Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Κάποτε παιδιά



Κάποτε σαν ήμασταν παιδιά
Βγαίναμε κρυψώνα να βρούμε
Στις γέφυρες των γιασεμιών
Τώρα τις γέφυρες
Τις κατοικούν αθίγγανοι άστεγοι και ξωμάχοι
Αδιάφορα μας θωρούν με τα κρασάτα τους μάτια
Κι η μόνη έγνοια που έχουν είναι:
Οι κορδέλες και τα ψάθινα καπέλα των γυναικών
Που αγάπησαν παράφορα χρόνια πριν
Με τα ενθύμια αυτά ζητούν να ανυψώσουν
Τη ματαιότητα των στιγμών τους
Σε πέτρινες αψίδες τοξωτές
Κορδέλες και ψάθινα γυναικεία καπέλα
Βιαστικά να αφαιρέσουν με χέρια τρεμάμενα
Του χειμώνα το κρύο χνώτο απ' τη σάρκα τους
Το καλοκαίρι να ανταμώσουν ξανά στις νεροσυρμές
Εκεί που μόνο τα κυανά βότσαλα
Των ποιητών μαθαίνουν να επιπλέουν!

Κάποτε σαν ήμασταν υπερασπιστές της χαράς
Μοιράζαμε στα πλήθη
Ξύλινα βέλη διχάλες και πέτρινα είδωλα
Ο πόνος των μανάδων μας να μαλακώσει
Και κρυφός να γίνει του δάσους κελαηδισμός
Τώρα μας απόμειναν μόνο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Τυλιγμένα σε υγρά προσόψια
Πρασίνισαν απ' την επαφή με τα καυτά δάκρυα
Κάνουμε να τα τρίψουμε λίγο μήπως και γυαλίσουν
Μα δεν βρίσκουμε εκείνο το μετάξι το απαλό
Που δεν χαράζει της πνοής τους το στόμιο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Μελωδίες και ύμνους να παίξουν στη γιορτή
Να τραβηχτεί η σκιά  απ' το πηγούνι του κόσμου
Και το χρυσό δίχτυ του φωτός
Να καλύψει τα βότσαλα στις χαρωπές αμάδες

Κάποτε σαν ήμασταν χαρούμενοι ταξιδευτές
Τρέχαμε ξυπόλυτοι στις εξέδρες της γιορτής
Με κλαδιά χαρουπιάς στα χέρια και ανέμελες ανεμώνες
Απ' τα φτενά χώματα της πατρίδας μαζεμένες
Τώρα ακούμε στο δόκανο να πιάνεται σφαδάζοντας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Και αμέτοχοι μένουμε
Θυσίες δεν κάνουμε
Τραγούδια δεν λέμε
Πολιορκητές χτυπούν τη θύρα μας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Μας το απέκρυψαν σε σπήλιο απρόσιτο
Κάποιοι που το αίμα σε ξύδι το μετέτρεψαν
Σκοτεινοί μάγοι μοχθηροί λήσταρχοι
Αιχμάλωτους να μας σύρουν σε κελιά υγρά
Τα χασεδένια να ετοιμάσουμε σπάργανα
Που τα παιδιά τους θα φορέσουν στο ξύλινο λίκνο τους!

Κάποτε σαν ήμασταν ποθητοί κι ωραίοι
Το πηδάλιο παίρναμε του ανέμου
Και ίσα ξανοιγόμαστε στα λευκά βουνά
Εμείς το φτερό του Ικάρου
Εμείς ο κρουστός λαιμός της Ελένης
Εμείς τα θεόρατα ύψη κι οι σκάλες της φαντασίας
Και τώρα πως ξεπέσαμε να ζούμε
Μέτοικοι στις ίδιες μας τις πόλεις
Πως θόλωσαν ξάφνου τα νερά στις πηγές μας
Και απομείναμε ρακένδυτοι
Προγονικά κειμήλια να παζαρεύουμε
Σεντέφια κοράλλια κι αμέθυστους
Με δόλιους εμπόρους
Το βιβλίο που στις σελίδες του είχε γραφτεί
Της ζωής μας το λυκαυγές
Πάει να σβηστεί απ' την αγκίδα της λήθης
Άδικα ψάχνουμε να βρούμε τα περάσματα
Στα παλιά χαλάσματα η φωνή της κουκουβάγιας
Προδίδει τα μυστικά μας στους καταπατητές
Κι εμείς πετάμε με βρόντο τις πανοπλίες μας ηττημένοι!