Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Άναρχη πορεία

Κι απόψε δεν σε γνώριζα 
γινόσουν ένας άλλος 
στ' αστέρια μέσα βάδιζες 
δεν έπιανες σινιάλο 

Στα χέρια σου ο έρωτας 
έχανε την ουσία 
μικρό πουλί που σπαραζε 
στροφή στην αμαρτία 

Στάσου λιγάκι φώναζα
μην περπατάς στα χάη 
εκεί ψηλά θα διαλυθείς 
βεγγαλικό που σκάει 

Δεν έπαιρνα απόκριση 
τρένο σε ράγα κρύα
φανάρι δεν το σταματά 
κι όλο χάνει πορεία 

Μόνη στέκω στο άπειρο 
που διάλεξες για σώμα 
ξέφτισε πέρα ο ουρανός 
και σε ζητώ ακόμα 

Στάσου λιγάκι φώναζα
μην περπατάς στα χάη 
εκεί ψηλά θα διαλυθείς 
βεγγαλικό που σκάει.

Το σχήμα της αγάπης

Πάνω σε ξύλο σκάλισα 
το σχήμα της αγάπης 
βαθιά πολύ το χαραξα
τρανός γίνηκα πλάστης 

Από την αρχή σε έπλασα
με χώμα και με αίμα
ζωή καινούργια σου 'δωσα
σε πήγα ως το τέρμα 

Στα χείλη σου 'βάλα φιλί 
να σε ποθούν νεράιδες 
στα χέρια σου 'δωσα φωτιά 
να φλέγονται οι κυράδες 

Είσαι δικός μου μονάχα
ποτέ δεν θα σε χάσω
φωλιά σου στήνω κι έρχεσαι 
με μεταξένιο λάσο 

Γύρω βοούν οι γειτονιές 
σαν κάνεις να περάσεις 
και ξεσηκώνεις τις καρδιές 
χωρίς να τις πειράξεις 

Στα χείλη σου 'βάλα φιλί 
να σε ποθούν νεράιδες 
στα χέρια σου 'δωσα φωτιά 
να φλέγονται οι κυράδες.

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Χαλκομανίες

Χαλκομανίες κόλλαγες 
στ' αστέρια και γελούσες 
ήσουν παιδί κι είχες φτερά 
κι όλο ψηλά πετούσες 

Έφερνες χρώματα πολλά 
στους ουρανούς με χάρη 
και με την πούλια μιλαγες 
σφιχτά φορώντας σάρι

Έχει η χώρα σου χαρά 
μέλισσα που μεθάει 
μπροστά σε ολάνθιστο ανθό
και χαμηλοπετάει

Τρέχω κι εγώ για να σε βρω
κοντά σου ταξιδεύω 
το χαλινάρι πέταξα
νέους κόσμους γυρεύω 

Κόσμους με άνθη κόκκινα
πνιγμένους μες στη γύρη 
λαγγέματα του φεγγαριού 
δίπλες σε πανηγύρι 

Έχει η χώρα σου χαρά 
μέλισσα που μεθάει 
μπροστά σε ολάνθιστο ανθό
και χαμηλοπετάει.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Το ταξίδι του χαρταετού

Με κάλεσες στην πόρτα σου
κι ήταν πρωί θυμήσου 
δροσιές ανέβαζε η γη
δάκρυ του παραδείσου 

Τ' αηδόνια γλυκολάλαγαν 
θείους ψαλμούς στη φύση 
γάργαρο έτρεχε νερό
σε σκαλισμένη βρύση 

Ήσουν στο πρώτο ξύπνημα
νομίζω πως γελούσες 
το όνειρο που είχες δει
στο αίμα σου κυλούσε 

Εζήτησα τα χείλη σου
τη καθαρή ματιά σου 
να μπω στη χώρα σου γυμνή
ν' αγγίξω τα φτερά σου

Ψηλά να πάω να πετώ 
χαρταετός στα χάη 
στους ουρανούς να ξανοιχτώ
μελτέμι που σφυράει 

Ήσουν στο πρώτο ξύπνημα
νομίζω πως γελούσες 
το όνειρο που είχες δει
στο αίμα σου κυλούσε 

Το σκοτεινό δεντρί

Ήσουνα σκοτεινό δεντρί 
κι ο κεραυνός σε βρήκε 
όλους τους κλώνους έκαψε 
κορμό μόνο σ' αφήκε 

Νεράκι έψαξα να βρω
λίγο να ξεδιψάσεις 
τη λάβρα απ' το σώμα σου 
στ' άπειρο να πετάξεις 

Με είδες και με κάλεσες 
λίγο να σε συντρέξω 
κάρβουνα στάχτες μάζεψα
καημους άφησα απέξω 

Όλα τα έδωσα για σε
για λίγο πικρογέλιο 
τα δάκτυλα που σ' άγγιξαν 
τα έχεις για βαγγέλιο 

Στο πλάι μου θα αναστηθείς 
νέους κλώνους θα δώσεις
τον έρωτα που σου 'χω  εγώ
πότε να μην προδώσεις .

Με είδες και με κάλεσες 
λίγο να σε συντρέξω 
κάρβουνα στάχτες μάζεψα
καημους άφησα απέξω 

Η άγκυρα

Πέτρες εγώ τη θάλασσα 
ως πέρα θα τη στρώσω
δρόμους θα φτιάξω ανοιχτούς 
να ρθω να σ' ανταμώσω

Δεν ημπορώ και πνίγομαι 
άγρια τα νερά της
δεν ημπορώ και χάνομαι 
σβούρα στα θέλγητρά της 

Πολλούς θα φέρω μάστορες 
χρυσά φλουριά θα δώσω
το όνειρο της αγάπης μας
κρυφά να εκπληρώσω 

Δεν θα σ' αφήσω μόνο σου
να χάνεσαι στα πλάτη 
γέφυρα το κορμάκι μου
στεριά τ' άγρυπνο μάτι 

Με χίλια βλέμματα εγώ
θα σε καλώ κοντά μου 
χάντρα θα δένω στο λαιμό 
άγκυρα στα πλευρά μου

Πολλούς θα φέρω μάστορες 
χρυσά φλουριά θα δώσω
το όνειρο της αγάπης μας
κρυφά να εκπληρώσω.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Η παγίδα

Μες στου γιαλού τα βότσαλα
κρύφτηκε η αγάπη 
όταν με άμμο έχτιζες
σπίτι γερό του μπάτη 

Ήρθε το κύμα κι έκανε
το σπίτι δυο κομμάτια 
έχασκαν τα παράθυρα 
σαν πονεμένα μάτια 

Μια μέδουσα σου έστησε 
παγίδα και σε πήγε
πέρα σε τάφους σκοτεινούς 
που νους κανείς δεν είδε 

Όλα τα ορφανά θρηνούν 
λιγότερο από εσένα 
ναυάγησαν τα σχέδια 
έσπασε η καδένα 

Βαρύ το στήθος έγινε 
κισσός που πνίγει κήπο 
ρίζες δεν έχεις ν' απλωθείς 
άλλον ν' ακούσεις χτύπο 

Μια μέδουσα σου έστησε 
παγίδα και σε πήγε
πέρα σε τάφους σκοτεινούς 
που νους κανείς δεν είδε.

Οι τύποι του ήλιου

Ανέβηκα για να σε δω
στου ήλιου το περβάζι 
έγινα σφαίρα πύρινη 
κι έλεγα δεν πειράζει 

Πετούν οι τόποι σου φωτιές 
είσαι του ήλιου λάμα 
βαθιά τις σάρκες σιγοκαίς
και πνίγονται στο κλάμα 

Άνεμο ψάχνω για να βρω 
μήπως και με δροσίσει 
χέρι αγγέλου να πιαστώ 
χορό ενός δερβίση 

Δεν φεύγω όσο κι αν πονώ 
σώμα ψυχή σου φέρνω 
χάντρα γαλάζια να φοράς 
κάθε που θα σε παίρνω 

Ο ουρανός μου είσαι εσύ 
στερνή μου αμαρτία 
ρίχνω ζαριά κερδίζω σε
πλέω στην ευτυχία

Άνεμο ψάχνω για να βρω 
μήπως και με δροσίσει 
χέρι αγγέλου να πιαστώ 
χορό ενός δερβίση.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Όλα εσύ

Αμάρτησα για ένα φιλί 
που σου 'δωσα μια μέρα
μου λεγες φύγε μακριά 
πήγαινε παραπέρα 

Μα η καρδιά μου προσταζε 
κοντά σου για να μείνω
να πίνω απ' το δάκρυ σου 
μόνο να μην σε αφήνω 

Αν η καρδιά είναι νησί 
εσύ είσαι το γαλάζιο 
είσαι το κύμα κι ο γιαλός
αυτό που δεν αλλάζω 

Χρόνια εγώ θα κυνηγώ 
της αστραπής το μίτο 
θα χάνομαι στα όνειρα 
θα κάνω πως σου λείπω 

Θα πλάθω σχέδια για μας
και στίχους θα σου κάμω 
ο ίσκιος σου να γίνομαι 
η ζωγραφιά στην αμμο

Αν η καρδιά είναι νησί 
εσύ είσαι το γαλάζιο 
είσαι το κύμα κι ο γιαλός
αυτό που δεν αλλάζω.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Το τραγούδι των αστεριών

Απόψε στο στερέωμα 
χρυσό αστέρι ήρθες
έλαμψαν όλα γύρω μου
και ψήλωσα δυο πήχες

Θεός για σένα θα γινώ 
την πλάση θα αλλάξω 
αυγή θα κάνω τη νυχτιά
να ρθω να σε αρπάξω 

Μην μ' αρνηθείς τον έρωτα 
μην μείνεις μονάχη σου
εγώ μες στην καρδούλα μου 
κλειδώνω τη μορφή σου

Αστράφτουν γύρω αγκαλιές 
μα όλες είναι ξένες 
λείπει η γλυκιά ανάσα σου 
του πόθου οι αντένες 

Ανάβω φως να σε θωρώ 
η ομορφιά σου σφάζει 
πούλια εσύ κι αυγερινέ 
διώξε μου το μαράζι 

Μην μ' αρνηθείς τον έρωτα 
μην μείνεις μονάχη σου
εγώ μες στην καρδούλα μου 
κλειδώνω τη μορφή σου.

Πετροπόλεμος

Αποδιωγμένο ήσουνα 
πουλί σ' έρημη στράτα 
πετούσες μες στις ξόβεργες 
και σου 'λεγα σταμάτα 

Είχες πολύχρωμα φτερά 
κι ακονισμένα νύχια 
κι όποιον στο δρόμο έβλεπες 
του έσκιζες τα στήθια 

Γιατί ήσουν άνεμος αψύς 
που η πυρκαγιά τον σπρώχνει 
σε μέρη που δεν έχει φως
κι όλη η ζωή τον διώχνει 

Κοντά σου δεν με άφηνες 
να 'ρθω να σου μιλήσω 
τον έρωτα μου να σου πω
και να στον τραγουδήσω 

Έμεινα να σε καρτερώ
χωρίς καμιά ελπίδα 
και πετραδάκια να πετώ 
στη λυγερή σημύδα 

Γιατί ήσουν άνεμος αψύς 
που η πυρκαγιά τον σπρώχνει 
σε μέρη που δεν έχει φως
κι όλη η ζωή τον διώχνει.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ο στρατηλάτης

Με στρατηλάτη έμοιαζες 
στον πόλεμο ριχνόσουν 
φωτιές πετάν τα μάτια σου
πρώτος πάντα ερχόσουν 

Είχες στα χέρια σου σπαθιά 
χάλκινη ειχες φτέρνα 
πολλά σε ακολούθαγαν 
πλήθη απ' την αρένα 

Πόλεμος είναι ο έρωτας 
που εσύ καλά κατείχες 
και τα κορμιά σπαραζουνε 
τις μεταξένιες νύχτες 

Παιάνες γράφω για εσέ 
τις μάχες να κερδίζεις 
και βάγιες στρώνω εις τη γη
εκεί για να βαδίζεις 

Να παίρνεις απ' τ' αρώματα
τη γλύκα και τη χάρη
μ' ασέλωτο να χάνεσαι 
πέρα απ' το φεγγάρι 

Πόλεμος είναι ο έρωτας 
που εσύ καλά κατείχες 
και τα κορμιά σπαραζουνε 
τις μεταξένιες νύχτες.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Με τον τρόπο ενός μικρού παιδιού

Φόρεσε μακριά άσπρα γάντια.
Άνοιξε τα χέρια της.
Πετούσε, ναι πετούσε.
Με αγριοπερίστερο έμοιαζε 
που απέλπιδα ζητά το ταίρι του 
πάνω από τις καλαμιές και τις
συστάδες των δέντρων. 
Το παιδί δίπλα της άκουσε 
τον ήχο των φτερών 
κι αποκοιμήθηκε αποκαμωμένο
σαν μέσα σε τραγούδι κοτσυφιών. 
Στο πρόσωπο του απλώνονταν 
θριαμβευτικά η έπαρση του ύψους
και η αποδόμηση των συντεταγμένων.
Ένα αεράκι στα βλέφαρά του
το έσπρωχνε στη χώρα των ονείρων
εκεί που η βαρύτητα καταργείται 
και μικρά φτερά ίπτανται πέρα 
και πάνω από την όποια ύπαρξη
σαν επιδερμίδα νεογνού.

*
Λευκό στεφάνι 

Η μητέρα ετοίμασε το γάλα. 
Το μικρό παιδί συνοφρυώθηκε.
Ένα λευκό στεφάνι 
σχηματίστηκε στα χείλη του.
Έκανε να σκουπιστεί 
και μια αίσθηση ελευθερίας 
το σήκωσε δυο μέτρα ψηλά από τη γη.
Η ακαταδεξια έχει άσπρο χρώμα 
σαν το λευκό στεφάνι στα χείλη 
του, στην παλάμη του και στο ανάστατο 
βλέμμα της μάνας του.
Παραδίπλα ένα άγαλμα που είχε δει
τη σκηνή έριχνε 
στον κερματοδέκτη της μοναξιάς
το τελευταίο του κέρμα. 

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Ίλιγγος

Άπλωσες λευκή σημαία 
κι αιχμάλωτο σε πήρα
μπήκες μες στα καντούνια μου
κι αναψα τον λαμπτήρα 

Να δω τα δυο τα μάτια σου 
που δακρυσμένα μένουν
και μέσα στην πικρία τους
δείχνουν να με προσμένουν 

Είσαι εδώ κι είσαι παντού 
με ξέρουν τα φιλιά σου 
κι αν κάποτε σε πόνεσα
φταίει το πέρασμα σου

Ήρθες γεμάτος όνειρα 
σφαγμένος απ' το πάθος 
έκοψες την ανάσα μου
και μ' έσυρες στο βάθος 

Όλος ο κόσμος γύριζε 
ίλιγγος σε μεθύσι 
έχασα τον βηματισμό 
δεν έβρισκα τη λύση 

Είσαι εδώ κι είσαι παντού 
με ξέρουν τα φιλιά σου 
κι αν κάποτε σε πόνεσα
φταίει το πέρασμα σου.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Πλήρης άνθιση

Είμαστε ανεβασμένοι στο τελευταίο 
βαγόνι της Άνοιξης. 
Μάιος, με τα μυτερά σκαρπίνια του
στο χρώμα της ώχρας. 
Οι Αμαρυλλίδες μπουμπούκιασαν 
κι είναι έτοιμες να ανατινάξουν
τα χωνιά τους στο φως.
Αγγίζω τη σάρκα τους, βελούδινη. 
Όλο το χρόνο οι βολβοί τους
συμμετείχαν στο ανοικτό συμπόσιο 
της ομορφιάς μαζί με τους μύστες 
του κάλλους. 
Το ρυγχώδες φύλλωμα τους προσεκτικά 
κράταγε σημειώσεις. 
Λιγόζωες.
Απαράμιλλης ομορφιάς.
Στοχαστικές. 
Στης ποίησης δοσμένες τη ρότα. 
Καρτεράω σαν παιδί ανυπόμονο 
την πλήρη άνθιση τους, την προβολή 
της μικρού μήκους ζωής τους.
Δεν βιάζονται καθόλου, η ομορφιά τους
εκτός του ότι θα εμπνεύσει 
θα επιδράσει και στο σκοτεινό δωμάτιο 
της νύχτας που μόνοι κατοικούμε
περιχαρακωμένοι από καιρό σε ένα 
αδυσώπητο χειμώνα. 

Εκεί που ζεις

Έχεις στα μάτια σου μπροστά 
της Παναγιάς εικόνα 
κι εγώ εκεί γονατιστή
τριάντα τόσα χρόνια 

Τα αστέρια σε γνωρίζουνε 
κι έρχονται σιμά σου
μέλι δίνουν τα χείλη σου 
χαϊδεύουν τα μαλλιά σου 

Ζεις σε πλανήτη μακρινό 
κι άγγελοι σε φροντίζουν 
γυρνάς κουμπί κι ανθίζουνε 
τα δέντρα και καρπιζουν 

Σε βρίσκω μες στα όνειρα 
την όψη σου ενθυμούμαι 
κι ας πέρασαν χρόνοι πολλοί 
πότε δεν σ' απαρνούμαι 

Σήμερα ετοίμασα φτερά 
κοντά σου να πετάξω 
να νιώσω την ανάσα σου 
μη φεύγεις να φωνάξω 

Ζεις σε πλανήτη μακρινό 
κι άγγελοι σε φροντίζουν 
γυρνάς κουμπί κι ανθίζουνε 
τα δέντρα και καρπιζουν.

Τα πάθη της καρδιάς

Φυσάει αέρας στην καρδιά 
και παίρνει της τα φύλλα 
και την γυμνωνει από χαρές 
με πιάνει ανατριχίλα 

Γυμνή η καρδιά μου προσπαθεί 
στο ψύχος να γλιτώσει 
να αμολήσει αετό
λίγο να χαλαρώσει 

Να πάει ψηλά στα σύννεφα 
βαμβάκι για να πάρει 
να ξαναφέρει τις χαρές 
να κινηθεί με χάρη

Να μπει στο σπίτι του Θεού 
με οβολό στο χέρι 
τα πάθη της για να του πει
κι ο,τι πικρό της ξέρει 

Στην πόρτα πάνω χαρακιά 
πολυ βαθιά ν' αφήσει
και να ξεφύγει απ' το κακό 
λίγο να αμαρτήσει 

Να πάει ψηλά στα σύννεφα 
βαμβάκι για να πάρει 
να ξαναφέρει τις χαρές 
να κινηθεί με χάρη.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Σε έχασα

Αγάπησα τα μάτια σου 
τις ψαλιδιές της σκέψης
αγάπησα τις Κυριακές 
το νόημα μιας λέξης 

Στο χώμα πάνω έγειρα 
στην αύρα των κυμάτων 
και είδα ένα όνειρο γλυκό 
νανούρισμα σωμάτων 

Είχες τα μάτια ανοιχτά 
ενόσω εγώ κοιμόμουν 
σπαθί η παρουσία σου
τίποτα δεν φοβόμουν 

Μακριά στα χάη πήγαινα 
στη χώρα των Κυκλώπων 
κανένας δεν με ήξερε 
σε πείσμα των ανθρώπων 

Δεξιά μου είχα την ευχή 
στα αριστερά τον πόθο
κερνούσα γέλιο στα παιδιά 
μα σ' έχανα στον πόντο 

Είχες τα μάτια ανοιχτά 
ενόσω εγώ κοιμόμουν 
σπαθί η παρουσία σου
τίποτα δεν φοβόμουν.

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ψεύτικος Θεός

Πάνω στο γυμνό κορμί σου 
χάραξα διπλούς σταυρούς 
χάραξα μια πολιτεία 
με λαό και αυλικούς 

Σε πεθύμησα και σ' ηύρα
πίσω από τις καλαμιές 
βέργες κράταγα στα χέρια 
άστρα απ' τις ξαστεριές 

Ήσουν δόκανο που πιάνει 
τα πτηνά του ουρανού 
πέρδικες μικρά ορτύκια 
ψάρια του γλυκού νερού 

Είσαι τόμος ιστορίας 
μάχες έδωσα σκληρές 
νικηφόρες και σε πήρα
στις γυμνές βουνοκορφές 

Κι αν υπάρχει εκεί πάνω
ένας ψεύτικος Θεός 
θα σε παίρνει απ' το χέρι 
θα σε ντύνει μες στο φως

Ήσουν δόκανο που πιάνει 
τα πτηνά του ουρανού 
πέρδικες μικρά ορτύκια 
ψάρια του γλυκού νερού.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Επιστολή

Μην τον φοβάσαι τον Μάη
είναι όμορφος και σφριγηλος. 
Ξετρυπώνει από τις τσέπες του
αποξηραμένα άνθη, διχάλες
κι αμάραντες ελπίδες. 
Διεκδικεί ψωμί, χαμόγελα και δουλειά.
Όταν τον πλησιάσεις σε γλυκοφιλάει
σαν η μάνα το βλαστάρι της.
Κέρδος σου είναι ο Μάης. 
Πίστωσε τον στην καρδιά σου
κι αυτός θα σε γεμίσει χρυσάφι 
από το κεφάλι μιας μαργαρίτας
ή την αρχιτεκτονική ενός σχεδίου 
μιας πεταλούδας. 
Μην τον φοβάσαι τον Μάη 
και κλαψουρίζεις σαν μωρό στη νάκα του
μιας κι αυτός είναι ο αγαπημένος 
όλων των κοριτσιών 
Θα σε ξαφνιάσει με την ομορφιά του 
καθώς θα σε παρηγορεί με χείλη ηδονικά.