Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Λεπτές επεμβάσεις

Ακάματο πάφλαζε το σώμα σου.
Έσμιγαν πάνω του δυο ωκεανοί 
με τα κοράλλια τους, με τα καράβια 
που εξώκειλαν στις ξέρες σε μια μεγάλη 
τρικυμία τέλη Αυγούστου 
στις παρυφές ακριβώς του φθινοπώρου. 
Σε κοιτούσα μέσα από ένα 
φινιστρίνι θολό νοτισμένο από την πούδρα 
του αλατιού κι ήμουν σαν ένα αρχαϊκό 
άγαλμα με φτερά κομμένα 
και διεσταλμένο το βλέμμα 
σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πιάσει 
το ασύλληπτο. 
Δεν με αντιλήφθηκες.
Κρατούσες στο αριστερό σου χέρι 
το βιβλίο των ποιητών που
έκαναν χαρακίρι αρνούμενοι σθεναρά 
να υποταχθούν σε ένα κραταιό ήλιο 
που πρόβαλλε μέσα από την πτέρυγα 
των μελλοθανάτων ανεμπόδιστα κι επίμονα. 
Σε σκούντηξα. 
Έστρεψες το βλέμμα και με κοίταξες 
ίσα στα μάτια. 
Τότε ήταν που κατάλαβα πως είχες 
πιει τόση θάλασσα που το βλέμμα σου
πήγαινε να μοιάζει με εκείνο των 
γυναικών του Μοντιλιάνι που ήξερα 
πόσο πολύ αγαπούσες. 
Αδιόρατο, κενό και προπαντός αδηφάγο.
Έφυγα σαστισμένη. 
Ακούστηκε τότε ένας δυνατός κρότος. 
Γύρισα και κοίταξα. 
Είχες αυτοπυρποληθεί 
με ένα μπιτόνι βενζίνης που
είχες βρει στον παράπλευρο δρόμο 
με αυτόν της πτέρυγας των μελλοθανάτων.
Τώρα η τέφρα σου δίχως άλλο θα μοιάζει 
με αυτή την πούδρα που αλατιού 
που μαθηματικά για χρόνια με ξεμάκραινε 
από εσένα.