Προσκυνώ τη χάρη σου.
Τα πράσινα μάτια που λαμπύριζαν
πετώντας φωτιές δίπλα
στο μαγκάλι που έμεινε αναμένο
μια νύχτα του Γενάρη θυμιατίζοντας
την ατμόσφαιρα με δηλητηριώδεις
τουλίπες καπνού.
Ήρθα και σε έσωσα.
Βρεγμένο πανί κρατούσα στο χέρι.
Πήρες βαθιά ανάσα.
Γλυτώσαμε μου είπες.
Άνοιξα διάπλατα την πόρτα
και φύγαμε πιασμένοι από της νύχτας
το πόμολο.
Φύγαμε μακριά σε μια πορεία
που θα ζήλευε κι αυτός ακόμα
ο πρόωρος θάνατος.
(Κι ας είχαμε απεμπολήσει απο παλιά
την κρύα ανάσα του.)
Βρήκαμε βάρκα,, βρήκαμε θάλασσα
και ω του θαύματος βρήκαμε το κλειδί
εκείνο που είχε παραχώσει η μάνα
στο ύψωμα με το ρωμαλέο καραγάτσι
Προσκυνώ τη χάρη σου.
Τώρα σε έχω δικό μου, τραύμα που έχει
επιμολυνθεί.κι εγώ το φροντίζω
με της γαζίας τους ανθούς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου