Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

το ανάθημα της ίριδας

Τράβηξες την κουρτίνα
Κρύος ο επίδεσμος
Λιάνιζε φως σε
Μπρούντζινα βλέμματα
Ήλιος παραγκωνισμένος
Επιστήθιο ανάθημα
Σε αχινού πράσινο πανέρι

Δεν ζητούσες χάρη!
Φώτα σε προκαλούσαν
Πορτοκαλόχρουν δωμάτιο
Κι η οροφή υπεδάφιος
Χάλκινος υδροσωλήνας
Ανέβαζε πηγάδια υγρά
Λιμνίσια τα στοιχειά
φοβάσαι;

Απέθεσες σπόρους
Τραγανούς λαγόνες
Καλωσόρισμα ασίμωτο
Στα εγερμένα νούφαρα
Συσπάται ο ουρανός
Σε αποκρούει
Γεράκι του κυκλώνα
Ψηλά κράτα τις ναϊάδες
Στιλέτα νανουρίζουν

Περιττά τα λόγια
Ανακλώμενες ριπές κρανίου
Γραμμώσεις ανοιχτής καρδιάς
Κι αορτή πληβεία-πόρνη
Σε θαλάμι αποστειρωμένο
Ίσως γι αυτό
Να αμέλησες να βγεις
Στον κόσμο

Η κουρτίνα παραφυλά
Σε φινιστρίνι υπονόμου
Βάψε το κάγκελο
Αύριο αφαιρείς τον επίδεσμο
Κόκκινο λοφίο σημάδεψα
Κυματισμός της ίριδας
Τα χείλη σου
Σε αγαπώ
.... Μόνο

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

ραγισμένη μνήμη

"Απ τη παιδική μου ηλικία δεν κράτησα τίποτα άλλο
Εκτός από μια διχάλα λαστιχένια που με αυτή σημάδευα
Πότε-πότε τη φωλιά των έγχρωμων Κυριακών"
(Σύνθημα σε τοίχο Ανώνυμης πολιτείας του Νοέμβρη)

Ένα απόγευμα ακολούθησα βουβά
Τις ταξιαρχίες των βημάτων σου
Σε ένα παγοδρόμιο νοσταλγίας
Κατέβηκα στην πόλη
Είχε βρέξει ομίχλη
Σοφές τουλίπες οπάλιων χρωμάτων
Κι ανακόλουθων σχεδιασμών
"Αγαπώ τα άφατα σχέδια
Κυκλώνουν μοναδικά το ύστατο
Βαλς της δωρικής γάμπας"
Κρύα η πόλη, άδεια
Ένα παγκάκι υπόσκαπτο
Απαγκιάζε τον αχό από το τουφεκίδι
Των άδειων τακουνιών
Ολόζεστο από φιλιά, χνώτα της φθίσης
Ανήλικες ονειρώξεις, σπάταλες
Κορμιά ανέραστα βουλιαγμένα
Σε ηλιοτρόπια μοναξιάς
Η ώρα του ραντεβού, πλησιάζει!
(Ψηλώνουν οι "βασιλείς" στο λιμάνι)
Παράμερα μια ανθοδέσμη κυρτή, χωρίς αποδέκτη

Ένα παγκάκι υπόσκαπτο
Αντίμαχη εγγραφή, πληγή στον κίονα
Χαράξεις φλεβωτές, υπενθυμίσεις
-Φυλλόρροια μιας απατημένης γλώσσας-
Να διαβάζεις τη γραφή της Ιστορίας
"Θα σε αγαπώ παντοτινά
Αλφα και Βήτα, ένα καράβι με το μάτι της Αργώς
Κοπίδι ο όφις στη σκισμή που τρέμει!"
Αγάπες εκδρομικές, υγρό αντιδάνειο
Μιας αιώνιας οδύνης
Η Πολυξένη με το ομπρελίνο
Κι ο Πρίγκηπας;
Ξέχασε...το κουτάκι
Κόκκινα τα γοβάκια, αξόδευτα
Είχε βρέξει ομίχλη,
Αλφα και Βήτα
Πουθενά το Ωμέγα της σοφής τουλίπας

Υπόσκαπτο το παγκάκι κι η πόλη συνήθης
Ξύλινα καλαπόδια δοκίμαζαν γοβάκια
Κρύες οι βιτρίνες, λουκέτα αλουμινίου
Γδαρμένα τζάμια από αλαβάστρινες
Χτένες μολυβένιων δεσποινίδων
Κατέβηκα στην πόλη, απόγευμα
Το λάθος της υγρής ασφάλτου
Να κομπιάζει στο λαιμό οργής οράματα
Νανοφυείς υπάρξεις ολόγυρα έπλεκαν κελιά
Με διαζώματα και διαχωριστικές λωρίδες
Ερπύστριες έσερναν πέταλα και κλακέτες
Ένας πλανόδιος θαυματοποιός
Ο μόνος συνταξιδιώτης μου
Άνοιξε τη παλέτα του με το αρχαίο αστέρι
Λαστιχένιες διχάλες
Τίποτα άλλο...
Και μια σβούρα τεράστια στη χούφτα του
Να αναμαλλιάζει τη μελωδία
Της Θεάς Πάχνης
Στοιχημάτισα!

"Απ τη παιδική μου ηλικία δεν κράτησα τίποτα άλλο
Εκτός από μια διχάλα λαστιχένια που σημάδευα
Πότε-πότε την καρδιά των έγχρωμων Κυριακών"
(Σύνθημα σε τοίχο;)
Ναι!
Δεκαεφτά διχάλες στα χέρια μου
Σημάδευαν υπόσκαπτες μυθικές
Αφίσες παιδικών διαδηλώσεων
Αναρτήθηκε το λάβαρο
Ξημερώνει!


στα παιδιά που σίγησαν

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

η αφήγηση ενός ανάγλυφου παπύρου

Ανήμερα το πάσχα των "ημερομήνιων"
Κατά σύμπτωση αστόχησες
Αμβλεία η σκιά της ισορροπίας
Ξέχασες και τη πρόβλεψη στην ρίζα του λωτού
(Δεν είχε λοιπόν γιορτάσι φέτος)
Ανάστατοι δυο κολοσσιαίοι έκγονοι ήλιοι
Φυγάδευαν επιταφίους αλειτούργητους
Στη μικρή κάμαρα με τα εκθέματα
Του αναστάσιμου κούρου.
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Ένας αστροναύτης κυρτός
Πολιορκούσε μια σκεβρωμένη τεφροδόχο
- Αχρηματία αυγουστιάτικων τοπίων-
Πως να πληρώσεις;
Συστάσεις επίσημες και πρωτόκολλα
Ο αγησίλαος και ο επαμεινώνδας
Στόλισαν το βάζο σου με χαρτοπόλεμο!

Ταλαντεύτηκε χαρμόσυνα η πλάτη του αστροναύτη
Μια χειραψία θερμή..
Έχω ένα πάπυρο εδώ κρυμμένο
Λεία από ένα προσωπικό ταξίδι
Στον Μήλειο αστερισμό
Δώδεκα χρόνια δεν ξεστόμισα κουβέντα
Έλα παράμερα
Εσύ ο πρώτος που στο αποκαλύπτω
Το όνομά σου;
Μα τι λες;
Για τον προγονικό πάπυρο μιλάω
Θεατρινίστικη η καμπούρα μου
Ένας πάπυρος κι ένα κιτρινισμένο σεντόνι
Δεμένο σε σχήμα πουγκιού εργάτη υλοτόμου
Άρχισε να λύνει αιώνα-αιώνα το κόμπο
Σαν να φοβόταν μη και θραύσει
Το ενδοτικό κρύσταλλο της λέξης
Ή μήπως τα ακριβά συλλεκτικά του σερβίτσια;
"Ενδεές το κλέος εντέλει"

Σφιχτοκομπιασμένη η σινδόνη
Μιλούσες σε δόσεις παγωμένου ορού
Για το ξεθωριασμένο χιόνι της
Με την πικρία του ανθρώπου
Που ονοματίζει κορυφές
Πέρασαν δώδεκα χρόνια...
Όταν η σινδόνη παρεδόθη
Έλαμψε τυλιγμένος ένας υγρός σωλήνας
Φυσητήρας από τα γεύματα των άστρων
Ανύπαρκτος ο πάπυρος
Κι η καρτερία μας, ένα τσέρκι λεόντων
Την επαύριον στις πάνω πόλεις
Άναψαν νυχτέρια-ολυμπιακές φλόγες
Στον αέρα χόρευαν-πετούσαν τσέρκια αερόστατα
"Ενδεές το κλέος εντέλει"

Ντροπιάστηκε η φλόγα
Αδειανή η σινδόνη
Τυλίχτηκα
Έκανε κρύο μαρμάρινης εστίας
Κατέβηκα το σκαλοπάτι με τη σαΐτα
Κι έραψα διάφανα αποχαιρετιστήρια μαντήλια
Άφαντοι ο αγησίλαος κι ο επαμεινώνδας
Σύραμε δίπλες τους χορούς
Μια ορχήστρα μας συνόδευε από μακρυά
Στρώσαμε σε κύκλους τα τσέρκια
Και μελετήσαμε τη διάταξη της Ιστορίας
Το θυμιατό της δάφνης στο κέντρο
Χρωμάτιζε τους νεότευκτους παπύρους
αγησίλαε, επαμεινώνδα ναυτάκια μου
Ρίξτε άγκυρα!
Κούρνιασε ο αμέθυστος στον ορίζοντα
Ανάγλυφους παιδικούς παπύρους
(έχει γιορτάσι λοιπόν φέτος)

στη μαριάνα

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

να πούμε κάτι; (ημιτελής ο κύκλος της ζωής των ελαφιών)

"Σε σένα κατέφυγαν οι πόλεμοι και τα φτερουγίσματα
για σένα έτειναν τις φτερούγες τα πουλιά του τραγουδιού"
Πάμπλο Νερούντα

Μεσάνυχτα, χωρίς κουβέντα δεύτερη
Ξεμονάχιασες τα νύχια σου
Τα απέκοψες απ την σαρκώδη μήτρα τους
Το ύστερο!.. Πρόσεξε!
Πετούν μαυροπούλια
Λεκιασμένα μπράτσα καπνίζουν στριφτά έπη
Δεν τυλίγουν αετόχαρτα
Θρηνούσες κραυγή νεογνής ανάσας
Ανθρωποφαγικό το ελάφι στολίστηκε
Άγριες φυλές εσπερινών χρωμάτων
Ξεμονάχιασες τα νύχια σου, μεσάνυχτα
Πείναγες ασβέστιο κι είχες εγκάρσια
Μια γρατζουνιά από ένα ατροφικό φτερό
Σε κυρτή καμάρα.
Μια πόρτα έκλεισε, συρματόπλεγμα βίαιο
Δεν σε σφάλισε
Απρεπής, ιδρωμένος, βιαστικός άνεμος
Ποιος ο φόβος;
Εσύ δωροδοκούσες σθεναρά
Κι επιμελώς διεξόδους - τραχείας
Μιας μοχθηρής αυτάρεσκης μοναξιάς
Ποιος ο φόβος σου;
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Κάποτε παρενόχλησαν την βάση
Του κυτταρικού σου συρματοπλέγματος
Στο υπενθύμισα
Χαμογέλασες
Ξέχασες πως... και...τι
Κατάπιες αμάσητα τα οστά σου
Η πόρτα έμεινε ανοιχτή
Μην πετάς την τροχαλία
Να την ευλογείς!
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Ποιος στο συλλάβισε πρώτος άραγε;
Σου είπαν κι άλλα
Θυμήθηκες τον ποταμό
Μια κουφοξυλιά φύση, πλούσια τα ελέη
Δύσμορφοι αμφορείς σαν πλίθινα τοιχία
Με σπασμένα καλάμια
Μια στεγασμένη γάστρα παραπέρα
Χαμογέλασες
Όρισες φρουρούς, τα δικά μου δυο χέρια
Και δυο μαριονέτες ανόητες, τραυλές
Να επιδιορθώνουν με σκωπτικά χαμόγελα
Τα επισφαλή τους σκοινιά
Από το δικό μου εργαστήρι βγαλμένες
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Δυο μαριονέτες νεκρές
Πείνασα ασβέστιο στους αρμούς
Εκτεθειμένη τοιχογραφία, ασυντήρητη
Αιώνες ετοιμόρροπη
Να πούμε κάτι;
Θυσία;
Ανθρωποφαγικό το ελάφι στολίστηκε
Άγριες φυλές εσπερινών χρωμάτων
Θυσία;
Πρόστρεξες
Πάντα εσύ!
"Μήδεια, Αντιγόνη
Ελένη, Αριάδνη
Ερατώ, Αλκμήνη"
Η ονυχοφαγία σε ταλαιπωρούσε
Από μικρό παιδί!
Έτσι για να πούμε κάτι...