Τα μάτια σου περίκλειστες
καγκελόπορτες
που δεν τις διαπερνάει κανείς.
Θέλησα να τα διαβάσω
να διαβώ το κατώφλι τους
μήπως και εξηγήσω την παθητικότητα τους
την απάθεια τους απέναντι στη χαρά
της πλεύσης.
Απογοητεύτηκα όμως οικτρά.
Φωτιές με ζώσανε,
εμπόδια όμηρο με πήραν
και μια καταιγίδα με κατακρήμνισε
στο κενό.
Δεν τα παράτησα.
Φτιάχνω διχάλα να τά πολεμήσω.
Παίρνω συρματόσκοινα
για να τα φυγαδεύσω μακριά
από τις αμαρτωλες σκιές
Ανοίγω διαύλους για να γλιτώσω από
τις εικόνες εκείνες που
φόβητρο γίνονται για τους αθώους της γης.
Νικημένη καταφεύγω
τελευταία στις μαγγανείες
Καίω κάρβουνο.
Ασπάζομαι φριχτά τοτεμ.
Ακολουθώ πλοία που στις μπαγκαζιέρες τους
κρύβουν πτώματα.
Μια νυχτερίδα με παρακολουθεί
νυσταγμένη.
Την αποφεύγω σπρώχνοντας
το σώμα μπροστά
στο σιτοβολώνα της λήθης
που κάποτε σε αναίτιες εξεγέρσεις
με είχε ωθήσει.
Μένω στο τέλος να σε κοιτάζω
γεμάτη πλησμονή.
Υποδιαιρώ το μηδέν και το αποτέλεσμα
που βρίσκω με βγάζει από την αμηχανία.
Ντέρτι μου να ζήσω κάποτε χωρίς
να σε αναζητώ με εκείνο το βλέμμα
του επαίτη που αναμασά
τροφή μουχλιασμένη και διόλου
δεν διαμαρτύρεται ούτε αντιδρά.