Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

κίτρινη αναπόληση

Γύρεψα κάποια απογεύματα για να κρυφτώ
κίτρινα απογεύματα με τη χλόη να σκίζει τα φρύδια
άλλοτε μου δόθηκαν, άλλοτε πάλι ήταν φειδωλά μαζί μου..
3 μ.μ, 4 μ.μ, ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τους
αριθμούς και το χρόνο, ζητούσα αυτούσιο το απόγευμα
με τις ρυτίδες της μάνας να σκιάζουν τον ήλιο
με τη φρέσκια κόκκινη σαπουνισμένη ντομάτα
που δεν την καταδέχτηκα.. γιατί όμως;
Πάντα με πλήγωναν τα απογεύματα, μου στερούσαν
τη λυγεράδα της κορμοστασιάς, το νόστο
του απαγορευμένου πόνου
Ικέτης πιστός τα αποζητούσα, ίσως γιατί οι νεκροί μου
πάντα αυτήν την ώρα με επισκέπτονταν
κι εγώ αδύναμη επέστρεφα σε παιδικές μνήμες
να περιεργαστώ τα νύχια, τα φτερά, τη κρυφή ματιά
ενός ύπουλου τζιτζικιού.
Γύρευα κάποια απογεύματα να τα ιστορίσω,
η ιστορία όμως ήταν βουβή, ο μύθος, η αρπαγή της
στιγμής άνοιγαν διάπλατα τα παράθυρα και με
τύλιγαν με το πικρό μαντήλι της χήρας γης.
Αυτά τα απογεύματα στερήθηκα όταν η μπουγάδα
στέγνωνε ανέμελη χωρίς εμένα

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

το δαχτυλίδι

Σήμερα άνοιξα ένα κουτάκι, είχε μέσα ένα δαχτυλίδι
ήταν από τα αρραβωνιάσματα της γιαγιάς μου
το είχε φυλάξει η μάνα μου σε μια τρύπια τσέπη
άλλωστε γι αυτό έπεσε στα χέρια μου..
Μικρό κουτάκι δερματόδετο στο σκληρό χρώμα του καφέ.
Γέμισε η παλάμη μου με μυρωδιά σανταλόξυλου
ήταν το άρωμα που είχε πάντα η μητέρα στο δέρμα της
Δικό της άρωμα
Το δαχτυλίδι ερωτικό με μια χάντρα στη μέση
στο σχήμα της καρδιάς και με απροσδιόριστο χρώμα
κάτι σαν το μάτι της τίγρης.
Έλιωνε το σκοτάδι, πόσες αχτίνες ήλιου είχε
απορροφήσει, φορώντας το η γιαγιά μου στον αντίχειρά της
Αχτίνες ήλιου, φεγγαριού δέσμες, λάμψεις λυχναριού
και κυρίως κρυφές αστραφτερές ματιές πρώιμων εφήβων..
Έλιωνε το σκοτάδι, φοβήθηκα τόσο το φως
Είναι μεγάλο φορτίο, υπερφορτώνει τα νήματα της ζωής
αυτοκαταστροφικό και μάλιστα όταν δεν έχεις τίποτα
να ομολογήσεις..
Έκρυψα το δαχτυλίδι και το κουτάκι σε μια παλιά
υφασμάτινη βαλίτσα, άδικος κόπος!
Το σπίτι μου μια μεγάλη πυγολαμπίδα στο έλεος
παμφάγων ερπετών
Γονάτισα κι άναψα φωτιά μεγάλη, μήπως κι ο καπνός της
δώσει σινιάλο στους διασώστες μου
Υπάρχουν;

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

οι μάσκες των ποιητών

Από μικρή είχε ένα τάλαντο στην χειροτεχνία
Έφτιαχνε με απλά υλικά: παλιές εφημερίδες, μπαλόνια
και κόλλα με τη τεχνική του παπιέ μασέ, μάσκες.
Είχε αναρίθμητες μάσκες στο σπίτι, πολύχρωμες,
μαύρες, λευκές, διαφανείς
Ανθρώπων γελαστών, κλόουν θλιμμένων,
μάσκες βενετικές με φτερά πολύχρωμα που
σκονίζονταν κι άλλαζαν αποχρώσεις…
Περηφανευόταν για τα δημιουργήματά της
τα έδειχνε στους φίλους της
και κάποτε-κάποτε τις φωτογράφιζε στο στόμιο
του πηγαδιού που είχε στον κήπο της.
Μια τοιχογραφία από μάσκες πολύχρωμες
σε συστάδες πάνω στους τοίχους!
Το άλλο πού το πας; της πρόσφεραν οικονομικά οφέλη.
Οι τοίχοι της δεν χρειάζονταν επιχρωματώσεις πλαστικού,
ούτε να καλλωπίσει τα τζάμια με κουρτίνες,
ούτε να πάρει παλιές εφημερίδες,
να πλύνει τα τζάμια για να λάμπουν.
Ήταν το απόλυτο βασίλειο της μάσκας το σπίτι της.
Κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο γονάτιζε μπροστά τους
ύστερα τις χάιδευε μία-μία με τη φτέρνα της.
Μάλιστα τις είχε όλες ονοματίσει
ονόματα παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα
ονόματα που είχαν απορυθμίσει τον σκληρό πυρήνα
των κυττάρων της.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια ούτε στιγμή δεν τις είχε αποχωριστεί
ήταν οι μοναδικοί της συγκάτοικοι, ξέρεις η συνήθεια πάντα
κλείνει μια βιαιότητα.
Σήμερα όμως έπρεπε να βγει από το σπίτι,
υποχρεώσεις που δεν είχε προβλέψει θα την κρατούσαν για λίγο μακριά.
Σαν έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού στάθηκε μπροστά τους
γονάτισε, ζήτησε συγνώμη.
Οι μάσκες ακίνητες σαν να μην άκουγαν, σαν να μην έβλεπαν.
Το τρένο όμως θα έφευγε, κι ήταν το τελευταίο…
Δεν μπορούσε να τ’ αναβάλλει, το ταξίδι ήταν πολύ σημαντικό.
Λίγο πριν βάλει το κλειδί στην πόρτα, ένα πράσινο φτερό
παπαγάλου την εμπόδισε να μιλήσει.
Ξέρεις, τα τελευταία λόγια μετρούν, είναι αυτά που υπαγορεύουν οι θεοί
Οι μάσκες όμως είχαν εναντιωθεί, πήραν τη φωνή της, έμεινε βουβή.
Πειθήνια ακολούθησε το δικό τους δρόμο, μήπως
θα έπρεπε ν’ ακολουθήσει και τη δική τους στάση;
Οι μάσκες λοιδορούν τα κομπολόγια των εκλιπόντων ποιητών
Το ήξερε... πώς λάθεψε;

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

μαρτυρία

Τελικά δεν είχες τίποτα να μαρτυρήσεις στη μάνα
του Ιούδα μόνο κάποιες γνωστές λέξεις πήρες να
ψελλίζεις : φιλί, προδοσία, αργύρια….30, 40, 50, 75
δεν ήξερες πόσα….
Άρχισες να αριθμείς σιωπηλά, όταν έφτασες στο 2008
παραιτήθηκες ελλείψει ακροατηρίου.
2008, μήπως αυτή ήταν η μαρτυρία;
«2008 ξεφωνίζοντες αριθμοί στο αυτί του κωφάλαλου
λέοντα » κροτάλισαν οι λέξεις, τρίγμοι και βουερές σιωπές..
Έσφιξες το πουγκί σου και απέδρασες, ριπές σε πολιορκούσαν
φτάνοντας στα σύνορα μάζεψες τις τρύπιες πεντάρες
των πλούσιων αρχόντων και το αγαλματίδιο του νεογνού
με τα κόκκινα μάτια.
Ήταν το ακλόνητο προανακριτικό σου υλικό
Δεν ήσουν πλέον αιχμάλωτος της χνούδινης παλάμης.Ήξερες

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

η εκδίκηση της θράκας

Αναπαμένη η θράκα σε εκδικούνταν, έριξες ένα λιόφυλλο
ένα πράσινο μάτι έλαμψε, δεν αγαπούσες το πράσινο
ούτε τις κόκκινες φλόγες μόνο τη στάχτη αγαπούσες
συμφιλιώνονταν με τη γκρίζα απόχρωση της ζωής σου.
Η θράκα είναι κόκκινη, η στάχτη είναι γκρίζα
την αγαπούσες, την αγαπούσες φριχτά, δεν ήθελες
να τη προδώσεις…
Πήρες νερό, το ανακάτεψες με τη στάχτη ήθελες να
βγάλεις το δικό σου μείγμα για να λουστείς.
Δούλεψες το μείγμα με τα χέρια σου ως τον αγκώνα
έφτανε ο πόνος, τον αγαπούσες….
Έκλαψες λίγο αλλά δεν πειράζει
Ήρθες να ντύνεις το σώμα σου με την γκρίζα στάχτη
έγινες ένα σύννεφο και χαμογέλασες!
Την ζωή σου την είχες τάξει στον ουρανό έγινες
σύννεφο δικαιώθηκες:
«Ποιος δίνει σημασία στα ασήμαντα;»

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Διαύγεια

Είχε μια διαύγεια το πρόσωπό σου όχι τη διαύγεια του κρύσταλλου ή ενός γυαλιού στην αντανάκλαση της ώριμης σελήνης παρά μόνο τη διαύγεια από κρουστό χαλάζι.
Βγήκες στο δρόμο μέσα στο κρύο παγωμένο έρεβος σιωπηλά σε κοίταξα πίσω από τη κουρτίνα γράφοντας απεγνωσμένα το όνομά σου πάνω στο πάγο και ξάφνου μεγάλοι κρύσταλλοι
όμοια γλυπτά ξεφύτρωσαν από το πάτωμα
Μετέωρη βρέθηκα μέσα σε μια πελώρια σπηλιά με μάτια αίλουρου να ατενίζω τη σκληρή λευκότητα.
Θέλησα να ξεφωνίσω κι ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό αντιλάλησε
στο βάθος.
Έκλεισα βίαια το στόμα μασώντας ακατάπαυστα πάγο και
ασήμι.
Με φτερά από κρύσταλλα μουσικά κροταλίζοντας
βρέθηκες κοντά μου, στη χούφτα ευλαβικά κάτι κρατούσες:
«Σου έφερα τα δάκρυά μου χαλάζι της νύχτας για να λουστείς»
είπες…
Ξύπνησα κι ένα καταρράκτη από χαλάζι είχα στα μαλλιά μου.
Έγειρα πάνω στο σώμα σου και γοργά αντήχησαν του ελαφιού
οι δρόμοι