Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

ξεθωριάζει του σώματός σου η σπασμένη υδρία




Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Ξεθώριασαν τα αρχικά της χρώματα
Ολόσωμη καταφυγή ομορφιάς
Αφανίστηκε στη ραγάδα της λήθης
Χλωμή χαρακιά διατρέχει τώρα το μέρος της καρδιάς
Κόβοντας στα δυο τις άρρωστες κοιλίες
Πήρε χρόνια πολλά να δεσμεύσει τα χρώματα
Κούρσεψε ουράνια τόξα που αχνόφεγγαν
Ωσπου να βρει απρόσκοπτα τη σωστή δόση στη παλέτα της ανάμνησης
Το λαμπρό κόκκινο
Το σμαραγδένιο πράσινο
Του σταριού το αισθαντικό κίτρινο
Και εκείνο το αθάνατο γαλάζιο
Που ταίριαζε με τον μίτο του δικού σου μύθου
Φτιάχνοντας στο τέλος ολοκαίνουργιο τον έγγλυφο σφραγιδόλιθο του σώματος!

Στη φωτογραφία που κρατώ στη τσέπη μου
Ατόνησαν τα αδρά της χαρακτηριστικά
Πότισε ο ιδρώτας το κρυφό αντίσκηνο του θώρακα
Πως να φυτρώσει τώρα ανεμπόδιστα
Ο σπόρος της αφοσίωσης;
Καμένος τόπος, αλυκή της ερήμωσης, μπατανία σκισμένη
Τραβάει τις αποχρώσεις στους χειμερινούς ορυζώνες
Εκεί που εργάτες δομούν λαβυρίνθους ελισσόμενους
Γκρίζα η γη πλέκει πυκνά νυχτοπεταλούδας φόρεμα
Σωρεύεται σκότος
Πληθαίνει του κρυστάλλου ο αμφορέας
Αφρίζει της πείνας ο σκοτεινός θάλαμος
Πως να ξεχωρίσω τον δικό σου δρόμο
Πως να υφάνω το κρουστό της μνήμης εργόχειρο
Που τα μάτια μου βυθίστηκαν στην οχλοβοή
Των στενών πεζοδρομίων και πνίγηκαν
Σταγόνες μαύρης βαθύνοιας κλείνουν την ψυχή μου
Το ευεργέτημα ζητώ της μορφής σου
Να ανοίξω στο φως το πρωινό τα άσπρα πανιά της αιθρίας!

Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Εκμαυλίστηκαν τα υπέροχα φωνήεντα
Κατέβηκαν πάνω σε αόρατο σπάγκο
Όλοι οι ψίθυροι από τα κωνοφόρα του δάσους
Και υφάρπαξαν τη λόχμη του εωθινού σου λόγου
Στόμα κυρτωμένο που σιωπά
Θαμπή ημισέληνος που δραπετεύει
Καμπύλη σβηστού καραβοφάναρου
Υποβάλλει σε δοκιμασία το μαύρο κέλυφος του τρόμου
Αδέσποτη μια νάρκη εκτινάσσει στα πέρατα
Του "σ' αγαπώ" σου το διακλαδιζόμενο ρίζωμα
Δεν είσαι εδώ
Το όνομα σου το ιερουργούν τώρα στη προσευχή τους τα ελάφια
Αποχωρείς γοργά γοργά σκυφτός λίγκας
Και ψηλά σε κορφή πυραμίδας γεύεσαι
Την κρύα αψάδα του χιονιού αμίλητος σαν μισοπεθαμένος γρύλος
Το ορμητήριο ζητώ της κρύπτης σου απεγνωσμένα
Να αμαρτήσει το βλέμμα μου πάλι στα βρόχια των ακροδακτύλων σου!


Δημοσιεύτηκε στην σελίδα ποίησης που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/09/blog-post_8.html