ' αγκαθιού φωλιά                                  

Απόχες ρίχνει
Απόψε η σελήνη
Πάνω στο μνήμα

Στ' απόσκια ρίχνει
Ο μαύρος καβαλάρης
Ψυχρά στιλέτα

Μες στο ποτάμι
Επιπλέει η σπάθα
Του σκοτωμένου

Ανέμου ριπές
Στ' ανεβοκατέβασμα
Της πεταλούδας

Πάνω στα τείχη
Σκαρφάλωσε η φτέρη
Επιδέξια

Δροσοσταλίδες
Στα ροζ ροδοπέταλα....
Κάποια θα πέσει!

Σμήνη εντόμων
Πάνω από τη λίμνη
Ίδιο βουητό!

Φωνή του κούκου
Στην ερημιά του πάρκου
Ποιον να ξυπνήσει;

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ο έρωτας του φεγγαριού

Αποτέλεσμα εικόνας για του Μαγιού φεγγάρι

Μια ριπή αγέρα διαπερνούσε απ' άκρη σ' άκρη την πόλη κάθε που έφτανε η ώρα
που το κορίτσι του κάστρου έβγαινε από το σπίτι του
Ψηλή λυγερόκορμη ελαφροπατούσα
ξεκινούσε τη βόλτα της προς την κατεύθυνση του παρακείμενου ποταμού
Κανείς δεν την είχε δει ποτέ Κανείς δεν την είχε πλησιάσει Κανείς δεν της είχε πάρει λόγο
Με τις νυχτοπεταλούδες μιλούσε με τις μυρτιές και τ' άγουρα στάχυα συναναστρεφόταν
Στο φως της μέρας ποτέ δεν έβγαινε  Ήλιου χάραμα δεν είχε δει Φιλήματα δεν ήξερε
Σαν μια μάγισσα του σκότους την φόβιζε πολύ το φως και τ' ανακάτεμα με τα επίγεια
την απωθούσε
Μόνο μία νύχτα κάθε που έβγαινε το ολόγιομο φεγγάρι του Μαγιού χάραζε την πορεία της
στον έξω κόσμο Μια φορά το χρόνο ξετύλιγε το νήμα μη και χαθεί Όλα τα φεγγάρια τα
αγαπούσε αλλά μόνο εκείνο του Μαγιού ήταν που την προσκαλούσε ερωτικά κοντά του
Περπατούσε αργά με τις πρέπουσες πάντα προφυλάξεις να μην πληγώσει το χώμα τις πέτρες
και τα ολάνθιστα ρόδα Ειδικά τα ρόδα που της έδιναν εκατόφυλλες ζωές κι ανάσες πολύχρωμες
Κάποιοι την αποκαλούσαν "κόρη του φεγγαριού" και κάποιοι άλλοι "αλλοπαρμένη" και "μάγισσα"
Μάλιστα τόσο μακριά έφτανε η φαντασία τους που την θεωρούσαν ικανή -με τις υπερκόσμιες
δυνάμεις της- να προξενήσει αναστάτωση στις μικρές καθημερινές τους στιγμές
Δονήσεις και ρήγματα βαθιά στις απρόσωπες σχέσεις τους να επιφέρει
Έκαναν τάματα στον Άγιο Έκαναν ολονυχτίες στην Παναγιά των Βράχων Σκόρπιζαν στάχτη
στα σταυροδρόμια Γέμιζαν τις στάμνες με αμίλητο νερό Μάζευαν τα παιδιά πριν πέσει
το δείλι στο σπίτι μην και τα πληγώσει
Κλειδαμπάρωναν τις πόρτες κι έβαζαν στα πόμολα αραχνοΰφαντα σκεπάσματα
διάφανα να γίνονται τα χάδια τους Μαγικά ανακάτευαν φίλτρα
Κακό να μην τους βρει Η ματιά της μην τους διαπεράσει Η δύναμη της μην τους τσακίσει
Αυτή τίποτα απ' τα παραπάνω δεν γνώριζε Με το νήμα στο χέρι περπατούσε
 Ένας ο προορισμός ένας ο πόθος της:
Ν' αγκαλιάσει το ολόγιομο φεγγάρι που στο ποτάμι πνίγονταν
Αχτίδες να μαζέψει στο προσκεφάλι της να τις φυλάξει
Να λάμπουν ονειρικά οι μακριές της νύχτες
Απόκοσμες ν' ακούει μελωδίες σαν εκείνες των γρύλων την ώρα της συνουσίας
Όλα κυλούσαν ομαλά σαν τα ατάραχα νερά της λίμνης Όλα προχωρούσαν τακτικά καθώς
η βούληση όριζε ώσπου ήρθαν οι ασημοκλωστές της βροχής πάνω στο κάδρο της φύσης
κι όλα τ' ανέτρεψαν
Χάθηκε το Μαγιάτικο φεγγάρι πίσω από τα σύννεφα Αγρίεψε ο ποταμός Κόπηκαν τα νήματα
Στιγματίστηκε ο έρωτας από μάτια ξένα Η περιπλάνηση μονομιάς διακόπηκε όπως βίαια και
κάθετα το νυστέρι τέμνει το σώμα στον πάγκο του νεκροτομείου
Αδήριτη έμοιαζε η φυγή
Εκείνη τη χρονιά αναβλήθηκε το ταξίδι Τα όνειρα μετακόμισαν στις ρίζες των δέντρων
κι η κόρη του κάστρου αμπαρώθηκε στην σκοτεινή της κάμαρα αποκαμωμένη μόνη
κι απογοητευμένη
Δεν άνοιξε τα παντζούρια Δεν πότισε το βασιλικό στο κεφαλόσκαλο Δεν μάζεψε σποράκια
για τα σπουργίτια Της έλειπε ο έρωτάς της
Απίστησε το φεγγάρι πρώτη φορά και δεν βγήκε χρυσοκλωστές να δέσει στα μαλλιά της
καλούδια να ακουμπήσει στα πόδια της
Πήρε λοιπόν κι άρχισε να υφαίνει τα σκοτεινά της υφαντά Που και που τα πλούμιζε με υγρά
φεγγάρια Μαγιάτικα ολόγιομα φεγγάρια που τον νου της έκλεβαν από παλιά
Εκείνα τα ψεύτικα
Ακούγονταν ο αργαλειός της απ' άκρη σ' άκρη σε όλη την πολιτεία
Ένας χτύπος αέναος σφυροκοπούσε τις μνήμες τα πάθη και τις απουσίες
Χάραζε στα παιδικά μάγουλα  μουσικές 
Τακ-τουκ όλες τις νύχτες να υφαίνει υγρά φεγγάρια
Να μην ξαποσταίνουν οι άνθρωποι
Να ακροάζεται το σκυλί με τεντωμένα τ' αυτιά και να αλυχτά
Να εγείρεται ο ουρανός και να σκορπιέται Να αμαρτάνουν οι ψυχές και να ξεχνιούνται άταφες
Τακ-τουκ με τη συνοδεία μιας ασίγαστης βροχής πάντα
Τακ-τουκ σι-σι στοίχειωναν εφιαλτικά όλο τον κόσμο
Περιέπαιζαν τις μοναξιές Ξεθώριαζαν τους μύθους
Εμπότιζαν τους κήπους με όξινα φιλιά
Πολλά τα υγρά φεγγάρια πολλά τα αινίγματα κι η κόρη του κάστρου στον υγρό της τάφο
να χαμογελάει γλυκόπικρα!