Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

μια ανάγνωση


Αποτέλεσμα εικόνας για ανατολή ηλίου

Τράβηξε την κουρτίνα Αχνοχάραζε Όλα μες στο πέπλο της ακινησίας αναπαμένα 
Η φιλύρα ο σκίνος το δυοσμαρίνι ο χαλικόδρομος Όλα έμοιαζαν σαν να ψιθύριζαν 
μεταξύ τους μυστικά που κανείς δεν θα ήθελε να ακούσει Ο αυγερινός αγέρωχος 
όδευε στο θυσιαστήριο
Ξάφνου ένα φτερούγισμα ακούστηκα κάπου μακριά Ίσως να 'ταν κάποια κουκουβάγια
ή ένα ορτύκι που ξέφυγε απ' το βόλι
Τα μάτια της αποχαιρετούσαν το σκότος Τα χέρια της αγκάλιαζαν το λυκαυγές Οι
σκέψεις της ανέλυαν τα όνειρα που τη συντρόφεψαν τη νύχτα
Κάποτε -σε νεαρή ηλικία- έβλεπε συχνά ότι πετούσε  Καλό όνειρο είναι της έλεγε η 
γιαγιά της Θα πας ψηλά Θα ευτυχίσεις Θα απολαύσεις τις χαρές όλου του κόσμου 
Την ελαφράδα θα γνωρίσεις της γαλήνης 
Α! ρε γιαγιά χαμένα πήγαν τα λόγια σου!
Εσύ που σε όλα έπεφτες μέσα τελικά  σε ό,τι για μένα πρόβλεψες διαψεύστηκες οικτρά 
Χαράμι γιαγιά πήγαν κι οι μαντεψιές σου!
Εσύ που με τα σκίνα έφτιαχνες στεφάνια ολοστρόγγυλα πως και λάθεψες αγκάθια 
να μπήξεις πάνω τους αντί για ρόδα και κρίνα Εκείνα θα μου ταίριαζαν Εκείνα θα με
προετοίμαζαν για τα μελλούμενα 
Τα φορούσα αυτά τα στεφάνια και χόρευα Μαγιάτικα στεφάνια πλεγμένα με τέχνη 
Φιγούρες έκανα μπροστά στον καθρέφτη Φιγούρες μπροστά στα ανοιχτά μπράτσα 
της στέρνας που μυστικούς φρουρούς είχε στη δέση της 
-Λουλούδι μου φώναζες έλα γρήγορα μέσα μη σε πάρει καμιά νεράιδα έτσι όμορφη 
που είσαι Μη σε βασκάνει του ουρανού το μάτι και χάσεις τη λαμπράδα σου
Σε άκουγα Πώς να σου χαλάσω χατήρι; Έμπαινα στα λημέρια σου Αλεύρωνα τα χέρια 
μου και τραβούσα προς το κατώι Άπλωνα το αλεύρι στο πρόσωπό μου Γελούσα Ήμουν 
μια πραγματική νεράιδα ένας κρίνος στο έβγα του Απρίλη Με έπαιρναν οι νεράιδες που 
λες γιαγιά χωρίς ποτέ να το καταλάβεις 
Ζούσα πλάι στο ποτάμι των χεριών τους Ζούσα πίσω από τη ματιά του φεγγαριού κάθε 
που απογειωνόμουν στα ονειρικά της φαντασίας ύψη και όταν μέσα στη χρυσόσκονη
των αστεριών περιδιάβαινα τα κρύες μου φωτιές μαγευόταν ο νους μου! 
Εσύ ράφτρα σπουδαία μου έφτιαχνες εσάρπες φουστάνια και μπολερά Ποτέ όμως δεν
είχες δει τα μυστικά αραχνοΰφαντα φορέματα μου Τα δερμάτινα σαντάλια μου Ούτε τα 
γαλαζωπά φτερά μου γιαγιά ποτέ δεν θώρησες Έπαιρνα τις προφυλάξεις μου σαν να μην 
ήθελα να σε οδηγήσω στις περιπλανήσεις μου μην και χαθείς Τόσο που σ' αγαπούσα 
Σε σεντούκια τα έκρυβα κάτω από τα λινά χειροποίητα σεντόνια σου που μοσχοβολούσαν
λεβάντα βανίλια και κίτρο
Εκεί τα φύλαγα και κάθε που πήγαινες το καταμεσήμερο να ξεκουραστείς τα ξετρύπωνα 
θριαμβευτικά κι έβγαινα από το σπίτι Νεράιδα γινόμουν γιαγιά κι επιθυμούσα να με αγαπούν 
τα ξωτικά οι μάγισσες κι οι άγγελοι τόσο που κι εσύ με αγαπούσες
Μίλαγα στα τζιτζίκια πλάγιαζα στα άγανα των σταριών κατέβαινα στο ποτάμι κι έπαιρνα  
τη μιλιά του Πόσες μου έμαθε λέξεις δεν φαντάζεσαι Λίγο κρατούσε η περιπέτεια τελικά
όμως μήπως σ' αυτό το λίγο δεν εφορμούν όλα τα μεγάλα; Ψήλωνα γιαγιά όπως ψηλώνει
ο κισσός την Άνοιξη όπως ψηλώνει η κορμοστασιά στη νεότητα 
Κι έπειτα ήρθαν τα ακάνθινα χρόνια Ήρθε η αρρώστια και τα κλειστά παραθυρόφυλλα 
Τέλειωσαν οι αποδράσεις Έφυγες κι εσύ γιαγιά Μάζεψε κουβάρια μαύρα η πίκρα και μου 
ύφανε το νέο μου φόρεμα Ξέφτισαν κι εκείνα τα αραχνοΰφαντα που φύλαγα στα σεντούκια 
Ένα μόνο έμεινε ανέπαφο απ' τη φθορά κι ήταν εκείνο το τετράδιο με τα πατρόν σου γιαγιά 
χιτώνες να φτιάχνω στης μοναξιάς τις ώρες για τις δικές μου νύμφες 

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

αν ήξερες

Σχετική εικόνα

Τα ίχνη που αφήνω στην άμμο
Συχνά πυκνά βλασταίνουν
Στέρεες ρίζες μπήγουν στο νερό
Ωραίες υποθαλάσσιες ρίζες
Να 'χουν οι μικροί αστερίες κι οι ιππόκαμποι
Διχτυωτά να βρίσκουν καταφύγια
Να 'χουν κι οι ψαράδες
Μεγάλους να μετράνε καημούς
Κόμπο το κόμπο να σμίγουν
Το δάκρυ με την αρμύρα
Στεριά πουθενά ούτε καν ένα χαλικάκι
Ή έστω μια νησίδα με γλαροπούλια
Μόνο κάθετοι αλατόβραχοι και φυκιάδες
Αφρίζουσες λησμονιά κι αιθάλη πνιγμού

Τα ίχνη που αφήνω στην άμμο
Παλαιικές γίνονται εικόνες
Με άγνωστους Αγίους
Που στου έρωτα βούλιαξαν τη δίνη
Στις παλάμες του βυθού ορκίζονται
Με άρρητα λόγια που καταλύουν το φόβο
Έγχρωμους χαρίζουν αρμούς
Στα θρυμματισμένα κοχύλια των ακτών
Αν ήξερες τι συνομιλίες κάνω μαζί τους
Πόσα μελισσοκέρια μου φέρνουν
Πόσο μου παραδίδουν οπλισμό
Πόσο μου απομυζούν φαρμάκι
Τη ζωή δεν θα ξεχνούσες ξανά να πάρεις αγκαλιά
Μακριά να πάμε εκεί που οι άνθρωποι
Δουλεύουν το μάρμαρο μονάχα με τα νύχια
Και προτομές στήνουν στον Μέγιστο Ήλιο

Τώρα που σου μιλώ μόνη είμαι
Σαντάλια δεν έχω να διασχίσω τις ακτές
Και που ακτές κοντά τους να βρεθείς
Παντού βουνά πανύψηλα λαγκαδιές απάτητες
Φαράγγια δύσβατα και τόποι πνιγμένοι στους ασπάλαθους
Έχασα τις ρίζες μου
Πισωπατώ τρομαγμένη
Έχασα τους ψαράδες και τ' άγνωστα κονίσματα
Αποθηκεύω δάκρυα στην κλεψύδρα
Παραμερίζω τους πέτρινους όγκους
Βοτανίζω τα δηλητηριώδη φυντάνια
Κι ύστερα φτιάχνω
Μικρά φυλακτά με το μάτι του Θεού στο κέντρο
Αν ήξερες πόσο με παιδεύουν οι βελόνες
Πόσο οι πληγές μου πυορραγούν
Χάρτινους αετούς θα ανέβαζες στα ύψη
Για να σε βλέπω καθαρά
Πλουμιστό γενναίο ταξιδιάρη
Στου ανέμου το ξωκκλήσι προσκυνητή
Αν γνώριζες την ξηρασία  της γης μου
Θα μου επέστρεφες έντρομος
Τις θαλασσογραφίες που μαζί σου πήρες
Μαζί με τα τραυματισμένα κοχύλια
Τα ίχνη μου πάλι στην άμμο να ριζώσουν
Ψυχορραγεί καιρό η θάλασσα μου
Και κοντά της με θέλει
Κληρονόμο να με ορίσει κι αρμυρίκι της

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

μ' ακούς;

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγαπημένε

Αγαπημένε πρόβαλαν οι παπαρούνες στα λιβάδια
Καλοσυνάτες πασχαλίτσες βουίζουν στ' αυτί τους εαρινούς ύμνους
Έλα να σε ντύσω με φιλιά ηδονικά μην και πεινάσεις
Μίκρυνε το περίγραμμα των χειλιών μου απ΄τη θλίψη

Αγαπημένε εξανεμίστηκε τ' άρωμα στα ζουμπούλια
Με γοργό βήμα ο Απρίλης ανακατανέμει τα θαύματα
Έλα να με σκεπάσεις με στίχους ερωτικούς
Κρυώνω πολύ στα τυφλά σκαλοπάτια των άδειων πόλεων

Αγαπημένε μπουμπούκιασαν οι τριανταφυλλιές
Βιάζονται τα ρόδα απ' το ποτήρι του ήλιου να μεθύσουν
Έλα να τραβήξεις το αγκαθωτό συρματόσκοινο
Φοβάμαι πολύ τις αραχνιασμένες φυλακές της ψυχής

Αγαπημένε φούντωσαν οι θάμνοι στα πεζούλια
Καλά κρυμμένες θέσεις βρίσκουν τα παιδιά στο παιχνίδι
Έλα να διαλέξεις απ' την τράπουλα το πιο καλό χαρτί
Άφησα ανοικτό το πορτατίφ και με τις σκιές χορεύω

Αγαπημένε οι μαργαρίτες αναποφάσιστες κοιτούν τον ουρανό
Διαλέγουν τις πιο φωτεινές αχτίδες να πουν το "σ' αγαπώ"
Έλα να αναμετρηθούμε με του πόθου το ύψος
Έμεινα μόνη ν' αναπολώ τις κοφτές ανάσες που μου στέρησες

Αγαπημένε χορεύει ο άνεμος αγκαλιά με το κύμα
Ο μαΐστρος με κατακόκκινα τα μάγουλα αφιερώνεται στις σπηλιές
Έλα να αποκρυπτογραφήσουμε τα ιερογλυφικά της μνήμης
Άνοιξα το πήλινο πιθάρι και ξέχειλο ήταν με αρχαίες γλώσσες

Αγαπημένε λευτέρωσαν οι νεραντζιές τ' αρώματα του έρωτα
Βγήκαν και τα σπουργίτια αίμα να φέρουν και σπόρους χαράς
Έλα ολάνθιστα να φτιάξουμε στεφάνια του Απρίλη
Στης πόρτα μου το πόμολο ψυχορραγεί ο χάλκινος κύκλος

Αγαπημένε κόμισαν οι πασχαλιές μενεξεδιά πάθη στης γης το γιορτάσι
Σταύρωσαν τα κλαριά τους στην αχλή του κάλλους ταγμένες
Έλα να κατέβουμε στους κήπους τους φόβους να ξεριζώσουμε
Έχω μια πληγή βαθιά κι έναν ξύλινο πόνο στον κρόταφο που καίει

Αγαπημένε ξεπρόβαλαν τα χαμομήλια στο κοκκινόχωμα
Ζεστές φέρνουν ευχές κι ίαμα στις φλέβες που στο κρύο μάτωσαν
Έλα να κυλιστούμε στο χώμα οι ρίζες να μας γνωρίσουν
Τ' απογεύματα μου τα πήραν για πάντα οι καταρράκτες της Σαπφούς

Αγαπημένε κέρδισαν τα κυπαρίσσια δέκα πόντους ουρανό
Εκεί να ξαναγράψουν με μεγάλα ψηφία το όνομά σου χαρακωτά
Έλα τις ακίδες να βγάλουμε απ' το βλέμμα των φύλλων
Ξετυλίγω τις λέξεις στα σύννεφα να φτάσει η φωνή μου μελίρρυτη

Μ' ακούς;