Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Οι παράταιροι στη φύση άνθρωποι

Πέταξε τη μάλλινη κουβέρτα από τα 
πόδια σου κι έλα μαζί μου. 
Άφησε τη ζεστή μπερζέρα κι έλα να πάμε 
σ' εκείνο το βουνό απέναντι με τις 
μειλίχιες πλάτες. 
Ναι σε εκείνο το βουνό που το κοιτάς
με τόση αμφιβολία με τα σχιστά 
σαν Μογγόλου μάτια σου.

Έχει πολλά να δούμε εκεί. 
Έχει ανθισμένες κερασιές, πηγές δροσερές,
μούσκλια νοτισμένα κι άλογα πολλά που 
κανείς δεν τα καβαλίκεψε. 
Ειδικά τα άλογα θα σου κάνουν 
μεγάλη εντύπωση. 
Έχουν σφραγίδα στα καπούλια τους 
αν και ποτέ κανένας δεν διανοήθηκε 
να τα κατακτήσει. 
Εντούτοις θα σε αφήσουν να πας κοντά τους.
Έτσι τουλάχιστον νομίζω. 
Είναι από καιρό έτοιμα και σε περιμένουν
έτσι μου είπαν κάποιοι χωρικοί. 

Πέταξε λοιπόν τη κουβέρτα κι έλα. 
Φόρεσε το κασκέτο σου, την αδιάβροχη
καμπαρντίνα, τις ψηλές σου κάλτσες 
κι εκείνα τα άρβυλα που πήρες από το στρατό. 
Έχουμε πολύ ποδαρόδρομο μπροστά μας.
Άκουσε την κουκουβάγια στον κήπο 
είναι σαν να σε καλεί. 
Είναι ανεβασμένη στο τελευταίο κλωνάρι
της βελανιδιάς.
Άκουσε την πως κουκουβίζει.

Όλη η φύση σε προστάζει. 
Εκτος από τα άλογα που σε περιμένουν
ανυπόμονα είναι κι εκείνο το σκιουράκι 
που είδες στον ύπνο σου προχθές 
που σε καρτεράει. 
Εγώ θα πάρω την τροφή. 
Ο πατέρας έλεγε πως στο βουνό αυτό 
πεινάς συνέχεια. 
Έχει χωνευτικό νερό και καθαρό αέρα. 
Μην νοιαστείς εγώ θα φροντίσω για όλα. 
Μόνο συντόμευε πριν ανατείλει ο ήλιος 
να φύγουμε. 

Εκεί είναι και οι τάφοι των αδερφών σου
σκαλισμένοι στον βράχο. 
Έχει καιρό να περάσει κάποιος να τους 
ανάψει ένα κερί. 
Όλα σε προστάζουν, το κατάλαβες;
Άκου. 
Συνεχίζει το κουκούβισμα η κουκουβάγια. 
Χρεμετίζουν και τα άλογα από μακριά. 
Α! Ναι μην ξεχάσεις στην καμπαρντίνα 
να κρύψεις ένα τουφέκι. 
Κυκλοφορούν πολλοί ληστές εκεί πέρα 
και τιμωρούν τους αφοπλισμένους γιατί 
τους θεωρούν παράταιρους στη σκληρή 
φύση τους.

Το γιατρικό

Σου χάρισα τ' αστέρια τ' ουρανού 
μου έδωσες βοτάνι της ερήμου 
είχες τα μάτια ανοιχτά στο φως
κι είχες το γιατρικό για την πληγή μου 

Με πήγαινες στα σύννεφα πεζός 
σε κράταγα μην πέσω και χτυπήσω 
με τους αγγέλους έφερνες στροφές 
κι εγώ το μουσικό κράταγα ίσο 

Έγραφα στίχους με μελάνι της καρδιάς 
τους έκρυβα κάτω απ' το προσκεφάλι 
ερχόσουν σαν γλυκιά αποθυμιά
κι άναβες της ψυχής το μανουάλι 

Τα πάντα γύρω για σένανε μιλούν 
οι στάλες της βροχής σ' αναγνωρίζουν 
κι όταν στον ήλιο προσκυνητής κινάς 
αρμέγεις φως κι οι μούσες σε ορίζουν 

Σου δίνουν να φοράς κρουστά φτερά 
για να τρυγάς του έρωτα το μέλι 
κι εγώ σ' ακολουθώ όπου κι αν πας
κι ας γίνεται το ιστίο μου κουρέλι

Έγραφα στίχους με μελάνι της καρδιάς 
τους έκρυβα κάτω απ' το προσκεφάλι 
ερχόσουν σαν γλυκιά αποθυμιά
κι άναβες της ψυχής το μανουάλι.