Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης



Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και με δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά μύρο το ξόδεψαν στης αρμαρόριζας τη γεωγραφία

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Προσέχοντας μη τυχόν και ξυπνήσεις
Τη θύμηση του Οδυσσέα
Στα καρδιόφυλλα της Κίρκης
Αφιονισμένη από τα αρώματα της μέντας
Λοιδορείς της αλαδανιάς τον ίσκιο
Που έσκισε στα δυο της μέλισσας το φτερό
Αργοσάλευτη σαν μέδουσα του Νότου
Αποσπάς το βλέμμα σου από την χάντρα του χαλαζία
Ακουμπώντας το στοργικά στην γαλάζια ποδιά της Νισύρου
Με ένα νεύμα σου μόνο
Ακινητοποιούνται οι πύρινες λάβες των ηφαιστείων
Μπροστά στη πόρτα του Έρωτα
Γιατί
Ξανθά χερουβείμ σου φύλαξαν σε βίγλας πέρασμα το κλειδί της Αθανασίας!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Νυχοπατώντας μη τυχόν και πονέσει
Το όνειρο της μικροπαντρεμένης και εφιάλτης γίνει
Σε ουρανού σκαλοπάτι
Αέρινη σαν του Μαΐστρου τη φτερούγα φεύγεις
Της κρύας βρύσης μη στερέψεις το στέρνο
Και μείνει άδροσος ο κάμπος με τα αγέννητα πουλάρια
Σμίγεις ποθούμενη
Με των βουνών την αρσενική φορεσιά
Και απαρχής του κόσμου
Κυοφορείς δις την Αμαρτία των μοιχαλίδων
Με ένα λόγο σου μόνο
Διαλύονται τα στρατεύματα στα πεδία των μαχών
Κι ο στρατηλάτης αποσκιρτά
Γιατί
Το ένδοξο φως θριαμβεύει ξανά στα πένθιμα μαντήλια των μανάδων!