Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

φώτο μνήμες


Στην σήτα της ελιάς
Κατακαλόκαιρο
Βρήκα ένα αηδόνι
Να ψηλαφεί
Τις απαγορευμένες
Μελωδίες των ερτζιανών
Είχε σπασμένη
Τη μικρή χτένα
Των φτερών του
Και τσιμπολογούσε
Ουρανό
Συμπαντικό θαύμα
Το τραγούδι του                
Έφτυνε φτηνά
λιοκούκουτσα
Στο χώμα
Της αειθαλούς
Φοινικιάς

Ρυμοτομούσες
Τις αιώρες
Του σκοταδιού
Έσπαγες ένα ρόδι
Για να αναμετρηθείς
Με τους ανυπόδητους
Νάνους
Με τα μικροσκοπικά
Σκουφάκια
Οι ευχές
Αποχαρακτήριζαν
Το πρόσωπο σου
Στεφάνι λυγισμένο
Στο γόνατο
Της ανεμικής
Ανεμώνης

Τα μούρα
Κρατούσαν αγκαλιές
Αρωμάτων
Στο μαντήλι
Των θεραπαινίδων
Είναι δουλειά
Των γλάρων
Να εκκολάψουν
Το σπόρο
Της γηραιάς
Φλαμουριάς

Πέρασε
Το εφτάφωτο
Λεωφορείο
Με τους στιγματισμένους
Επιβάτες
Στο λούκι
Της πόλης
Κρέμασες
Τα λευκά σου
Εσώρουχα
Με το πικρό
Άρωμα
Της παπαρούνας

Οι ώμοι σου
Καλυμμένοι
Την ώχρα
Των φτηνών
Ξενοδοχείων
Στο ραντεβού
Με τους λεύκινους
Κύκνους
Κρατούσες
Τη σπασμένη
Καρδιά
Του επουράνιου
Κρίνου

Έπλεκες
Τα μαλλιά σου
Τον κότσο
Των Παριζιάνων
Το τακούνι χτυπούσε
Στο δρόμο
Σοκάκι
Ασβεστωμένο
Με κιμωλία
Χάρτινος
Ο πίνακας
Στο χρώμα
Του σπαρακτικού
Κισσού

Το χαρμόσυνο
Γεγονός
Της γέννησης
Συνδυάστηκε
Με την ανατίναξη
Της καμίνου
Στο γυλιό
Του κουρδιστού
Ήλιου
Προεξείχε
Το θλιβερό
Κεφάλι
Της ερωτευμένης
Μαργαρίτας

Χώλαινε
Το πόδι
Του θανάτου
Στο λούνα παρκ
Των αεικίνητων
Μαρμάρων
Η κόρη
Με το σπασμένο
Καθρεφτάκι
Έτεμνε δεξιά
Την σελήνη
Σαν τους ακτινωτούς
Μίσχους
Του βουβού
Γιασεμιού

Η βουή
Της πόλης
Έρχονταν
Από μακριά
Στη κάμαρα
Σαν ξεσπόριασμα
Αραποσιτιού
Το κλειδί
Κομμένο σε φέτες
Η αμπάρα
Λιτή κι απέριττη
Σαν σκοτεινή
Πυξίδα
Βορινής
Αρμπαρόριζας

Στον ματωμένο
Γάμο
Η ιέρεια της γης
Μαδούσε
Το σοφό
Κεφάλι
Του ηλίανθου
Ο παρανύμφιος
Έρωτας
Σκορπούσε
Πεταλίδες
Και τα φαρμακερά
Βέλη
Του σκιερού
Κάκτου

Πρασίνισε
Το πέλαγος
Στις Ανοιξιάτικες
Στοές
Στα ξάρτια
Του τυφώνα
Τρύπωναν
Αποδημητικές
Μνήμες
Λαχουράτο
Το βλέφαρο
Σκορπούσε
Ικμάδες
Φρεσκοκομμένης
Μέντας

Άναβαν του νου
Οι μώλοι
Γιρλάντες λαμπρές
και ταπεινά
Πεφταστέρια
Ακοίμητο
Το ημισέληνο
Όνειρο
Κυοφορούσε
Ριζιμιές
Ακροβασίες
Πάνω στο χνώτο
Και το θρήνο
Της νεογνικής
Λεύκας

Λυόμενο σπίτι
Στην ακροποταμιά
Κρύβει
Στα τοιχία του
Αστραφτερές
Πέστροφες
Ανεβαίνουν
Κατά μήκος
Της πρυμναίας
Δοκού
Γλυφό νερό
Κεντρίζει
Τον ομφάλιο λώρο
Του απρόσιτου
Αθάνατου