Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ο ματαιόδοξος

Ο μονόλογος μου δεν σου είπε 
τίποτα.
Μου γύρισες την πλατή.
Ούτε μια λέξη, ούτε ένα νεύμα
ούτε ένα υποστατικό να πλαγιάσω.
Στενό πηγάδι ο λαιμός μου
σου αντιγύρισε κουβέντες
καθώς απομακρυνόσουν 
κρατώντας τα στιβανια της απουσίας
μαζί με δύο πληγωμενα περιστέρια 
που κάποτε είχες για ταχυδρόμους. 
Πάει καιρός που τα εξαφάνισα 
εκείνα τα μηνύματα άλλωστε 
πότε δεν έτρεξες να βρεις
τη χαραμάδα πού ζούσα.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια ,
χιονονυφαδα που αργοσβήνει 
στον τοίχο που αγαπηθήκαμε. 

Το τραύμα

Προσκυνώ τη χάρη σου.
Τα πράσινα μάτια που λαμπύριζαν 
πετώντας φωτιές δίπλα 
στο μαγκάλι που έμεινε αναμένο 
μια νύχτα του Γενάρη θυμιατίζοντας 
την ατμόσφαιρα με δηλητηριώδεις 
τουλίπες καπνού. 
Ήρθα και σε έσωσα. 
Βρεγμένο πανί κρατούσα στο χέρι. 
Πήρες βαθιά ανάσα. 
Γλυτώσαμε μου είπες. 
Άνοιξα διάπλατα την πόρτα
και φύγαμε πιασμένοι από της νύχτας 
το πόμολο. 
Φύγαμε μακριά σε μια πορεία 
που θα ζήλευε κι αυτός ακόμα 
ο πρόωρος θάνατος. 
(Κι ας είχαμε απεμπολήσει απο παλιά 
την κρύα ανάσα του.)
Βρήκαμε βάρκα,, βρήκαμε θάλασσα 
και ω του θαύματος βρήκαμε το κλειδί 
εκείνο που είχε παραχώσει η μάνα 
στο ύψωμα με το ρωμαλέο καραγάτσι 
Προσκυνώ τη χάρη σου.
Τώρα σε έχω δικό μου, τραύμα που έχει
επιμολυνθεί.κι εγώ το φροντίζω
με της γαζίας τους ανθούς.