Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Μετά τη βροχή

Αποτέλεσμα εικόνας για μετά τη βροχή

Έγειρες στο χώμα και κοιμήθηκες.
Υγρό χώμα με κακοτράχαλο κρανίο.
Μόλις είχε βρέξει, δυνατή βροχή, απρόβλεπτη.
Δεν φοβήθηκες τη λάσπη κι εκείνα το καρφάκια
της βροχής τα αγνόησες,
βέλη μη γίνουν στην καρδιά σου απόστημα στις φτέρνες σου.
Παντού δίπλα περπατητές με πολύχρωμες ομπρέλες,
σκισμένα αδιάβροχα και τσόχινα γάντια.
Σε  προσπερνούσαν χωρίς να σε δουν,
κάποιοι μάλιστα κινδύνεψαν να σε πατήσουν.
Μακάριος ύπνος, ρίζες έβγαζαν τα χέρια σου
και τα μαλλιά σου γκριζογάλανες πεταλούδες.
Άκουγα την ανάσα σου, ψηλάφιζα το σφυγμό σου.
Μια ζωή στον ρυθμό της αναπνοής σου έζησα,
στο ρυθμό των βλεφάρων σου είδα άπειρες Ανατολές.

Έγειρες στο χώμα και κοιμήθηκες,
με ούτε ένα πάνινο αρκουδάκι στο πλευρό σου,
χωρίς μια δαντέλα ίσκιων στα πλευρά σου.
Δεν άλλαξες πλευρό ούτε στιγμή.
Δεν σε ενόχλησε ο ήλιος, βέλη είχες στην καρδιά
μόνο ένα κουνουπάκι σχεδίαζε χάρτες στο κορμί σου
κι εσύ αχνογελούσες και ταξίδευες.
Πάντα ταξίδευές,
κάθε μέρα κατακτούσες κι από μία άλλη πόλη.
Μεγαλουργούσες όπως μεγαλουργούν τα δέντρα το καλοκαίρι,
με τα χιλιάδες τζιτζίκια να το επιβεβαιώνουν.

Στην άκρια σου δυο βότσαλα.
Πόσο θα ήθελα πάνω τους να ζωγραφίσω:
έναν αρχαίο ναό, έναν κούρο, μια μετόπη
και το δίχως άλλο ένα αγριοκυκλάμινο ξεχασμένο
σένα δύσβατο μονοπάτι πλάι στη θάλασσα των πειρατών.
Μακάρι να είχα χρώματα, διάθεση κι αντοχή.
Πονάει το πινέλο σαν πως πονάει το καμτσίκι
στα πλευρά του γέρικου αλόγου.
Γλιστρούν τα χρώματα και χάνονται,
αν δεν τα φυλάξει η μνήμη στις πάνινες τσέπες της.
Δεν σε σκούντηξα, δεν σου είπα παραμύθια,
μόνο σε παρέδωσα στη γη γαληνεμένο.
Απλά μου έφτανε πως υπήρχες, πως αξημέρωτα
θα ξανοιγόσουν στα αρχαία κτίσματα της πόλης,
με πάντα ένα χαμόγελο να ντύνει τις γυμνές πέτρες.
Το δικό σου θησαύρισμα.
Το μοναδικό απαρχής κληροδότημά σου.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Αντικλείδια

Αποτέλεσμα εικόνας για δέντρα

Ξεράθηκαν τα λουλούδια στους αγρούς
μικρή μου αγάπη, καλοκαίριασε.
Φόρτσα ο άνεμος σκίζει τα ιστία μας,
κουρελιάζει τα μαντήλια που αγαπήσαμε.
Που να απαγκιάσω;
Δεν βρίσκω τόπο απάνεμο.
Εσύ παράμερα να μου λες πως στο μουράγιο
οι φανοστάτες έστελναν διακριτικά σήματα στους νεκρούς
Μισώ τις ανούσιες αλήθειες!
Αγάπη του απερχόμενου χειμώνα.
Αγάπη των χαμηλωμένων ματιών.
Αγάπη με την ανεστραμμένη παλάμη
και το καλοσυνάτο χαμόγελο.
Δεν σε ξέχασα...
Στις ρωγμές του αντίχειρά σου χορεύω τα βράδια.

Θα 'ρθουν μέρες που με κομμένη ανάσα
θα ψάχνω έναν ίσκιο,
μια πλατωσιά να ρίξω τα ψίχουλα.
Τα πετεινά θα τσιμπολογούν αμέριμνα
κι εσύ αργοπορημένος θα βουλιάζεις,
θα σκορπίζεσαι σαν ψιχίο,
θα περιπλανιέσαι στα αδιέξοδα
των σκληρών επαναλήψεων,
μακάριος.
Αστερισμός που έχασε το φως του,
μικρό μαγνάδι που στο σκότος ξετυλίχτηκε,
ξεραμένο φύλλο στο φυτολόγιο του ερημίτη ξεχασμένο.
Σ' αναζήτησα στης γιορτής μου τη μέρα,
μα δεν ήρθες.

Καλοκαίριασε
κι εγώ στο συρτάρι μου κρατάω ζωντανό
ένα επιλήσμον φιλί.
Δες με σε κατοικώ.
Δες με ξεσκονίζω τα τοιχία.
Στο παλιό παγκάκι ο ζητιάνος
μου έδωσε μια αρμαθιά αντικλείδια
Η λεύκα με συντρόφευε.(Τι κορμοστασιά!).
Παράμερα εσύ ξιφουλκούσες μιαν απειλή,
πες μου ένα τραγούδι μου ψιθύρισες με συστολή.
Δεν υπάκουσα.
Άναψα ένα σπίρτο και σε πολιορκούσα.
Μην παίζεις κρυφτούλι...ξέρεις φαίνεσαι.
Στις ρωγμές του αντίχειρά σου παίζω ακορντεόν.
Βγάλε το καπέλο, μας χρωστάει ο κόσμος πολλά ψέματα ακόμα!

Στα όνειρά μου ζω το περίπου.
Περίπου γαλήνια,
Περίπου ωραία.
Περίπου ασφαλής.
Στα στέκια που συχνάζω σβήστηκαν οι αριθμοί:
Όλα στο άγνωστο να ζουν, όλα στο κατόπιν, όλα στο μεταξύ μας.
Τα ρούχα μου πάλιωσαν, η ζώνη μου με σφίγγει.
Βουτάω στα νερά, εξαγνίζομαι.
Αδειάζω το μπουκάλι με τα μύρα στο ποτάμι.
Θυμάμαι τα λόγια του ποιητή,
μάταια αναζητώ τη βιογραφία των ματιών του,
ποιος την υφάρπαξε;
Οι φοινικιές αρρώστησαν φέτος.
Στη Σαχάρα οι ιθαγενείς κοιμούνται σε ύπτια στάση.
Έλα!
Καμηλιέρης να προβάλεις μπροστά μου.
Μόνο ένα άγγιγμα σου μου φτάνει
για να πετάξω στις διάφανες πολιτείες,
εκεί που τα παιδιά ιερουργούν στις εκκλησίες.
Δεν θα με νικήσεις.....  

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

συνομιλίες με το κύμα

Αποτέλεσμα εικόνας για κύμα

Πότε θα επιστρέψεις στα γήινα;
Σε ένα παράλληλο σύμπαν ζεις.
Κάθε βράδυ κόβεις με το μαχαίρι
έναν φρεσκοψημένο άρτο.
Καλείς τα σπουργίτια, καλείς τους κορμοράνους,
πάντα είχες περίσσια την καρδιά και το αίμα.
Τα δάκτυλά σου μελένια όπως κι οι σκέψεις σου.
Στρώνεις το χαλάκι της εισόδου
να διαβούν οι μοίρες, μαζί με τον άσπρο καβαλάρη.
Μια τσιγγάνα σου διαβάζει ένα παραμύθι
μα εσύ αποστηθίζεις του ανέμου τις γκρίζες λέξεις.
Ανέφελα θα είναι τα μάτια σου
και με καθάριο βλέμμα θα με πηγαίνεις στους πορθμούς.
Αλλά εγώ όμως όπως πάντα θα αργώ,
ξέρεις οι ώρες δεν μου έκαναν ποτέ το χατήρι φίλες μου να γίνουν.

Στο προσκεφάλι του ύπνου μου κάνεις κατάληψη.
Ο βοριάς, είναι το χέρι σου,
ο νοτιάς, είναι η καρδιά σου
(Πόσο την προσέχω!).
Στα όνειρά μου τραβάς μαυριτάνικο μαχαίρι.
Μη απωθείς, σε θέλω.
Με αγνοείς, σου ανοίγομαι.
Είναι βαρύ το κλίμα εδώ πέρα.
Χτες είδα ένα λαβωμένο περιστέρι στο καρτέρι μου.
Μην ήταν η ψυχή σου που βημάτιζε πάνω στον κύκλο;
Η ψυχή σου ήταν σίγουρα, που το χώμα κοσκίνιζε...
Τα χρυσά μου βραχιόλια σε μαρτύρησαν
κι ο βραδινός άγγελος στο αυτί μου το ψιθύρισε.

Στην αποβάθρα έτοιμες οι βαλίτσες,
το πλοίο θα σαλπάρει στην ώρα του.
Φεγγαρόλουστα θα είναι τα βράδια στην Κίμωλο,
θα μας ξυπνά το κύμα
κι οι γλάροι θα μας κερνούν πρωινά όνειρα.
Εκεί στο ενύπνιο θα σε φιλώ και θα σε καμαρώνω,
διάρκεια να έχει η μέρα μας, διάρκεια να έχουν οι ενοχές μας.
Μακριά να μας πηγαίνει ο στίχος.
Δεν χρειαζόμαστε δίχτυα μήτε όχημα.
Εμείς φυλάξαμε λίγο απ' το κοσκινισμένο χώμα
και το κλείσαμε στα φυλακτά μας.

Έλα με των κυμάτων τις χορογραφίες να με κεράσεις, αιθάλη και νερό.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Το μερτικό στη χαρά

Αποτέλεσμα εικόνας για ηφαίστειο

Δεν ήταν η ανεμώνα που έβαψε λιλά το λαιμό σου,
ήταν μια πολύγλωσση πασχαλιά
στης Μεγάλης Παρασκευής τον περίβολο.
Γονατίζω, σε συναισθάνομαι.
Λαμπρός αετός φωλιάζει στην καρδιά μου,
Με περιγελάει, τον απωθώ.
Με συντροφεύει, τον φροντίζω.
Στο σκαμνί ανέβηκε το πεινασμένο αγρίμι,
μη φοβηθείς,
έχει να πάρει κι άλλο μερτικό απ' τη χαρά.
Γυρίζω αξημέρωτα στο σπίτι,
το ρούμι φέρνει τον πιο ωραίο ύπνο.

Φοράω τριμμένα ρούχα, οι γόβες μου στραβοπατημένες.
Άγουρα τα σταφύλια στον κήπο, άδειο το κιούπι με το λάδι.
Ερχόσουν έφευγες σαν έρπουσα ροή ηφαιστείου.
Στο στέρνο σου κιτρινισμένα τα βιβλία κι οι σκέψεις σου.
Βάλε βαστάζους που να αντέχουν.
Μην τα παρατάς.
Ο φρούραρχος στρίβει μ' επιμέλεια ένα τσιγάρο σέρτικο,
μήπως για αυτό κι οι σκέψεις σου χρωματίστηκαν έτσι;
Το χρώμα είναι αίμα,
το ήξερε ο Βαν Γκογκ περισσότερο απ' όλους.

Στέλνω μια εντολή στο φεγγάρι,
άγρια μέντα να φυτρώσει το παραγώνι μας.
Βάλε μουσική, εγώ θα βάλω μια ξεφτισμένη κουρτίνα
τον αττικό να κόβει ουρανό.
Περνούν τα χρόνια κι αλλιώς μας εκπλήσσουν τα δευτερόλεπτα,
περνά ο μακελάρης ανύποπτος σαν παιδί.
Η λάμα στραφταλίζει στον ήλιο σαν σπασμένο κάτοπτρο, πολυεδρικό.
Πόσα ακόμα θα αποκτήσω πρόσωπα;

Στον άνεμο εμπιστεύομαι το φυλακτό.
Η μάνα ήξερε να κεντά χρυσαφιά σταυρουδάκια στα μαλλοβάμβακα μαξιλάρια.
Απογευματινός ύπνος, ελαφρύς.
Απογευματινά όνειρα, λεπτά υφασμένα
(Μαλακοί οι ίσκιοι στο γύψινο εικονοστάσι)
Ο εφιάλτης σκόνταψε στη μαρκίζα με τις φτέρες.
Έλα, να αναδιατάξουμε το τοπίο των ρεμβασμών,
στα βυζαντινά ντύθηκα χρώματα, μόνο για εσένα...

Στα ερημοκλήσια τα πρώτα μας σκιρτήματα,
ποδηλάτου πάρε ακτίνα στη στίλβη της να μετράς, τον χαμένο χρόνο.

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Παρουσίαση του βιβλίου μου

Φωτογραφία της Μαρία Κανελλάκη.

Ελάτε να γίνουμε μια ζεστή αγκαλιά, να συνομιλήσουμε, να γνωριστούμε από κοντά
Να γίνουμε μια ζεστή παρέα με αφορμή το βιβλίο μου.
Σας περιμένω αντάμα να βαδίσουμε και να ταξιδέψουμε στους δρόμους της ποίησης! 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Κυκλοφορεί κι είναι σαν όνειρο

Ήταν ένα όνειρο....δεν ξέρω! 
Ήταν μια ανάγκη....δεν γνωρίζω!
Ήταν μια απαίτηση δική σας ....μάλλον....
Οι λαβές των αγγέλων βγήκαν στο προσκήνιο και ζητούν να τις αγκαλιάσετε χωρίς να αγκυλωθείτε !  
Έγιναν πράξη μετά την αμέριστη προσπάθεια της αγαπημένης μας συν μπλόγκερ Μαρίας Καννελάκη και την απεριόριστη εμπιστοσύνη του Γιώργου Δαμιανού των εκδόσεων "24 γράμματα" στους οποίους οφείλω ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ, όπως επίσης πολλές ευχαριστίες οφείλω στην εικαστικό Φλώρα Ρουμελιώτη που ειδικά δούλεψε με βάση τον τίτλο του βιβλίου! 

Κυκλοφορεί είτε με παραγγελία μέσα από τα γνωστά σας βιβλιοπωλεία είτε ηλεκτρονικά με on line παραγγελίες μέσα από την σελίδα των εκδόσεων "24 γράμματα"  και τηλεφωνικά στο: 210 6127074
Είναι αυτό που ήθελα ακριβώς (ποιοτικά). 
Το βιβλίο της καρδιά μου!

Με ενθουσιασμό σας το παρουσιάζω:





Κυκλοφορεί  σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
Οn line παραγγελίες (δωρεάν ταχυδρομικά σε όλη την επικρατεια) εδώ
και τηλεφωνικά στο 210 612 70 74 (αντικαταβολή, δωρεαν μεταφορικά)
ΣΕΙΡΑ: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (αρ. σειράς 43)
Τίτλος: Οι λαβές των Αγγέλων
Συγγραφέας: Ελένη Γιαννάκαρη
Εικαστική δημιουργία εξωφύλλου: Φλώρα Ρουμελιώτη
Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου: Μαρία Καπετανάκη

Σας φιλώ πολύ πολύ  ♥♥♥ (εντός των ημερών θα σας ειδοποιήσω για την παρουσίαση του)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Καλπασμός

Αποτέλεσμα εικόνας για καλπασμός

Μαζί σου θα δοθώ στη μάχη,
εκτάσεις μακρινές να κυριεύσουμε.
Μη βλέπεις τώρα που χαμογελάω,
οργή και θυμό έχει η καρδιά,
μαρτυρίες και κραυγές είχε το σώμα.
Αφιερώθηκα στο αδύνατο από μικρή.

Ετοιμοπόλεμη και δυνατή,
θα σταθώ μπροστά στους εισβολείς.
Ασπίδα και δόρυ θα κρατάμε,
την άβυσσο του μυαλού να στοχεύουμε.
Δερμάτινα σαντάλια και χιτώνες λευκούς θα ντυθούμε,
ελεύθερα να βγαίνουμε, στα μονοπάτια των φωνών.

Μην απορείς έτσι μικρή που με βλέπεις.
Μεγάλη έχω την πόρτα της ψυχής,
μεγάλη και διάπλατα ανοικτή στα θαύματα της ζωής.

Στο φωταγωγό το δάφνινο στεφάνι, η μυρτιά κι ο ασπάλαθος.
Απερισκεψία μεγάλη να τα αφήσεις εκεί.
Αυτά τα όπλα μας κι η κληρονομιά μας,
αυτά τα μέτρα μας κι οι μαρτυρίες μας.
Στην επιφάνεια των μαρμάρων θα τα μεταφέρω
να έχουν οι προσκυνητές κονάκι και αίμα χάλκινο, να ψυχώνονται.

Είναι άνοιξη, πέρασε η καταιγίδα.
Στέγνωσε πάνω στην πόρπη μου
το διάφανο δάκρυ των σύννεφων.
Η βαρκούλα φιλιέται με τον βράχο
και μας περιμένει...

Δώσου στον άνεμο.
Δώσου στα κύματα.
Πλησίασε χωρίς φόβο τη φωτιά,
αναμμένοι οι πυρσοί μας θα μας καθοδηγούν.
Πριν τη μάχη φόρα μονάχα,
εκείνο το φυλακτό με τη σμύρνα.
Ωραίος κι άτρωτος να μένεις στους αιώνες,
ένας επίγειος Θεός με φορά προς τον καλπασμό της ανατολής!

Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με άψογο τρόπο διοργάνωσε
η me(maria) μας με πρωτεύσασα την Αριστέα μας!!

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Οδομαχίες

Αποτέλεσμα εικόνας για Οδομαχίες

Με δυο ημιτελείς σελίδες απ' την ψυχή σου,
νοστιμίζω την καρδιά μου.
Σε κλείνω εντός μου.
Σε προσέχω.
Σου δίνομαι ολοκληρωτικά.
Το βιβλίο της ζωής σου ξαναγράφω,
στάζει το μελάνι και σχηματίζει σύμφωνα, σημεία στίξης,
κι επαναλαμβανόμενα φωνήεντα.
Ηχηρά φωνήεντα να με ακούς.
Πολλές οι σελίδες πάνω στο τραπέζι,
πολλά τα κοχύλια στη γλάστρα του δαπέδου,
πολλές οι αναθυμιάσεις από τα αναμμένα κάρβουνα της μνήμης.
Πόσα θα ήθελα εκεί να ζεσταθείς,
την πένα σου να πάρεις, συνέχεια να δώσεις στο άγνωστο
κι ένα λουλούδι λιγόζωο να περάσεις στ' αφτί σου,
να σε γνωρίσουν εξαρχής οι ώρες μου.

Πηγαίνω συχνά στο δάσος με τους σφενδάμους.
Δεν κρατώ καλάθι,
τι να συλλέξω;
Μόνο το παγούρι μου ρίχνω στον ώμο.
Ξεράθηκαν οι πηγές.
Η χλόη δεν βλασταίνει,
κι εκείνοι οι σκίουροι,
ακίνητοι επιβλέπουν, της φύσης την άναρχη εποποιία,
χωρίς καθόλου παιχνιδίσματα.

Γυμνά πολλές φορές αφήνω τα πέλματα.
Την οργή του χώματος να νιώσω,
το στεναγμό της πέτρας να φυλακίσω,
το χτύπο των πεσμένων φύλλων,
στη μελωδία της φλέβας, να εμπιστευτώ.
Αυλούς φτιάχνω.
Φτερά μερεμετίζω.
Ξυραφάκια περνώ στους κορμούς.
Μαρκάρω τα φύλλα με αίμα ελαφιού.
Ξεχνάω πως κλείνονται τα παθητικά ρήματα.
Πως να μιλήσω;
Τα πάθη πως να στεριώσω στη σημαία μου;
Αν ζωγράφος ήμουν ίσως τα κατάφερνα!

Με δυο ημιτελείς σελίδες απ' την ψυχή σου,
μπαίνω στα όνειρά σου.
Κλαδεύω τα γιασεμιά.
Μύρα σκορπίζω.
Εμφιαλώνω κρασιά ακριβά και στα χαρίζω.
Έλα να χορέψεις,
έλα να γιατρευτείς,
έλα στο τραπέζι να κλείσεις τους λογαριασμούς.
Όσο σου μοιάζω, τόσο πιο απόμακρος γίνεσαι...
Φταίνε κι αυτά τα φιλιά που άσκοπα σπαταλήθηκαν,
φταίνε κι οι καρδιές που αγνάντεψαν ψηλά κι αέρινα έγινα σήματα.
Μα πιο πολύ φταίνε οι αμαρτίες που διέπραξαν τα νούφαρα,
πριν κοιμηθούν στην αιθάλη του πρωινού.
Ψυχή μου μη ξεχαστείς, βράδυ να βγαίνεις στις οδομαχίες.
Πληγώνουν τα πρωινά!

Έλαβε μέρος στο 20ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργάνωσε
η ακούραστη Αριστέα μας 

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Πριν τη συνάντηση

Σχετική εικόνα

Σε περίμενα, είχα βάψει μαύρα τα νύχια στα πόδια.
Τα χέρια μου ολοκόκκινα, σημάδια άφηναν.
Αποτυπώματα της παλάμης στον άσπρο τοίχο,
σαν τις παιδικές ζωγραφιές
στα χρόνια της αθωότητας.
Από το παλιό πολυέλαιο της γιαγιάς
κρέμονταν οι ψυχές των προγόνων.
Αρχοντικός πολυέλαιος,
κειμήλιο μιας ζωής που ξυπόλητη έτρεχε στα χαλίκια.
Τότε που δίναμε μια σπρωξιά στον αέρα
κι επέστρεφε η χαρά στο σπίτι,
σαν το λιποτάκτη που αψήφησε νόμους και έργα

Σε περίμενα μ' ένα διπλό φιόγκο στα μαλλιά,
με μια λέξη ειπωμένη απ' τα παλιά.
Αγαπημένη λέξη: θυσία.
Το καρβουνάκι των ματιών σου σβηστό,
στο κιγκλίδωμα των δακτύλων σου πληγώθηκε το περιστέρι,
στο καμαράκι σου κιτρίνισε ο ιβίσκος.
Ήσουν εδώ.
Τα στάχυα ξεσπυρισμένα απ' τα χέρια σου.
Στρωμένο το τραπέζι με τα λινά της προσμονής,
λευκά λινά, αγορασμένα ακριβά στην τοπική εμποροπανήγυρη,
τα στεγνώναμε στον ήλιο κι αυτός θαμπωνόταν

Σε περίμενα με την αγκαλιά ανοικτή
προορισμένη μόνο για εσένα.
Μεγάλη αγκαλιά,
σαν τα Σάββατα του Αυγούστου στο νησί,
τότε που επέστρεφε η σκόνη στο σπίτι, αιωρούμενη,
επιβλέποντας το πορτραίτο σου,
αντιγράφοντας το σκοτεινό σου μειδίαμα,
εξετάζοντας τα πάθη σου,
σαν που εξετάζει ο ωρολογοποιός, την πλάνη των λεπτών.
Είναι καλά τα Σάββατα,
σαν το αχνιστό ψωμί στα χέρια του μικρού αθίγγανου
πριν προτείνει θαρρετά το χέρι στους αδιάφορους πιστούς

Σε περίμενα μ' ένα τσόχινο καπέλο κάτω απ' τη μασχάλη,
ζεσταινόμουν....όμως επέμενα.
Στα χείλη μου ένα κλωναράκι βασιλικού,
Το άλλο μοναχό του στο ποτήρι άπλωσε ρίζες.
Καιρός να το φυτέψω στην πήλινη γλάστρα της εισόδου.
Εκεί να σταθείς.
Να βαραίνει το άρωμα του σώματος σου,
να μερώνει η πίκρα στα ακρόνυχα του θυμού,
να μακραίνει ο στόχος  σου...
Πλέριος ο ορίζοντας να γίνεται,
ορίζοντας ανοιχτός με φοινικιές πολύκλωνες
Ψηλά να κοιτούν.
Οι ίσκιοι να χάνονται απ' το βλέμμα σου
και ολόρθη η ψυχή σου να βρίσκει
καλοτάξιδο πλεούμενο, στα ανοιχτά να πηγαίνει,
νησιά να ανεβάζει στην επιφάνεια και ύμνους ορθρινούς!

Έλαβε μέρος στο 20ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργάνωσε
η ακούραστη Αριστέα μας 

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

εαρινή μνήμη

Αποτέλεσμα εικόνας για αμαρυλλίδες

Μίλησα με τις άδειες κόγχες των ματιών σου σήμερα
Είχες το βλέμμα της επιτιθέμενης τίγρης πριν εφορμήσει στο θήραμα της
Σε χάιδεψα κι οι πόροι σου ανασκίρτησαν
Σε οδήγησα σε μαρμάρινη πύλη
Να έχεις να θυμάσαι την ανάσα των ηρώων
Γιατί τέτοιος ήσουν κι εσύ
Ένας ήρωας που χαμοπετά μαζί με τα πουλιά
Μην με ρωτήσεις αν στον τσίγκο μουρμούριζε η βροχή
Δεν ακούω
Δεν βλέπω
Δεν οσμίζομαι
Μόνο με την αφή επικοινωνώ
Έτσι είδα και τα μάτια σου με της αφής το νεύρο
Δεν είμαι θυμωμένη
Είμαι ετοιμοπόλεμη αλλά μου λείπουν οι μύστες κι οι γλυκόλαλες άρπες

Έψαυσα το κενό της αλήθειας σου απόψε
Κρατούσα και κεριά στα χέρια μου από εκείνα που δεν δάκρυσαν ποτέ
Δες τη μελανιά στο πόδι μου
Δες τα χέρια μου πως τρέμουν
Ακουμπώ στο περιστύλιο της λήθης
Κι αναπολώ τα λεπτά σου χέρια
Πιστεύω στον αέρα των μαλλιών σου
Δάφνινη σου φέρνω μια μπορντούρα
Να έχεις να κοιμάσαι ελαφρά
Ωραία να δουλεύουν οι φλέβες σου
Μακριά να ακούγονται οι σφυγμοί σου
Ως εκείνο το θαλασσινό μονοπάτι που έσκυβες βότσαλα να μαζέψεις
Μαζί με άσπρα κρίνα και πεταλίδες ωχρές

Χόρτασα με το μέλι των λόγων σου ξημερώματα
Είναι γήινος ο παράδεισος κοντά σου
Κι ο κήπος της Εδέμ πνιγμένος στις κόκκινες Αμαρυλλίδες
Σου κεντώ άσπρο μαντήλι
Σου περνώ στο λαιμό μεταξένιο ένα  γιορντάνι
Άκου τα χέρια μου πως μιλούν
Άκου τα πέλματά μου πως τραγούδι φτιάχνουν
Άκου τα γόνατα μου πως προσκρούουν στους ύμνους
Σ' αγαπώ με μιαν αγάπη μυρωμένη
Κάτω απ' το μαξιλάρι η εικόνα σου
Πέρα απ' το όνειρό μου η παγίδα της ελπίδας
Έλα πριν αλυχτήσει το σκυλί
Έλα πριν στο σήμαντρο κοινωνήσουν οι γλάροι
Είναι η εποχή του ζευγαρώματος
Έλα πριν στέρφα η γη στενέψει την καρδιά των παιδιών
Και στις πηγές ασπάλαθους φυτέψει

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

αδημονία σαν ευχή

Αποτέλεσμα εικόνας για σκύλος

Έκλεισε τα παντζούρια Γαλάζια παντζούρια στο χρώμα της απάνεμης θάλασσας στα μέσα του Σεπτέμβρη
Τα είχε φέρει από το χωριό Τότε που αλλάξανε τα κουφώματα για να μπουν κάποια άλλα ασφαλείας Εκείνα τα μοντέρνα Άλλαξε ταυτότητα το πατρικό της μετά από αυτό Μα ποιος να το γνοιαστεί;
Κάθισε στο νησιώτικό ξυλόγλυπτο καναπέ της Από μαόνι το ξύλο Γερό σκαρί με ριγωτές μπλε και άσπρες μαξιλάρες Αφράτες και βολικές Παραγεμισμένες με λευκά μικρά πουπουλάκια Χήνας ή πάπιας Ποτέ δεν το συγκράτησε όταν τα πήρε από ένα παλιατζίδικο ένα απόγευμα αναμελιάς
Το τσάι κόχλαζε στο γκαζάκι Τσάι βουνού Από το αγαπημένο της βουνό Εκεί που ακόμα και οι πέτρες ξεπερνούν σε αίγλη και τα πιο λαμπρά αγάλματα των μουσείων
Η κούπα της ήταν πορσελάνινη με σπασμένο το καλαίσθητο χερούλι της Ατέλειωτες οι μετακομίσεις Μα τώρα είχε βρει τη γωνιά της Το απάγκιο της Τον δικό της παραστάτη 
Ένα παλιό νεοκλασικό στο κέντρο της πόλης Με τις λίγες οικονομίες της το είχε μεταμορφώσει σε πραγματικό παλατάκι Μιλάει η ύλη όταν είσαι μαζί της προσηνής Φίλια σου χαρίζει αναθήματα στη καρδιά να τα στεριώνεις με ρευστή κόλλα της ευλογίας
Έστρεψε το βλέμμα της στον επιτοίχιο καθρέφτη της Συμπαθητική ήταν Ακόμα και θελκτική θα την έλεγες παρά την απειλητική στίλβη του χρόνου που ποτέ δεν παραλείπει να σφραγίσει τα πάντα γύρω Τα μέσα και τα εκτός Τη φλέβα της ψυχής ως και τους πόρους της επιδερμίδας Ακλόνητη αυτή τον αντιμάχονταν μα και τον προσκαλούσε συντράπεζο της στα όνειρά της Μια φιλία κερδισμένη από παλιά Μια ιδιάζουσα σχέση που μύριζε αγώνα και φρέσκο ιδρώτα πρωινού κρίνου
Στα γούνινα μποτάκια της αναπαύονταν το σκυλάκι της Αδεσποτούλι το βρήκε να τριγυρνά στη παρακείμενη πλατεία Το περιμάζεψε Δεν άντεξε αυτό το βλέμμα της αδημονίας Την αγωνία της εγκαρτέρησης στα σχιστά του μάτια
Έγινε ο φίλος της Ο αχώριστος σύντροφός της Το κεντημένο μαξιλαράκι της γιαγιάς της είχε για σπιτάκι του Με μια παράσταση έξω από τα νερά του Μια ασπρόμαυρη γάτα που ξετύλιγε ένα κουβάρι Ίσως γι αυτό το λόγο -σε αντίθεση με τη φύση του- να συμπαθούσε και τις γάτες της γειτονιάς
Μαζί τους έμπαινε στα όνειρα Μαζί τους κυνηγούσε την ουρά του Μαζί τους καταλάγιαζε τις αγωνίες του Το στρεβλό ποδάρι της πρωτινής ζωής του στην αγκαλιά της λήθης με τη βοήθεια τους να επιστρέψει
Τις αγαπούσε πολύ όλες τις κεραμιδόγατες Όλες αυτές τις κυνηγημένες μάγισσες
Αν έριχνε ένα νόμισμα στον αέρα αυτός θα έφερνε πάντα γράμματα κι αυτές την κεφαλή Συγγένευαν
και ποτέ δεν αστοχούσαν Πάντα αυτός έφερνε γράμματα και πάντα αυτές θα τον κηδεμόνευαν  με τα ναζιάρικά τους κελεύσματα Μια φιλία ακριβοδίκαια ζυγιασμένη Μεγάλη κι απρόσβλητη από το θραύσμα του άδικου κόσμου που υπέβοσκε στα σκοτεινά υπόγεια της κόλασης
Έστρεψε το χέρι της και τον χάιδεψε Υπάκουο σκυλί καλοσυνάτο δοτικό σε ότι γύρω του κινούνταν
Από ανθρώπους έως ζωύφια Από σκιές μέχρι φωταψίες Μόνο με τους κρότους δεν συμφιλιώνονταν Ανατρέμιζε η καρδούλα του ανασήκωνε τ΄αφτιά του φοβόταν Το μαξιλαράκι της γιαγιάς αποζητούσε Τα κουβάρια κι αυτός να ξετυλίξει Το κακό να περάσει Σαν αστραπή να φύγουν τα ξωτικά Με τις γατούλες του ψηλά να ορθωθεί σαν σωλήνας στροβίλου
Ο γιατρός του στην τελευταία επίσκεψη της το τόνισε ρητά Τρεις μήνες είχε ακόμα ζωή Καθολικός ο εφιάλτης κι η λάμα κοφτερή να σκίζει  το σώμα σαν χασέ
Τι θα έκανε στο μέλλον χωρίς εκείνον;
Ποιος θα της ζέσταινε τα πόδια;
Ποιος θα της ζωγράφιζε τη ζωή;
Ποιος θα της γύριζε τους δείκτες της χαράς;
Ίσως το κρεβατάκι του κι ίσως πάλι μια μεγάλη καλαθούνα με όλων των λογιών τα πολύχρωμα κουβάρια Πλεκτές κουβερτούλες να φτιάχνει γι όλα τα κατατρεγμένα κι άδολα πλάσματα της γης
Κι είχε πολλά τέτοια ανυπεράσπιστα στο εξής να γνοιαστεί
Η περίμετρος του κόσμου είχε ξαφνικά μεγεθυνθεί σε σημείο που το σύμπαν να εκλιπαρεί για επιπλέον ανάσες ώστε να μην εκραγεί σαν πυροτέχνημα αστοχίας!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο"Παίζοντας με τις λέξεις" που επιτυχώς διοργάνωσε η αγαπημένη μας Μαρία 
με πολύ δυνατές συμμετοχές!!!

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

μικροί άγγελοι

Αποτέλεσμα εικόνας για σιτοβολώνες

Χόρευε ανάμεσα στα στάχυα όλη νύχτα
Βαθυσκότεινη νύχτα Χωρίς φεγγάρι
Μόνο με άπειρα αστέρια Τ' αγαπούσε τ' αστέρια
Μικρό παιδί συνήθιζε να κάθεται στα σκαλοπάτια και να τα μετρά
Δεν άκουγε κανέναν Καμιά απειλή δεν την τρόμαζε
"Αν μετράς τ' αστέρια θα γεμίσει το πρόσωπό σου με σπυριά" της έλεγαν
Αυτή ανένδοτη
Έπαιρνε τη μαθητική της τσάντα Μια δερμάτινη τσάντα
Παραγγελία του μπαμπά της στον κυρ Χρήστο τον τσαγκάρη
Εκεί στη μεσιανή θήκη μάζευε όλα τα τραυματισμένα αστέρια
Εκείνα που ξέφευγαν από τον ουράνιο θόλο κι έπεφταν στη γη
Πλεύριζε να τα δει το φεγγάρι μα εκείνη το απόδιωχνε
Φοβόταν μην της αρπάξει κανένα και λιγοστέψει το φως της 
Ένα δύο τρία τέσσερα....εκατό αστέρια Καλή η σοδειά γι' απόψε 
Ύστερα ξεχνούσε τ' αστέρια Απόσταινε Πήγαινε στο κρεβάτι της
Το μέτρημα όμως μέτρημα
Ακολουθούσε τη συμβουλή της γιαγιά της Μετρούσε κυματάκια
Νησιώτισσα η γιαγιά της από τη μεριά του πατέρα της
Η άλλη από τη πλευρά της μάνα της βουνίσια
Αυτή την παρότρυνε να μετράει προβατάκια
Μετά από πολλή σκέψη η ζυγαριά έγυρε προς το υγρό στοιχείο
Κυματάκια μετρούσε
Αυτά που την πήγαιναν στα όνειρα
Αυτά που 'σκάγαν στις όχθες της καρδιάς της και την αρμύριζαν
Νόστιμη ήταν
Με γαλάζια μάτια Μαλλιά ξανθά ως τη μέση
Και πρόσωπο ολόγλυκο σαν ώριμο κεράσι
Η νύχτα την φίλευε αστέρια κι η μέρα της χάριζε χρωματιστές κορδέλες
Τις περνούσε στα χέρια κι έτρεχε στα χωράφια τα ξωτικά να συναντήσει
Στα στάχυα να λικνιστεί
Αχ τα στάχυα πόσο τα λάτρευε
Κάθε που έφτανε ο καιρός κι ωρίμαζαν αγκαλιές τα μάζευε κι έφεγγε σαν τον ήλιο
Με ημισέληνο έμοιαζε τώρα
Τραβούσαν τα χρόνια γοργά το άρμα τους με κατεύθυνση προς τη δύση
Ουράνια όμως παρέμενε και πάλι Αιθέρια σαν τις μορφές του ποταμού
Δεν ξεχνούσε τα βήματα
Χόρευε ανάμεσα στα στάχυα όπως έκανε κι όταν ήταν παιδί
Διττά τα μηνύματα της ζωής Δεν τα ερμήνευε Δεν τα απόπαιρνε
Κυλούσαν τα χρόνια βαθαίνοντας τις ρυτίδες της
Μα αυτή είχε τις κορδέλες της τα αστέρια της το ολοστρόγγυλο καρβέλι της
Δεν πεινούσε Αδημονούσε να φτιάξει την πιο τέλεια συνταγή Να χορτάσει ο κόσμος
Να λεπτύνει το πέπλο της ομίχλης Να μεστώσει το ρόδι στο κλαρί ολοπόρφυρο
Σαν τα σπόρια να σκορπίσουν τα ποιήματα στην αγκαλιά της
Να μαζέψει κάποια από αυτά την πρώτη της να συγγράψει συλλογή
Αγέραστο να μείνει το όνειρο
Τη δερμάτινη τσάντα της να πάρει
Εκείνη την παλιά και σαν ταχυδρόμος να μοιράσει ευχές και ψίχουλα στα άστεγα παιδιά
Στα παιδιά που κοιμούνται χωρίς όνειρα
Στα παιδιά που με νύχια σαν μαχαίρια κόβουν σε λωρίδες τις ψυχές τους και τις ακουμπούν
Στις εστίες των δυνατών όπου γης
Μήπως και ντραπεί λίγο η ζεστασιά τους
Μήπως κι αφρατέψει το σκληρό τους χώμα
Μήπως και λιώσουν τα διαμαντικά τους και δίκαια μοιραστούν στον κόσμο
Δραγουμάνος να γίνει το αύριο πιστά να μεταφράσει το άδικο
Που σαν πέτρα βαριά τα παιδιά αποτρέπει
Ψηλά να σηκωθούν με τ' αστέρια να μιλήσουν
Με καινούρια ρούχα να βγουν στους σιτοβολώνες
Τους διάσπαρτους με παπαρούνες
Τα βήματα να τους δείξει
Μαζί τους να χορέψει σε διονυσιακούς ρυθμούς
Κερνώντας ροζακί σταφύλι τον ήλιο
Τ'αχείλι του Θεού να φιλήσουν
Μικροί να γίνουν άγγελοι!


Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

τα πλην της ταυτότητας

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μαυροπίνακας

Κάτι έπρεπε να γράψει σήμερα Έστω μια λέξη Έστω κάποια ορνιθοσκαλίσματα να σκαρώσει
Θυμήθηκε τη δασκάλα της Απρόσιτος άνθρωπος Διαρκώς την παρατηρούσε:
"Διόρθωσε τα γράμματά σου Τι ορνιθοσκαλίσματα είναι αυτά που κάνεις;"
Αυστηρή και άκαμπτη ήταν με μακριά ολοκόκκινα νύχια που 'μοιαζαν με ψεύτικα
Ψεύτικη ήταν κι η ψυχή της Ανούσια η καρδιά της Παγερή σαν τις λόγχες των ηττημένων
Δεν τ' αγαπούσε τα παιδιά Προέκταση του χεριού της ήταν πάντα μια βέργα
Στα διαλείμματα μασούσε πάντα πασατέμπο Έριχνε τα φλούδια πάνω στις πλάκες
Του προαυλίου κι ήταν σαν να χιόνιζε όλες τις εποχές του χρόνου
Αν ζει ακόμα θα έχει ένα σπίτι ολοχιόνιστο από αυτή της τη συνήθεια
Κάτι έπρεπε να γράψει εξάπαντος Μια γραφή συνδυαστική
Να ζωγραφίσει έστω μια χελιδονοφωλιά
Να θυμηθεί το φιλόξενο παιδικό μπαλκόνι της Αυτό που έβλεπε προς το χρωματόδρομο
Είχε πάντα δυο χελιδονοφωλιές εκεί Απάνεμο μέρος Ανατολικό
Πως τα περίμενε κάθε Άνοιξη τα χελιδόνια Πόσο αγαπούσε τα μικρά τους
Ανοιχτά ράμφη κι οι τροφοί τους ακούραστοι
Ένα διαρκές πηγαινέλα
Τιτιβίσματα Μικρές πορείες Επιδιορθώσεις Άχυρο και λάσπη κοκκινωπή
Μαστοριά κι ανυπόμονα φτερουγίσματα Σκουλικάκια και ψαλιδίσματα
Πήρε την πένα της Διαπίστωσε πως δεν είχε μελάνη
Πήρε το ανταλλακτικό απ' το γραφείο και το τοποθέτησε προσεκτικά
Λερώθηκε λίγο
Μαύρη μελάνη σαν τις φτερούγες των χελιδονιών
Σαν τις πλάκες των ηφαιστείων
Σαν τις μπαγκαζιέρες των παροπλισμένων τρένων
Τι θα μπορούσε όμως να γράψει;
Ένα ποίημα ίσως Ένα χρονογράφημα Ένα διήγημα Ένα κορμό μυθιστορήματος
Τίποτα απ' όλα αυτά κι όλα αυτά μαζί
Μια επιστολή σε ένα μακρινό συγγενή στην τελική
Να εκφραστεί ήθελε Να φύγει η σκιά που στένευε την αναπνοή της
Που μπλάβιζε τα μάτια της  Που ξέραινε τη σκέψη της
Μια ατέρμονη προσπάθεια να κρατηθεί απ' το λίγο
Τ' αγαπούσε το λίγο Της ήταν κάποτε αρκετό
Το επέκτεινε να μοιάζει με το όλο Τα κατάφερνε
Ένας ολοστρόγγυλος κύκλος
Μια στεφάνη παλιού βαρελιού που ο πατέρας της έφερε από το πατρικό του
Καθότι ο παππούς της διατηρούσε μαγειρείο με ένα κελάρι σκοτεινό με δροσερά κρασιά
Κάποτε το χωριό της είχε αμπελώνες Φημίζονταν τα κρασιά του
Ύστερα τα ξεκώλωσαν κι έβαλαν ελιές
Ποτέ δεν έμαθε το λόγο Έμειναν όμως τα τοπωνύμια:
"Το πέρα αμπέλι" " Τ' αμπελάκι" " Ο αμπελώνας" "Τ' αγριοστάφυλλο"
Το λίγο λοιπόν αποζητούσε
Με μια λεπτή χαρακιά ν' ανοίξει την κακοφορμισμένη πληγή της
Μικρή σαν ήταν είχε χαράξει μια ξυραφιά πάνω από το γόνατό της
Ακόμη είχε το σημάδι
Ήθελε να φτιάξει ρουχαλάκια για τις κούκλες της μα η μαμά τής είχε κρύψει τα ψαλίδια
Αφού ανηλεώς είχε κομματιάσει μπόλικα καλά της ρούχα Έτσι κατέφυγε στο ξυράφι
Αχ τι χρόνια!
Πόση φωτεινότητα!
Πόσα κανίστρια γεμάτα με οπώρες!
Πόσες εξοχές γεμάτες με ξωκλήσια και σήμαντρα!
Το βρήκε Δεν θα έγραφε τίποτα Στο μπαλκόνι της θα 'βγαινε
Να συνομιλήσει με τα ζουμπούλια που ήταν σε πλήρη άνθιση
Να ανθίσει κι αυτή
Το μυαλό της να καρπίσει
Επί ματαίω να μην αποζητά το άρρητο και το ανέφικτο
Έβρεξε τα χέρια της και κοίταξε προς τον δρόμο
Ένας γυρολόγος διαλαλούσε την πραμάτεια του
-Παλιές γραφομηχανές πουλάω με αντίκες τις αντικαθιστώ
-Παλιά νομίσματα διαθέτω
-Πλάκες μαύρες προπολεμικές χαρίζω σε όποιον μου γράψει έναν και μόνο δυνατό στίχο
Πήρε τα χαρτιά της και σκάρωσε τον πιο τέλειο στίχο στον κόσμο:
"Αν σου αντισταθεί το Άλφα πήγαινε στο Βήτα κι αν κι αυτό σου αντισταθεί πήγαινε στο Ωμέγα 
Ο κύκλος να κλείσει Το μέγιστο να ζήσεις θαύμα της ολοκλήρωσης"
Του τον χάρισε και τώρα πανευτυχής έσβηνε κι έγραφε πάνω στη μαύρη πλάκα
όσα το χαρτί της αρνιόνταν να πει
Το στιγμιαίο και το αιώνιο γνώριζε
Μια πλημμυρίδα την έβγαλε αίφνης απ' τα αδιέξοδα
Αδόκιμα θα εργάζονταν από εδώ και στο εξής
Η θάλασσα έχει άπειρα σφουγγάρια κι αυτή έχει πολλά ακόμα να σβήσει πονήματα

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που άψογα διοργάνωσε η φίλη
me(maria) και την ευχαριστούμε πολύ !!!!

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ο τελευταίος επισκέπτης

Αποτέλεσμα εικόνας για γλάρος

Σκάλισα πάνω στα μάρμαρα τ' όνομά σου
Να το δει ο Θεός να σε προσέχει
Σαν χτες μου φαίνεται
Που έλυσες τη βάρκα σου για αλλού
Τα νύχια μου σκληρά θα αντέξουν
Στην πόλη που ζω
Περισσεύουν τα καμπαναριά
Μεγάλοι πελαργοί στήνουν φωλιές
Γεννάνε ολοστρόγγυλα αυγά
Αυγαταίνουν
Καμαρώνουν τα σύννεφα
Ποτέ δεν πεθαίνουν
Ποτέ δεν αφήνουν ανερμήνευτους τους χρησμούς
Ιστορίες σκαρφίζονται για τα μικρά παιδιά
Χαμογελούν σαν να 'ναι να κουρσέψουν το άσπρο κέντημα του φωτός
Τη φωλιά τους κυκλώνουν με σύρματα οι μοιραίοι μην έρθουν μάγιστροι

Στόλισα τον κήπο μου με ναρκίσσους και φτελιές
Εκεί να πηγαίνεις κάθε δείλι να βαδίζεις
Την κουβέρτα σου κρατώ ζεστή
Την πένα σου τη βυθίζω στο μελάνι
Θεϊκές να σε βρίσκουν εικόνες:
Μια κόρη αναγεννησιακή
Μια πράσινη έκταση ανθισμένη
Μια αγκαλιά παράνομων εραστών
Τραγούδια να μου γράφεις
Στιλέτα να καρφώνεις στη λήθη
Το βήμα σου να συντονίζεις με τον άνεμο
Με τόση ακρίβεια που σάν πρωτάγγελος να μοιάζεις
Εγώ θα σε θωρώ και χαμόγελα θα σου φέρνω
Λεπτές να γίνονται οι αντιθέσεις σαν τις βέργες που ξεφλούδιζες παιδί

Φώτισα το σπίτι μου με δαδιά και πυρσούς
Τράβηξα τις κουρτίνες κοντά μου να έρχεσαι με τα βραδινά τρένα
Στο κάδρο το χαμόγελό σου
Στη ντουλάπα ανέγγιχτα τα ρούχα σου
Στρώνω τα συρτάρια με λεβάντες
Διπλώνω τις κρεμάστρες με ριζόχαρτα
Αφίλητο κυλάει το αίμα μου
Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς
Πάρε το τσάι σου να ζεσταθείς
Πάρε το χέρι μου να μην βουλιάξεις
Εγώ θα πάω μια βόλτα ως το κοντινό αλσύλλιο
Τις πάπιες και τους κύκνους να ταΐσω
Χτες ο κηπουρός βρήκε νεκρό το παγόνι
Τα σκάγια είχαν την υπογραφή σου
Ο θάνατος πάντα πληρώνεται με θάνατο
Αρχέγονος νόμος
Α! δεν σου είπα ανασκάλεψε τη φωτιά και σβήσε το φως στο κατώι
Άχραντος να μοιάζεις μες στη νύχτα κι αιθέριος σαν γλάρος που πετά!

Έλαβε μέρος στο 19ο Συμπόσιο Ποίησης που για μια άλλη μια φορά
τιμονιέρισσα είχε τη φίλη μας Αριστέα και της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

τα άνθη της Ανατολής

Αποτέλεσμα εικόνας για μαύρο τριαντάφυλλο

Πιάσου απ' το χέρι του Θεού 
Πιάσε το χερούλι της πόρτας
Ποτέ δεν κλειδώνω
Έχω λαδώσει τους μεντεσέδες από χτες το βράδυ
Ήχος να μην ακουστεί
Το σύμπαν να σιωπήσει
Τα πουλιά έχουν σκληρά νύχια
Τα χαμομήλια κίτρινα μάτια
Κι εγώ από μια παπαρούνα
Αντέγραψα
Το άλικο χρώμα
Ολοπόρφυρα να γίνονται τα φιλιά μου
Νοερά να τα φωλιάζεις στο αίμα σου
Πιάσου απ' τις οπτασίες
Και τα θεϊκά παραγγέλματα
Στον άνεμο ανοιγοκλείνουν τρίζοντας
Τα γαλάζια παντζούρια
Όπως οι αρθρώσεις των γερασμένων κλόουν
Αυτών που από παλιά πικρά σ' αγαπούσαν

Στα ξυραφάκια του βοριά
Κόπηκε το χέρι μου
Κοιτούσα μια φιμέ βιτρίνα και δεν πρόσεξα
Είχα κι ολόγυμνα τα μπράτσα παρόλο το κρύο
Μα δεν σ' αρνήθηκα ούτε στιγμή
Έλα με την τρικυμία
Έλα με τ' απόβροχο
Φέρε τις γάζες των σύννεφων
Φέρε το ιώδες της δύσης
Πονάω
Τα πόδια τρέμουν
Οι κλειδώσεις δεν υπακούουν
Τα μάτια αμφισβητούν
Δροσερά σου στρώνω σεντόνια ασπροκέντητα
Μαύρα σου φέρνω τριαντάφυλλα
Από εκείνα τα σπάνια της Ανατολής
Για να ζηλέψεις κι εσύ μια φορά

Στην πολυθρόνα η γάτα χουζουρεύει
Το καναρίνι κάθισε πάνω στο ανοικτό πιάνο
Τα βύσσινα ωριμάζουν στον κήπο μαζί με τους ψιθύρους
Έλα να ακούσεις τις ομολογίες τους
Πέρασε μια αμαξοστοιχία
Κι εγώ κουνούσα μαντήλια
Αιχμαλώτισα δυο μάτια
Μην ήταν τα δικά σου;
Μόλις που διέκρινα δυο βαλίτσες
Μην ήταν οι αποσκευές σου;
Δεν βρίσκω λύση
Απάντηση πουθενά
Τέμνονται οι αλήθειες πάνω στους ιστούς
Μια θεόρατη αράχνη τις καταβροχθίζει
Που να πιστέψω;
Έχει γλίτσα απόψε στους δρόμους
Το κλεφτοφάναρο γλίστρησε
Κάτω από το παγκάκι κι έσπασε
Δεν σε βλέπω
Μόνο το χνώτο σου αισθάνομαι υγρό
Από που έρχεται ο καλπασμός;
(Πάλι οι συμμορίες θα χτυπήσουν)
Πρόσεξε!
Αλλότρια μια πομπή πληγώνει τη σελήνη εκ των έσω

Έλαβε μέρος στο 19ο Συμπόσιο Ποίησης που για μια άλλη μια φορά
τιμονιέρισσα είχε τη φίλη μας Αριστέα και της αξίζουν πάρα πολλά συγχαρητήρια

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

στιγμιότυπα (χωρίς μοντάζ)

Αποτέλεσμα εικόνας για σουρεαλισμός

Κέρινο βγήκε το φεγγάρι απόψε Μου φαίνεται πως έτσι να κάνει θα λιώσει στα γόνατα τ' ουρανού Από στιγμή σε στιγμή θα σβήσει και το σπαρματσέτο Στο τραπέζι το κλαρωτό τραπεζομάντηλο λεκιάστηκε Κουλουριάστηκε η γάτα στα πόδια μου Κλείσε το ραδιόφωνο Άδοξη η μπαλάντα που παίζει Πονάει το σώμα Κρυώνει το μέτωπο του κόσμου Υπόκωφος ο χτύπος της καρδιάς Κάπου βρέχει αυτή τη στιγμή Κάπου ξυλεύεται ένα δέντρο Κάπου ένα σύννεφο σπάει τα άλμπουρα του γέρικου ήλιου
Άκου τις μηχανές πως βουίζουν 
Άκου τα φτερά πως ξεφτούν 
Κοίτα κι εμένα πως ξεχερσώνω το χωράφι των ψυχών 
Το κοτσύφι δίπλα στην πηγή κελαηδά Στο μπράτσο σου μια ζωγραφιά ασφυκτιά Κόψε στα δυο το ψωμί Πάρε μέρος στη γιορτή Στην εμποροπανήγυρη σου αγόρασα ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά 
Πληθαίνουν οι πόνοι του κόσμου Χτες έκοψα ένα κλαράκι δρυός Στο ανθογυάλι λιγόστεψε το δάκρυ
Έγυρε λυπημένη η ανεμώνη Είναι αμαρτία να παίζεις με το γκρίζο Άναψε τη ξυλόσομπα Βουίζει ξανά ο ποταμός Λιγοστεύουμε 
Πάρε μιαν βαθιά ανάσα 
Πάρε μιαν αχτίνα ποδηλάτου να κρύψεις τους στίχους 
Φτιάξε μου μια φυλακή για να σε ελευθερώσω
Στα άβατα της ψυχής έστησα τη φωτογραφία σου Ασπρόμαυρα στο πλυσταριό τα πλακάκια Βημάτισε πάνω τους ένα παιδί Χαμογελούσε Ξάφνου έσπασε η γυάλινη λάμπα Έσταξε το πετρέλαιο στο πάτωμα Έχεις δει πως τρέμουν τα ελάφια πριν το σεισμό; Στριφογύρισε το νόμισμα Μαζί σου είναι η τύχη Δέσε τα χέρια σου Η σκοτεινά δεν έρχεται από μόνη της Στο πιάνο κλαίει μια παρτιτούρα Άνοιξε τα παράθυρα Μιλάω με μια δροσοσταλίδα αξημέρωτα Μην σκοντάψεις στον πόνο μου 
Ψάξε να βρεις τον μίτο της αλήθειας 
Ψάξε να μου βρεις ελευθέρας 
Πλέξε μου ένα ολόδροσο στεφάνι Σε διεκδικώ 
Στα μάρμαρα ψύχεται το πέλμα του ακροβάτη Αιωρείται το σκοινί στα χάη Αν κοπείς στο μαχαίρι ξεχνάς την αγάπη Αν κοπείς στο γυαλί κερδίζεις στον έρωτα Αλισβερίσι να κάνεις με το άγνωστο Αγάπησέ το Προχτές στη σκηνή του θεάτρου λύγισαν οι φανοί  Κοσκινίζει το χώμα το μερμήγκι Μαθαίνει κουτσό ο πελαργός Το βατράχι κοάζει θλιμμένα Άνοιξε το βιβλίο Σκονίστηκαν οι βιβλιοστάτες Στη φτερωτή κάθισε το αηδόνι Μονότονους μη μου αραδιάσεις λόγους Έτσι κι αλλιώς έχασα τη σειρά μου στο παιχνίδι Στο σκάκι ματαιόδοξος ο πύργος Άλλη μια παρτίδα αδιέξοδη Άδειες οι πολεμίστρες Το δαχτυλίδι δεν είχε πέτρα Το ρουμπίνι κοκκίνισε από ντροπή 
Σπρώξε την καρέκλα Ο ξένος έφυγε 
Σπρώξε το βότσαλο Δυο απόμειναν παίκτες 
Βάστηξέ μου ζεστό το χαμόγελο Κρύες οι χάντρες 
Αν χαθείς στο δάσος μπες μες στο παραμύθι Τα σποράκια της βιολέτας βλάστησαν Το κομμένο χέρι του αγάλματος ξεμάτωσε Μια βατομουριά λογομαχεί με τον κισσό Στο κενό έσμιξαν δυο περιστέρια Κόπηκε η κορδέλα Στις παρελάσεις απαγορεύτηκαν τα αμαξίδια Έλα πιο κοντά Πέφτω Ανέβηκε καμαρωτό το πετεινάρι στη στέγη Το μαντήλι ήταν κόκκινο Μεγάλο σαν θάλασσα Στη σκόνη του πιάνου τα λόγια του ποιητή Φτιάχνω μια ανθοδέσμη με γαρύφαλλα Ο άνεμος έριξε κάτω τη γλάστρα Πήλινη γλάστρα Έσπασε Εύθραυστα τα φτερά της πεταλούδας Εκεί ο μάγος αφήνει τα φίλτρα του Καλή κρυψώνα Στον αχυρώνα κατέφυγε ο άστεγος 
Πιάσε το πινέλο Αποχρωματίστηκε ο κόσμος 
Χάιδεψε το χνούδι των πουλιών Αναθαρρεύουν οι ξεχασμένοι μύθοι 
Εγώ θα κρατώ μέσα στο πρίσμα της αυγής πολλαπλή τη μορφή σου 
Κέρινο βγήκε το φεγγάρι απόψε Μου φαίνεται πως έτσι να κάνει θα λιώσει στα γόνατα τ' ουρανού 

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

στεριανός καημός

Αποτέλεσμα εικόνας για αλφαβήτα της θάλασσας

Ξεσήκωσα την αλφαβήτα της θάλασσας 
Για να την έχω συντροφιά μου μπιστική
Πολλά δεν ζήτησα για να ζω δίπλα στις αλυκές
Μια καλύβα υπαίθρια πνιγμένη στους κισσούς
Λίγο ασβέστη να την καλοθωρώ την αυγή
Αναμμένο ένα τζάκι στη χόβολη να ακουμπώ
Το μέρισμα του πόνου μου να νοστιμίζει
Ένα τραπέζι να έρχονται αποβραδίς οι γλάροι
Να στολίζουν το γυμνό του ξύλο με ψιχαλιστά όνειρα
Σ' αυτά να περιφέρεται η σκέψη μου ολοκληρωτικά
Σαν τον μικρό μετανάστη που σε μια κασέλα
Βάζει τα τελείως απαραίτητα
Κι έπειτα τη μάνα του σκύβει να στερνοφιλήσει
Χαμογελαστός κι όχι πικραμένος
Σαν να 'ναι να πάει δίπλα στην αλάνα για να ελευθερώσει
Τον τραυματισμένο του φίλο απ' τη λαβή της λάσπης

Αργά να γυρνούν οι δείκτες
Στα βαριά ρολόγια της φωσφορίζουσας πίκρας
Μυθικά να ξεδιπλώνονται τα σενάρια 
Στα εφήμερα θέλω των τρελών
Σαν τους χάρτινους ανεμοδείκτες που σκορπούν
Στην ορμή του αέρα και απομακρύνονται
Φύλλο το φύλλο να με μεθούν
Σελίδα σελίδα να με επιχαίρουν
Αόμματο να είναι το μέλλον χαοτικό
Το σήμερα ορθό να εποπτεύει τον ασημένιο ορίζοντα
Με μάτια πεινασμένου αιλουροειδούς
Ούτε μια στιγμή να μη χαθεί απ' το αναλόγιο του χρόνου
Ούτε μια τρώγλη να μην απομείνει χωρίς απαντοχή αγκαλιάς

Να μικραίνουν οι κήποι κι οι πόθοι να σβιούν
Στεριανός να είναι ο καημός
Ξερός σαν το χώμα του Ιούλη στα υποστατικά
Ακάνθινος σαν τις μεγάλες ώρες του παράνομου έρωτα
Απαλά να περνάς τα χέρια στο υγρό στοιχείο
Τα βήματα να ακολουθείς των κυμάτων
Κι αποδράσεις να σκέφτεσαι στις άγονες ξέρες
Κλήματα να φυτεύεις
Σπόρους να σκορπάς
Ολόφυτος ο πόντος να σε υποδέχεται
Μαχαίρια τα χέρια να γίνονται
Τις κληματόβεργες περίτεχνα να σκαλίζεις
Τον αποσταμένο περατάρη να περιμένεις
Μαζί του να σε πάρει στο ταξίδι
Με μάτια μέδουσας να μιλάς
Νύμφη και μάγισσα στις ριπές να εξετάζεις το πεπρωμένο
Στα φτερά των πουλιών γαλάζιες να δένεις δαντέλες
Ο πόνος χρονικές να παίρνει αποστάσεις
Και μαζί σου να πλαγιάζει ολόγυμνος σαν λεπίδι

Πήρε μέρος στο 12ο παιχνίδι "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργάνωσε επιτυχώς
η αγαπημένη μας φίλη me(maria) με αρκετά δυνατές συμμετοχές

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

το κόκκινο φόρεμα

Σχετική εικόνα

                                                                                                                         Στη Μαρία (me maria)

Ήταν μια μέρα πιο ξένη από τις άλλες Μια μέρα που μύριζε φορμόλη Έδειχνε σαν να προβάρεις το παλιό σου φόρεμα κι αυτό να σου μοιάζει ξένο Δεν το αναγνωρίζει πια το σώμα σου Σου πέφτει μικρό και φτωχικό Όπως μικρά και φτωχικά είναι τα μάτια των πεσμένων φύλλων του Οκτώβρη
Κλείνεις τη ντουλάπα Συνομιλείς με τα γύρω αντικείμενα Ξεσκονίζεις το καρδάκι με τη θάλασσα Σε πάει κάπου μακριά Σε εκείνο το καλοκαίρι με τις λευκές νύχτες Μια καλύβα από ψαθί Ένας έρωτας από αστέρια Ένας πλέριος ουρανός ασυννέφιαστος Το κόκκινο φόρεμα με το λευκό φιόγκο Τα πράσινα μάτια του κορυδαλλού Και μια σχεδία να μην μένουν άνυδρα τα όνειρα
Γι αυτό το κόκκινο φόρεμα σας μιλώ που ξένο κι άγνωστο σ' αντικρίζει τώρα Απλησίαστο Λερωμένο Τσαλακωμένο και ξεθωριασμένο απ' τις πολλές πλύσεις Χωρίς κουμπιά και με άδετους τους φιόγκους Το αφήνεις να πέσει στα πόδια σου Και μοιάζει σαν το πληγωμένο ζώο πριν πάρει την τελευταία του ανάσα και χαθεί
Ανοίγεις τα παραθυρόφυλλα Είναι καλοκαίρι μα εσύ αναπνέεις Νοέμβριο Σκέφτεσαι το σενάριο που στοιχειώνει τη ζωή σου Σκέφτεσαι τα βότσαλα που δεν πρόλαβες να ζωγραφίσεις Ψηλαφίζεις το στήθος σου Κάτι πονάει βαθιά μέσα σου Αύριο πρέπει να πας στο ραντεβού με το νυστέρι
Εσύ κι οι διογκωμένοι σου ιστοί Εσύ και οι σκληρές λέξεις Μια ξένη ουσία σκοτεινή Ένα αμαρτωλό πρόσκομμα Ένας επιβλαβής επισκέπτης Ένας αδιάλυτος φόβος που παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του πόνου Που αναποδογυρίζει τα είδωλα Που συνθλίβει το αεικίνητο όχι και το ψυχραίνει
Ανοίγεις το συρτάρι σου Ένα πακέτο τσιγάρα Ένα βιβλίο που δεν διάβασες Ένα ταμπόν και μια χτένα που ανώφελη σου είναι πια Πόσα λίγα και πόσα πολλά απομειώνει ο χρόνος Πόσα φέρνει στην επιφάνεια και πόσα σου παρακρατάει
Τρέχεις στο σαλόνι Σβηστό το τζάκι Στάχτες παντού Δεν ήρθε η σταχτομαζώχτρα λήθη να τις μαζέψει Πλησιάζεις στην πόρτα Θέλεις να βγεις στον κόσμο Θέλεις να απλωθείς στο πύρινο άρμα της πόλης Να δώσεις ένα λουλούδι σ' έναν ανύποπτο μετανάστη Να περιμαζέψεις μέσα από το πλήθος χιλιάδες νεανικά χαμόγελα Να ακουμπήσεις τη πλάτη στη ψυχρή επιφάνεια των φιλιών που άργησαν να δοθούν
Μπαίνεις στο ασανσέρ Κίτρινα τα φώτα Ξεφυλλίζεις το χάρτη της μορφής σου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα Ήρθε η ώρα να πάρεις το σώμα σου αγκαλιά Να το κανακέψεις Να του πεις να μην λυπάται Στα χέρια κρατάς μια σακούλα νάιλον Μέσα το φόρεμα Εκείνο που σε πήγε πίσω Εκείνο που προστατευτικά σε ταξίδεψε Εκείνο που ζωντάνεψε το κοιμισμένο σου αίμα
Σ' αυτό θα απαγκιάσεις Με αυτό θα αρχίσεις να ξαναγελάς Από εκεί θα αντλήσεις δύναμη Να ξεχάσεις τα σκοτωμένα παιδιά της ψυχής σου Να χαϊδέψεις την άσπρη γατούλα από πον πον που κρατάς στη τσέπη σου Να αναμετρηθείς με το τώρα Το κόκκινο φόρεμα μαύρη μη γίνει πέτρα Το κόκκινο φόρεμα να βγει απ' τα βάθη της μνήμης Να καλοσιδερωθεί για να ' ναι πάλι οι μέρες γιορτινές κι όχι ξένες και μαραμένες
...............................................................................................................................................
-Γεια σου κυρία Ανθούλα
-Έφερα αυτό το φόρεμα για καθάρισμα
-Μαντάρισε το λίγο στο μέρος του στήθους τραβήχτηκε μια κλωστή
-Ράψε κι αυτά τα κουμπιά με πασχαλίτσες δεν μοιάζουν;
-Έχω γάμο αύριο
-Προλαβαίνεις;

Πήρε μέρος στο 12ο παιχνίδι "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργάνωσε επιτυχώς
η αγαπημένη μας φίλη me(maria) με αρκετά δυνατές συμμετοχές 

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

σύννεφα - άγγελοι

Αποτέλεσμα εικόνας για Σύννεφα άγγελοι

Αχνοχάραζε κι εσύ δεν ερχόσουν
Σύννεφα άγγελοι ψαλίδιζαν γαλαζωπές κορδέλες
Είναι οι ουρές των χαμένων χαρταετών
Μου είχες πει πριν φύγεις
Ψηλά ζουν οι ελεύθεροι χαρταετοί
Ψηλά έχουν το δικό τους κονάκι
Ένα πλίθινο ημικλινές κονάκι
Με φαντασμαγορικό σκηνικό
Χρωματιστά χαρτιά και ολοπόρφυρους λαμπτήρες
Μεταξωτά μαντήλια και πυράκανθους χλωρούς
Μην είναι εκεί ο τόπος σου;
Μην έδεσες εκεί;
Ανάμεσα στα αετόχαρτα και στα καλαμόξυλα
Στωικά να επεξεργάζεσαι
Τη λίθινη κεφαλή του μαχαιρωμένου γίγαντα
Ξόρκια να κάνεις στα άφυλλα δέντρα
Φως κι αέρας σκότος και χάλκινη βροχή

Ψιχαλόβρεχε κι εσύ παράπαιες
Φονικές λακκούβες εκτροχίαζαν τα ονειροπόλα φιλιά
Είναι κάποια φιλιά που αξέχαστα μένουν
Σαν να έχει η μνήμη χρυσαφένια κλουβιά
Και μέσα τα κλείνει
Πολύτιμα φιλιά λατρεμένα
Όχι σαν εκείνα τα λαβωμένα
Που αστέρια έγιναν και θρηνούν απελπισμένα
Έλα να στα γνωρίσω
Έλα να τα γευτείς
Έχει λάσπες στ' αστέρια και θα λερωθείς
Επικίνδυνες τάφρους έχει και θα παραπέσεις
Έτσι που κλεισμένα έχεις τα μάτια σαν να κοιμάσαι
Πρόσεχε
Μόνο τα φιλιά θα σου πουν την αλήθεια
Αυτά άδολα θα σου χαρίσουν
Τους ανθισμένους οπωρώνες των ποιημάτων
Φως κι αγάπη έρεβος και σκουριασμένη βροχή 

Σουρούπωνε κι εσύ περιπλανιόσουν
Ανάμεσα στις άγονες νησίδες του ουρανού
Κρατούσες δυο στήλες αλατιού στα χέρια
Αθάνατος για να πορεύεσαι
Άτρωτος να παραμένεις στο χρόνο
Στον ύπνο μου να εμφανίζεσαι γυμνός κι ωραίος
Με ένα τσαμπί σταφύλι στα χείλη
Στο μαξιλάρι μου βρίσκω κάθε πρωί
Τσάμπουρα και κουκούτσια
Θέλησα να τα φυτέψω μα η καρδιά δεν βαστούσε
Θέλησα να τα φυλάξω μα μου ξέφυγαν
Τσάμπουρα και κουκούτσια
Μισή ζωή
Δένω τα μαλλιά μου
Κλίνω τα γόνατα
Κρύβω τις γραμμές της παλάμης
Και το θρόισμα των φύλλων προσκυνώ
Στην εικόνα σου προσθέτω καινούργια φωνήεντα
Μη σιωπάς
Άγρια η νύχτα πριονίζει το αγαλματίδιο της λήθης
Κι αν πέσεις
Από που θα αντλώ τη ζωή;
Φως κι αμαρτία θάμπος και ρυτιδωμένη βροχή 



Έλαβε μέρος στο 18ο Συμπόσιο Ποίησης της φίλης Αριστέας
που μακράν ήταν από τα πιο αξιόλογα και την ευχαριστούμε