Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ταξιδευτές της ουτοπίας



Εγώ τα ταξίδια μου τα έκανα
Με χάρτινες βαρκούλες
Σχεδίαζα το χαρτί
Με την τέχνη του σκιτσογράφου
Νεύματα παιδικά με το πενάκι
Του Μιρό δοσμένα σκάλιζα
Άγκυρες γλάροι σωσίβιες λέμβοι
Συρματόσκοινα
Κι εκείνοι οι ήλιοι που
Και μες στη νύχτα έλαμπαν σταθερά
Να φωτίζεται ο κόσμος
Με ολοφώτιστα όνειρα να ξαγρυπνά
Χώρο να μην βρίσκουν
Οι πικροί εφιάλτες μου
Ο τρελός με τις σκούνες
Που με φεγγαροαχτίδες γητεύει
Τις μικρές μου νησίδες
Και τα γαλάζια βραχονήσια σκυφτός να χαθεί

Ένα ταξίδι όλη η ζωή
Με τα κουρελάκια της γιαγιάς
Για άλμπουρα και πανιά
Να χαμογελούν στο απόρθητο κενό
Ελπιδοφόρα
Να στοιχίζονται οι στιγμές
Με τα φτερά
Της αέρινης πεταλούδας
Και να ελαφροπατούν στο φως πετρωμένες

Υγρό κι αέρας
Θάλασσα κι όστρια
Σε κύκλους τεμνόμενους απ' το εγγύς
Να λάμνουν αέναα

Μύθος το άγνωστο
Μου έπεμπαν οι μούσες
Μύθος το ταξίδι
Μου κέλευαν οι αστερισμοί
Όλα κοντά
Όλα τα σύνορα φευγαλέα
Μια μικρή αυλή κι ένα σοκάκι
Να παίζουν μπάλα οι αγύρτες χρόνοι
Το μόνο μέλημα
Αναχωρούσα
Καραβοκύρισσα του ονείρου
Ξεχορτάριαζα τις λίμνες της σκέψης
Κυματισμούς σχημάτιζα στις κρύες πηγές
Έτσι που το ταξίδι πνιγηρά να γίνεται ωραίο

Επιφάνεια και βυθός
Ουρανός και υπέδαφος
Στεφανωμένα με κισσούς
Πλεγμένα με νήματα φλεβικά
Στα άπειρα της ψυχής σημεία να εισχωρούν

Εγώ τα ταξίδια τα έκανα
Με χάρτινες βαρκούλες
Αποδράσεις στης καρδιάς τους κολπίσκους
Βάφονταν τα δάκτυλα κόκκινα
Επαναστατούσε η φορά του θυμού
Ραμφιζε το κοτσύφι κι έφευγε
Κελαρύσματα παντού
Νερά πουλιά ηλιοβασιλέματα λυγαριές
Και γλυκά λυκαυγή
Άνοιγα φτερούγες λευκές
Χρυσά φορούσα σανδάλια
Κι ας έλειπε το ψωμί και το μαχαίρι
Απ' το τραπέζι
Φτάνει που περίσσευε το αλάτι στην κρούστα των βράχων
Το νέκταρ στου Απρίλη την κυψέλη
Εκεί ξεδιψούσα και δείπνιζα
Εκεί μεγάλωνα και μοιραζόμουν
Ψήλωνε ο κόσμος της παράγκας
Έτσι που ψηλώνει το μαντήλι χορεύοντας
Στους αποχωρισμούς

Ξένη και γνώριμη
Μακρινή και οικεία
Φίλιωνα με τα χνάρια των ελαφιών
Και σε δάση απάτητα έφερνα το όνομα μου
Ερατώ Ελένη Ελπινίκη Ευτυχία
Στο μέγιστο έψιλον συναντούσα
Της Ελλάδας την απεραντοσύνη
Τα μεγάλα υπογάστρια της μικρής μου υφηλίου ψηλάφιζα

Μεθούσαν οι οπλές των αλόγων
Σαν που μεθάει η σκιά της σημαίας
Στη γαλάζια επιδερμίδα του νερού
Μεθούσα κι εγώ σαν μέδουσα
Σε ερυθρόμορφα αγγεία
Προϊστορική γινόμουν θεά
Και σ' έπαιρνα μαζί μου
Αθάνατος να ζεις στα υπέρθυρα της χαρμολύπης

Συγγένεψε με της ανάσας την πλώρη
Κι έλα μαζί μου ταξιδευτής της ραψωδίας μου!

                   Σε εσένα που θα αγαπώ για πάντα.....

Έλαβε μέρος στο 12ο Συμπόσιο Ποίησης που επιτυχώς
κι ακούραστα διοργάνωσε η αγαπημένη φίλη Αριστέα