Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

ακούω στα όνειρα τον χτύπο του παιδιού της Παλαιστίνης που πέθανε



Ματώνουν τα σπλάχνα
Φωνή δεν βγαίνει
Μία χούφτα σκληρή σκορπίζει τον σπόρο μακριά
Ένα παιδί κρατώντας μια τρύπια μπάλα
Έπαιζε στο ξέφωτο χτες
Τώρα μάχεται στο χώμα θλιμμένο
Να αναπνεύσει ζητά
Της ζωής να ενώσει το ρήγμα
Που οι άνομοι άνοιξαν πάλι
Την μικρή αδερφή του
Απ' το χέρι να πάρει στους μεγάλους τους δρόμους να πάνε
Να σηκώσει της μάνας την πίκρα
Να λειάνει την βαθιά της ρυτίδα
Και το δάκρυ να σφουγγίξει της πέτρας
Που βουβά την διαβρώνει
Της επιστήθιας πέτρας
Που στη ζέστα της έγερνε τα γλυκά καλοκαίρια
Να ονοματίσει το κακό που διανέμει την γη του

Φλογίζεται ο νους
Καπνίζει το τσουκάλι της οργής σιγανά
Ανασκιρτά η καρδιά
Ένα παιδί με γρατζουνισμένα τα γόνατα τρέχει
Σε ουρανού γειτονιές κυανές
Σε λωρίδες ανέμου λεπτές
Και σε χέρσα λιβάδια με ηφαιστείου κρατήρες
Ένα παιδί που σφαγιάστηκε άδικα
Πριν προλάβει το αίμα να ακούσει
Πριν να λύσει της καλής του το αίνιγμα
Πριν δονήσει την φύση του το μεγάλο το κάλεσμα
Ένα παιδί μοναχό
Χωρισμένο σε χίλιες ακτίνες
Όχι ήλιου ακτίνες θερμές
Αλλά νήματα κρύα στου θανάτου το πέπλο υφάδι σκαιό
Που σκεπάζει τη θεία μορφή και το πρώτο της ώρας του ξάφνιασμα

Πονούν τα βλέφαρα
Οι ίσκιοι πυκνώνουν
Το ταξίδι αργεί
Ένα αγγελούδι κρατά λεμονάνθια
Κάτω από την φτερωσιά του
Λεμονάνθια του γάμου απ' τους μπαξέδες εκείνους
Που στα κλωνιά τους πάνω δραπετεύανε τ' άστρα
Μην και λείψει το φως της ειρήνης
Η καλή καρτερία
Η γλυκιά προσμονή
Η ζεστή η ασφάλεια
Ένα αγγελούδι με μάτια μπλε
Με χείλη ρόδινα κι έναν άγουρο πόθο στα στήθη
Ένας επίγειος Θεός που συντρέχει τα ρόδα
Και γεμίζει τις άπατες στέρνες
Η θύρα η κέδρινη που ανοίγει το βιβλίο της αγάπης
Η καταπακτή που μέσα της φυλάμε ζωντανά τα όνειρα των παιδιών
Που στη μέση κοπήκαν αναίτια από καπνού μανιτάρι
Πριν προλάβουν να μεθύσουν με οίνο χαράς
Και ν' ανοίξουν στο πράσινο φως σαν βεντάλιες χρυσές να απλωθούν
Στης πατρίδας το χέρι θυμωμένα στιλέτα να γίνουν

Παγώνει της σελήνης το τόξο
Λυγά η σημαία δακρυσμένη
Το αγκάθι κουμπώνει τα χείλη
Ένα παιδί γονατίζει στην άμμο
Να ξεθάψει πολέμου οβίδα
Να την κάνει σπιτιού ανθογυάλι γιασεμιά να του φέρει
Να γελάσει η μάνα ξανά σαν μωρό χαρωπό
Φλοκωτά να υφάνει στολίδια
Να γελάσουν κι οι δρόμοι
Να λουστούν στον ασβέστη και στην δροσό της αυγής να πνιγούν
Ένα παιδί σαν όλα τ' άλλα της γης
Το παιχνίδι ν' αρχίσει ξανά
Με την τρύπια του μπάλα και την μπλε του ματόχαντρα
Την ευτυχία να στοχεύσει το καλό ριζικό της γενιάς του
Με τη σφεντόνα τη παλιά του παππού του
Τον Θεό του να κάνει συμπαίχτη
Κι ο Θεός να του πει παραμύθια για τις νύχτες τις χίλιες
Στης Αστάρτης τους κόρφους μες σε εσθήτες λαμπρές
Το μυστικό να του μάθει τραγούδι του αγώνα τον κρυφό αναπαλμό




Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

άνθισαν οι βραχόκηποι πλάι στην θάλασσα



Με χέρια τρεμάμενα και πικρά
Στεριώνω σκόρπιες παγίδες
Στα μέρη εκείνα που θα περάσει
Ο ιριδίζων κόκκος της αυταπάτης
Έτοιμη συναντώ ξανά τα θαύματα
Ήρθε ο καιρός της πολιορκίας
Έφθασε η μέρα της αναμέτρησης
Στην θάλασσα κατοικούν πάλι οι μνήμες
Στην στεριά ακούγονται ακόμη τα πριονάκια των γρύλων
Κι εγώ καταδιωκόμενη με ψεύτικα όνειρα κυκλοφορώ
Σε μονοπάτια που με πηγαίνουν σε χώρες που μάτωσαν χρόνια πριν...

Τολμώ να κοιτάξω προς το πυργίσκο του ήλιου
Χωρίς να τυφλώνομαι
Τολμώ να φωνάξω το ρήμα που κατακαίει τα νέφη
Χωρίς καμιά ανάσα
Μα εκείνο που καταφέρνω καλύτερα απ' όλα
Είναι να ατενίζω καθαρά τα πορθμεία που το ταξίδι τάζουν
Ήρθε ο καιρός των εξεγέρσεων
Έφθασε η μέρα των μεταμορφώσεων
Κουκούλι με ντύνει
Αθώρητη έγινα
Μικρή χρυσαλλίδα
Και αλλάζω χατιρικά το σχέδιο στον χάρτη του κόσμου...

Άνθισαν οι βραχόκηποι πλάι στη θάλασσα
Βγήκαν οι κυκλαμιές πάνω στα βουνά
Ακούς που τροχίζουν τα σπαθιά τους τα πεύκα
Έτοιμη συναντώ ξανά τα θαύματα
Τώρα αιωρούμαι μαγικά πλάι σε χάλκινα τόξα
Τώρα ασπάζομαι μια μόνη θρησκεία: Της γης το βιβλίο
Τώρα φυγαδεύω τους νεκρούς μου
Και ξαποσταίνουν τα μνήματα απ' των δακρύων τον κάματο
Πως γίνεται ενώ ξεμακραίνω
Ξανά να επιστρέφω στην πηγή
Λαβύρινθος νέος χαοτικός
Κι εγώ βηματίζω τυφλά
Πειράζω τις ώρες τις μεθώ με ρακί
Αργούν τα χρόνια να με βρουν εδώ κάτω
Πλίνθοι με ζώνουν
Ναοί με καλούν
Μητέρα του άγους με χρήζουν
Σκοντάφτω στην πέτρα και απ΄την ρωγμή ξεπροβάλλει
Η πρώτη αχτίδα του νέας σελήνης
Αφήνομαι στην πλέρια αγκάλη κι εκεί αποθέτω χρυσή τη σπορά...

Τολμώ να τραβήξω τα γκέμια της μοναξιάς
Χωρίς να ιδρώσω σταλιά
Τολμώ να ονοματίσω την κοίτη με τις σποριές του θανάτου
Χωρίς να ντραπώ
Μα εκείνο που καλύτερα χειρίζομαι απ' όλα
Είναι να πιλοτάρω μικρά πλεούμενα στα άσπρα νησιά
Ήρθε ο καιρός των εκπλήξεων
Έφθασε η μέρα της ανταμοιβής
Κι εγώ αρματωμένη φυλάω την πύλη
Εχθρός δεν διαβαίνει
Κι οι χώρες που αγάπησα με τόσο πάθος
Ματώνουν μονάχα
Στην έλευση του παιδιού που η δόξα με δόρυ χρυσό το πληγιάζει...


Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

έλα με τις νεφέλες του πρωινού να σκεπάσεις το σώμα μου



Λιγόστευσαν σιγά - σιγά των οιωνών τα σημάδια
Εκείνα που κρυφά εμπιστευόμουν και σταθερά μου αποκάλυπταν
Την καλή προοπτική του ποθούμενου ερχομού σου
Δεν απορώ και δεν αναφωνώ - στιγμή δεν τα μέμφομαι
Τα σημάδια κανακεύονται ζεστά και ζουν εμπύρετα
Μόνο μέσα σε αγκάλες που ποτέ δεν γνώρισαν την τέφρα
Σχέση καμιά δεν πλέκουν και δεν προσδοκούν
Με εκείνες τις μελλοθάνατες στιγμές των εραστών
Που απαρνιούνται τα τρελά ηλιοβασιλέματα
Τα άδεια από φωνήεντα ποιήματα
Τα ναυάγια μπροστά στις λευκές ξέρες των σπηλαίων
Τους άγριους κούρους των αρχαϊκών ναών
Που σκαπανείς έφεραν στο φως σε καταστάσεις παράκρουσης!

Ωστόσο ξέρε το ήμουν κι εγώ κάποτε πέρα απ' την άλλη όχθη
Εκεί που φύτρωναν φλισκούνια μέντες κι αγριαψιθιές
Ήμουν εκεί μαζί με τις παλέτες μου
Να αναμειγνύω τα χρώματα που σ' αρέσανε να θυσιάζεις
Στο πρώτο ερωτικό πλάγιασμα του Αυγούστου
Ζωή να δίνεις τρισδιάστατη και καλειδοσκοπική στον κόσμο μου
Κάτω από τη ερυθρή σελήνη και την φαιά άμμο
Να χτυπάς με βουκέντρα πεισματικά το χάσμα των ρωγμών
Ήμουν εκεί στων χρωμάτων τη περιπέτεια  παραδομένη
Στο κόκκινο του πόθου που ακολουθούν τα ιερά μαντέματα
Στο σμαραγδί της ελπίδας που οι κόρες στα οράματα τους βλέπουν
Στο λιλά της μούσας που στο βλέφαρο κατοικεί
Και τέλος στο κυανό της απεραντοσύνης που τα νησιά δεν παύουν να λιξεύουν
Τώρα το γκρίζο κυριαρχεί και το υποκύανο στην ζωή μου θάλπει
Αλλά μην αργείς έλα
Έλα με τις νεφέλες του πρωινού να σκεπάσεις το σώμα μου
Που στα δίχτυα των δακτύλων σου κάποτε πληθωρικό κατοικούσε!

Πλάθω την εικόνα σου με σκληρότητα τις νύχτες
Και ξάφνου την χάνω καθώς αποποιούμαι την ακάνθινη καρδιά των διαδρομών
Μένω να κοιτώ σφαιροειδή τα κομμάτια μου
Σε ένα επαναλαβανόμενο ψηφιδωτό δίπλα σε σέπιες κατεστραμμένες
Αποχωρώ μήπως λύσω τα κλειδωμένα μυστικά σου
Κι εσύ χωλός ενδίδεις στην ψυχρή στιγμή της απάρνησης
Απομακρύνεσαι σαν πικρή προσευχή που κλείνεται σε χείλη αμαρτωλά
Βλέννες καλύπτουν τα μέλη που δεν άγγιξα
Πύο σκεπάζει τις στέπες που δεν είδα
Αίμα ρέει στους ποταμούς που απέταξα
Κι ένα φαρμάκι πικρό κοχλάζει σε φλέβες που δεν διέτρεξαν κύκλους
Αλλά εγώ ορθή ναι, θα σταθώ μόνο για σένα
Έλα μην αργείς έλα ξανά
Να διακόψεις της νυχτερίδας τον περίπλου στο σπασμένο κρανίο
Να ξεντύσεις το παιδί που ανοιχτές οι πληγές του κακοφόρμισαν
Έλα μην αργείς κι εγώ θα γίνω ουρανός με αχνές νεφέλες
Αναπότρεπτα να με ζητάς και να με κανακεύεις σαν λιανόφτερο πεταλούδας χρυσής!