Αυτό το ρυάκι που βλέπεις να τρέχει
δεν είναι το λουλάκι που ξέφυγε από τη σκάφη
της προσφυγοπούλας που τρίβει τη μπουγάδα
της απόγευμα Σαββάτου σε κάποια
φτωχογειτονιά.
Το ρυάκι αυτό είναι το αίμα των ηρώων
που στήθηκαν στον τοίχο χαμογελώντας
και τραγουδώντας και ούτε στιγμή δεν
δείλιασαν μπροστά στις σηκωμένες κάνες
των εγκάθετων.
Είναι των αγωνιστών που πριν κατέβουν
από τα καμιόνια τράβηξαν από το λυκαυγές
περίσσιο χρώμα κι έπλασαν με αυτό τα
κόκκινα γαρύφαλλα της επανάστασης.
Αυτά τα γαρύφαλλα τα δικά τους παιδιά
ποτέ δεν νικήθηκαν ποτέ δεν πέθαναν
όσο κι αν τουφεκίστηκαν.
Παρακαταθήκη έγιναν για έναν κόσμο
δικαιοσύνης χωρίς συρματοπλέγματα
και άδικο μπόλι.
Άφθαρτα τα παρέδωσαν στην οικουμένη
αφού πρώτα τα μπόλιασαν με τον ιδρώτα
της κυράς εκείνης που με το λουλάκι
της τάχθηκε να καθαρίσει τους λεκέδες
της ιστορίας και να απομακρύνει από τον
καμβά της οτιδήποτε μιαρό και παράταιρο
ασχημίζει τη ζωή.