Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Πλήρης άνθιση

Είμαστε ανεβασμένοι στο τελευταίο 
βαγόνι της Άνοιξης. 
Μάιος, με τα μυτερά σκαρπίνια του
στο χρώμα της ώχρας. 
Οι Αμαρυλλίδες μπουμπούκιασαν 
κι είναι έτοιμες να ανατινάξουν
τα χωνιά τους στο φως.
Αγγίζω τη σάρκα τους, βελούδινη. 
Όλο το χρόνο οι βολβοί τους
συμμετείχαν στο ανοικτό συμπόσιο 
της ομορφιάς μαζί με τους μύστες 
του κάλλους. 
Το ρυγχώδες φύλλωμα τους προσεκτικά 
κράταγε σημειώσεις. 
Λιγόζωες.
Απαράμιλλης ομορφιάς.
Στοχαστικές. 
Στης ποίησης δοσμένες τη ρότα. 
Καρτεράω σαν παιδί ανυπόμονο 
την πλήρη άνθιση τους, την προβολή 
της μικρού μήκους ζωής τους.
Δεν βιάζονται καθόλου, η ομορφιά τους
εκτός του ότι θα εμπνεύσει 
θα επιδράσει και στο σκοτεινό δωμάτιο 
της νύχτας που μόνοι κατοικούμε
περιχαρακωμένοι από καιρό σε ένα 
αδυσώπητο χειμώνα. 

Εκεί που ζεις

Έχεις στα μάτια σου μπροστά 
της Παναγιάς εικόνα 
κι εγώ εκεί γονατιστή
τριάντα τόσα χρόνια 

Τα αστέρια σε γνωρίζουνε 
κι έρχονται σιμά σου
μέλι δίνουν τα χείλη σου 
χαϊδεύουν τα μαλλιά σου 

Ζεις σε πλανήτη μακρινό 
κι άγγελοι σε φροντίζουν 
γυρνάς κουμπί κι ανθίζουνε 
τα δέντρα και καρπιζουν 

Σε βρίσκω μες στα όνειρα 
την όψη σου ενθυμούμαι 
κι ας πέρασαν χρόνοι πολλοί 
πότε δεν σ' απαρνούμαι 

Σήμερα ετοίμασα φτερά 
κοντά σου να πετάξω 
να νιώσω την ανάσα σου 
μη φεύγεις να φωνάξω 

Ζεις σε πλανήτη μακρινό 
κι άγγελοι σε φροντίζουν 
γυρνάς κουμπί κι ανθίζουνε 
τα δέντρα και καρπιζουν.

Τα πάθη της καρδιάς

Φυσάει αέρας στην καρδιά 
και παίρνει της τα φύλλα 
και την γυμνωνει από χαρές 
με πιάνει ανατριχίλα 

Γυμνή η καρδιά μου προσπαθεί 
στο ψύχος να γλιτώσει 
να αμολήσει αετό
λίγο να χαλαρώσει 

Να πάει ψηλά στα σύννεφα 
βαμβάκι για να πάρει 
να ξαναφέρει τις χαρές 
να κινηθεί με χάρη

Να μπει στο σπίτι του Θεού 
με οβολό στο χέρι 
τα πάθη της για να του πει
κι ο,τι πικρό της ξέρει 

Στην πόρτα πάνω χαρακιά 
πολυ βαθιά ν' αφήσει
και να ξεφύγει απ' το κακό 
λίγο να αμαρτήσει 

Να πάει ψηλά στα σύννεφα 
βαμβάκι για να πάρει 
να ξαναφέρει τις χαρές 
να κινηθεί με χάρη.