Ήταν αδύναμη η καρδιά
και δεν άντεξε.
Στους τελευταίους παλμούς νικήθηκε
κατά κράτος απο τη γροθιά .
του ανυπεράσπιστου γίγαντα.
Αφομοιώθηκε.
Ήταν μεγάλη η λύπη
τόνους βαρείς το φορτίο της
και το απώθεσε στα καφάσια
με τα εργαλεία του πατέρα.
Ξαλάφρωσε.
Ήταν απέραντα τα πελάγη
και φοβήθηκε.
Έτρεξε μακριά τους
στην ανακουφιστικη κάμαρα
με τις παιδικές θαλασσογραφίες.
Δικαιώθηκε.
Ήταν πολύ το δάκρυ και πνίγηκε.
Ξιφούλκησε τον αέρα,
τάραξε τα ακίνητα νερά
και ανάπνευσε για μια στιγμή.
Απελευθερώθηκε.
Ήταν ατελείωτος ο δρόμος
και κουράστηκε.
Πήρε το άλογο, τράβηξε
το χαλινάρι κι έφυγε μακριά.
Η κουρτίνα των μαλλιών της
ξεχύθηκε στον άνεμο προς την κατεύθυνση
της φτωχής συνοικίας.
Πετούσε.
Ήταν σκληρή η πέτρα
κι αγκομάχησε μέχρι να την συντρίψει.
Πέταξε τα χαλίκια στο δρόμο,
ήξερε πως από εκεί θα περνούσε
ο αγαπημένος με το άσπρο φαρί.
Χαμογέλασε.
Ήταν ολόγιομο το φεγγάρι
και ζαλίστηκε.
Πήρε την σφεντόνα κι άρχισε
να το πολιορκεί.
Όταν τέλειωσαν τα εφόδια διαπίστωσε
πως όλη την ώρα δεν σημάδευε
το φεγγάρι αλλά το πρόσωπο
της αποθαμένης μητέρας.
Τότε δάκρυσε.
Είχε χρόνια να κλάψει.
Μούσκεψε το προσκεφάλι της.
Μίκρυνε σταδιακά το περίβλημα
του πόνου κι ένα πουλί έφυγε
μέσα από τα στήθια της.
Ένιωσε καθαρά το σκίρτημα
της φτερούγας του στο κορμί της
Ήταν πια ευτυχισμένη άνευ λόγου και αιτίας.