Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

ο όρκος των οιωνοσκόπων


Μέσα στην άδεια πλατεία
Ξεράθηκε ο πόνος και ο φόβος των στίχων
Γέμισαν ενδύματα ακριβά ζητιάνων
Τα εγκαταλελειμμένα παγκάκια
Οι φανοστάτες βυθίστηκαν
Στην οργή της αλκοολικής μάσκας
Γέρικες πικροδάφνες μελετούσαν
Την ανάστροφη παλάμη της σελήνης
Έβγαζαν τα παλιομοδίτικα καπέλα τους
Τα πελάγια έπη των ημερολογίων
Τα σήμαντρα της παρακείμενης εκκλησίας
Παραδίδονταν στη βοή των ωριαίων λόγων
Τα μάτια της Αγίας αγκυροβολούσαν
Πάνω στο άγγιγμα του Μέγα Σκιαθίτη
Δάκρυζαν τα παιδιά αντικρίζοντας
Το ηλιακό πένθος της Κνωσού
Οι μανάδες έπλεναν αποβραδίς τις χλαίνες
Και τα ιμάτια του σκοτωμένου λίθου
Ετοίμαζαν αχνιστή ψαρόσουπα και τη πρόσφεραν
Στο κόκκινο και το μαύρο κιονόκρανο
Οι μέθυσοι και οι νεκρές πόρνες κρατούσαν
Τα παρθενικά χείλη του δειλού ακροβάτη
Έπιαναν χέρι χέρι τα φιλεύσπλαχνα όνειρα
Και καταδύονταν στην θρηνητική λαχτάρα
Του αγοραίου έρωτα σπαταλώντας
Μικρά κουτιά σπίρτων δίπλα
Στην καθηλωμένη ταμπακιέρα
Το τσιγάρο στο χέρι του πρωτόπειρου ποιητή
Μεταλάμβανε την πίσσα της μοναξιάς
Έστριβε με υγρό τσιγαρόχαρτο το πορτρέτο
Της αναθηματικής στήλης τις πρωινές ώρες
Το λεωφορείο αργούσε να περάσει και οι επιβάτες
Έστηναν στις στάσεις δρομείς κρυστάλλινους
Πικρούς καφέδες σερβίριζαν οι άνθρωποι
Των ισημερινών ελλείψει του παλαιού πένθους
Οι νεκροί ψαράδες ξεψάριζαν τα δίχτυα τους
Στήνοντας τα αποκαθηλωμένα αγάλματα της γοργόνας
Οι σχεδίες στους ταρσανάδες παρακολουθούσαν
Τα μαστορικά χέρια του μετέωρου πελάγους
Καρυδότσουφλα και γρι γρι σάλπαραν
Στο παλίμψηστο ερωτικό βίο του παρελθόντος αιώνα
Οι ταξιδιώτες με τα αβαρή φτερά κυνηγούσαν
Αδέσποτες πικρές μνήμες στην απόχρωση της λήθης
Κρατούσαν τα ακυρωμένα εισιτήρια σε αρωματικούς φακέλλους
Και ιχνηλατούσαν τα ακρωτηριασμένα
Εκμαγεία της λευκής γαρδένιας
Το χώμα ανέβαζε τις ρίζες ψηλά
Για να εισακούσουν εκ νέου τη καταδίκη τους
Ο όρκος των οιωνοσκόπων
Καταλύονταν μπροστά σε λάμπα ανίχνευσης
Απαντούσαν σε νέα αινίγματα και σαν νέοι Θεοί
Κατέφευγαν στη λαμπρή αρχαία βιβλιοθήκη των νερών
Λίμναζαν οι πόθοι στους ταμιευτήρες των μύρων
Και αχνόφεγγαν οι νυχτερινές θύρες
Των λυδικών Φυλακών
Οι νυχτοφύλακες έθεταν σε διαθεσιμότητα
Τα πολιορκημένα αστρικά συμπλέγματα
Τα κλειδιά της Ανατολής ξεχασμένα
Πλάι στο βωμό της ανευρυσματικής Πατρίδας
Περίμεναν τις μαινάδες με τα φασματικά περιδέραια
Για να κουρντίσουν τα κλειδοκύμβαλα των Μουσείων
Η νύχτα έστελνε ξανθές πευκοβελόνες
Στη κόρη με τα φαιά πέλματα αποπληρώνοντας το φιλί
Η ξεχασμένη φρουρά της πύλης έπαιζε τραπουλόχαρτα
Με τους γηγενείς ήρωες των παραμυθιών
Χάραζαν μια πινελιά στον ουρανό
Για να ζωντανέψουν τον ραδιοφωνικό θρύλο
Ρεμπέτες έπαιρναν αγκαλιά επιγραμματικές φωτιές
Και με αυτογνωσία πλησίαζαν τα κρυοπαγήματα του  έρωτα
Επαναστάτες αναδιφούσαν από τον συνθηματικό ήλιο
Τις καιόμενες ορντινάντσες με μια γλώσσα σμιλευμένη
Καραδοκούσαν σε πλατείες οι μουσικοί
Μεταφράζοντας την Αλεξανδρινή ανθολογία
Φυγόκεντρες δυνάμεις κατέρχονταν
Τους νόμους της φθοράς πάνω σε ασημένιες γενειάδες
Αναθεωρώντας ξενόφερτα είδωλα λατρείας
Στο μαγνάδι της μυθοπλασίας λαοί
Με ψαλιδισμένα φτερά ενδοσκοπούσαν μικρές ρομφαίες
Έφερναν στο φως την αιχμηρή Παλατινή γραμματεία
Και με αφορισμούς υποδέχονταν το λεύκινο μυστικό
Παραμελώντας τις δραματικές εκκλήσεις
Του Αθάνατου τραγοπόδαρου σύμβολο της ιερής κουφοξυλιάς
Άσματα και ρίμες συνέθεταν οι μύστες της άρπας
Συνεπικουρούμενοι  από την ένδεια των αδερφών
Ο πλακούντας της γης βούλιαζε
Στην αρτηρία της λάσπης
Μόνο ένας μοναχός κρατούσε το ισοκράτημα
Του μελίρρυτου ψαλμού  σαν καρδιά θεατρική
Γέμιζε η πλατεία γυναίκες που χωρίστηκαν το οξυγόνο
Απαριθμώντας το πόνο και το φόβο στις μελωδίες των τζιτζικιών