Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

πριν το τέλος



Πριν το τέλος
Ήσουν ωραίος
Και χαμογελούσες
Είχες ανοιχτή την καρδιά
Σάμπως έτοιμος από καιρό
Να ήσουν
Το βέλος να δεχτείς
Καρτερούσες δεητικά
Να χωρέσεις
Στων ματιών σου
Την άλω
Όλα τα πάθη των βροχών
Και των δρόμων

Σαν δέντρο έμοιαζες
Που θάλλει
Στους καρπούς του
Δεν γνώριζες την αστραπή
Το ψυχρό χάδι
Χαμογελούσες
Μια χτενισιά
στο μαλλί
Μια θύελλα
Στις κάτω πόρτες
Ποιος σου έδωσε
Και σε εξαπάτησε
Το αντικλείδι;

Σκιές διέγραφες
Με επιδέξια δάκτυλα
Στους τοίχους
Ένα ερπετό
Ένα πουλί
Ένα υποβρύχιο
Ένα μανουάλι
Εκεί να αποθέτω
Τα κεριά των λυγμών
Εκεί να πληγώνω
Τη μάνητα
Της απώλειας

Κοιμήθηκες παρέα
Μ΄ένα άστρο
Το γλυκοκοίταζες
Κι αυτό λαμπρό
Όπως ήταν
Σε ξελόγιασε
Φιλιά σου 'ταξε
Δάφνες και φοίνικες
Εξύφαινε
Στου λογισμού σου
Το πλατινένιο λάμδα
Ήρεμα έφυγες
Στου ύπνου τη δάδα
Προσηλωμένος
Σχεδόν ένοχα γελώντας

Στέναξαν αίφνης
Οι ίνες του κόσμου
Άρχισαν να ξεφτούν
Των σεντονιών
Οι μνήμες
Στη μεριά των σχεδίων
Σαν τα όνειρα
Που η Ιστορία τα ξέχασε
Ή τα αγνόησε...
Εκείνο το βράδυ
Πριν το τέλος
Ανέβασες στην οθόνη
Του ουρανού
Το πιο πολυπαιγμένο έργο
Εκείνο του σταυρωτή
Και του κάλφα

Τα αιχμηρά καρφιά
Πως δεν ξεδιάκρινες;
Τα κομμένα δέντρα
Πως δεν ξεχώρισες;
Των Κυριακών τη συννεφιά
Πως δεν την είδες;
Των σταδίων τις ιαχές
Πως δεν τις άκουσες;
Εκείνο το βράδυ
Πριν το τέλος
Καρπερά είχες τα χέρια
Σταθερό το τιμόνι
Στην πλημμυρίδα
Συνομιλούσες με το μέλλον
Απόδιωχνες το παρελθόν
Και μικρός γινόσουν
Θεός επί γης
Ανέφελος!


Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

μην αργήσεις



*
Μην αργήσεις
Έχω ανάψει το μαγκάλι
Επιδιόρθωσα τη στέγη να μη στάζει
Ξέρω πόσο φοβόσουν τους κεραυνούς
Στα ελατοδάση που ζούσες
Σε καρτερώ
Να χτενίσω τις σκέψεις σου
Με του πόθου το σπασμένο χτενάκι
Μην αργείς
Έχει το φεγγάρι επισκέψεις απόψε
Στο πλατύσκαλο ωραία σαν ψίαθος να σταθείς!

*
Μην αργήσεις
Στη μαρμάρινη κολόνα
Μέτρησα τις εσοχές
Και την πιο βαθιά
Την κράτησα για εσένα
Τ' αετώματα των ναών
Να φρουρείς τις έναστρες νύχτες
Μην αργείς
Στων μνημείων την υγρή μαρμαρόσκονη
Κόλλησε τ' άροτρό μου!

*
Μην αργήσεις
Κάθετα τέμνεται ο ουρανός
Απ' το χαράκι της πληγής
Αίμα αναπηδάει κοχλαστό
Μαδούν οι τουλίπες
Ασθμαίνοντας ελαφρά
Κι αιωρούνται
Μην αργείς
Ο μαΐστρος σκάλισε στο ραβδάκι του
Το θήτα του θυρεού σου!

*
Μην αργήσεις
Σκάλισα στους περιστερώνες
Το Άγιο όνομά σου
Ταυτότητα να έχουν οι ουρανοί
Να μην ζηλεύουν
Τα γήινα σκαλοπάτια
Μην αργείς
Στο ασημένιο μου βραχιόλι μια μπλε χάντρα
Κομίζει στις γειτονιές τσέρκια χαράς!

*
Μην αργήσεις
Ο τυφλός νεωκόρος
Μου έστειλε λαμπερό ένα καντήλι
Δυο κόκκους λιβάνι
Κι εκείνο το εικόνισμα με τον Δράκοντα
Αριστερά να τα βάλω
Στην πέτρα του πόντου
Μην αργείς
Στα ξωκλήσια τα σήμαντρα
Πήραν το χρώμα του μεστού ροδάκινου!

 *
Μην αργήσεις
Σήμερα ξεπέζεψαν απ' τα σύννεφα
Δυο αλήτες άνεμοι
Ο ένας είχε την κορμοστασιά σου
Ο άλλος το άρωμά σου
Μυστικά μου έφεραν φιρμάνια
Πως για άλλα πήγαινες νυχτέρια
Μην αργείς
Κόμπο κόμπο έδεσα στο μαντήλι
Τους στίχους που μου έγραψες σπορά να τους κάνω!

*
Μην αργήσεις
Απόψε στο σπήλαιο με τους σταλακτίτες
Επανασυγκόλλησα
Τις ψηφίδες των πρώιμων γραφών
Μορφοποιείται ο χαμένος στεναγμός;
Απάντηση δεν πήρα
Μην αργείς
Στο θηκάρι του βράχου φύτρωσε άγρια μέντα
Εκείνη που συντηρεί υγρά τ' αληθινά όνειρα!

*
Μην αργήσεις
Στα Φαγιούμ της ψυχής
Άνθισαν χαμόγελα
Ερυθρές βάφτηκαν οι μετόπες
Των σύννεφων
Και στα δάση των δακτύλων
Κυκλοφορούν ρασοφόροι ποιητές
Μην αργείς
Στα χαλικόστρωτα μονοπάτια
Δομούνται μικρές κιονοστοιχίες
Και γυρεύουν κεντρικά να σταθείς!

*
Μην αργήσεις
Πάνω στα σκουφάκια των αφρών
Κοιμήθηκαν οι άνομοι εραστές
Κυνηγημένοι
Κράτα το τέμπο
Στου ύπνου τους την απλωσιά
Σταθερό
Μην αργείς
Αύριο οι φθόγγοι της μουσικής θα γράφονται
Στα ταπεινά αναλόγια των γκρεμνών!

*
Μην αργήσεις
Κορφολόγησα τον βασιλικό
Και σου 'χω σιδερωμένο
Το καλό σου πουκάμισο
Στη βεράντα αχνιστός ο καφές σου
Κι η καρέκλα κουτσή εναρμονίζεται
Με το ξυλόφωνο του παφλασμού
Μην αργείς
Στης καρδιάς το ρόπτρο ακουμπά
Το κομμένο χέρι της Αφροδίτης άνοιξε της!


Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

σηματωροί

Αποτέλεσμα εικόνας για άγγελος

Άφησα την πόρτα μου ανοιχτή απόψε
Να περάσει ολόγυμνος ο πόνος
Συντροφιά να μου κάνει
Να τον ποτίσω δάκρυα φωτιάς
Να τον τρατάρω γλυκό του κουταλιού και πετιμέζι
Χρόνια φίλος κι αδερφός
Χαιρέτισε την πρόσκληση μου
Κι όρκους μου 'φερε
Κι ένα λευκό φουλάρι αραχνοΰφαντο
Στο βάζο έβαλα λουλούδια
Ολόφρεσκα με τη δρόσο της νύχτας
Γιασεμιά που αγαπούσες
Και δυο θλιμμένες κάλες
Που σου άρεσε αρχές της Άνοιξης
Να φυτεύεις
Στο γόνιμο σώμα της γης σου
Αρχές μιας Άνοιξης που τα λόγια
Τίποτα δεν περιέγραφαν
Τίποτα δεν σηματοδοτούσαν
Μόνο στυλωμένα είχαν τα μάτια τους
Στο λευκό πάτωμα σαν βότσαλα ερημίας

Απόψε άθικτα έμειναν τα σεντόνια μου
Τα σκουφάκια του ύπνου
Αψεγάδιαστα κείτονταν στην καρέκλα
Φόρεσα το καλό μου φόρεμα
Άσπρο μακρύ αέρινο
Σαν καλή νεράιδα έμοιαζα
Που ξυπνάει μες στις ιτιές και τις λεύκες
Αχάραγα να χτενιστεί
Τα μαλλιά μου καλοστρωμένα
Σε σκούρο μαύρο χρώμα
Ξέρεις πόσο αγαπούσα πάντα τις αντιθέσεις
Στα ρούχα στη σκακιέρα στα γραφτά μου
Αντιθέσεις και στου έρωτα τον χάρτη
Να σ' αγαπώ και να σ' αποδιώχνω
Να σου μιλώ και να σωπαίνω
Να σε ζητάω και να σ' απαρνιέμαι
Σημάδι έβαζα τις μέρες μου
Και τις νύχτες καλούσα
Στεφάνια και τριγμούς να φέρνουν στα όνειρα

Άφησα μια χαραμάδα ανοιχτή απόψε
Να έρθει ο καλός μου άγγελος
Παραδεισένια να μου φέρει στολίδια
Κοράλλια κίτρινα της αποδημίας
Αχάτες γαλάζιους των οριζόντων
Μαλαχίτες πράσινους της ευφορίας
Περιποιήθηκα τα φτερά του
Λίγες γάζες μου περίσσευαν
Μικρά να μου γίνουν ορμητήρια
Στερνοί να μου γίνουν οδηγοί στην εκστρατεία
Σαν κουρσάρος έμοιαζε
Με τόσα πετρώματα κι θησαυρούς στα χέρια
Τον καλωσόρισα
Και μαγικά του έδωσα φιλιά
Από εκείνα που αρνήθηκες να πάρεις
Κι άδεια έμειναν τα δίχτυα στην προκυμαία
Στεγνά τα χέρια δεμένα σε προσευχή
Κι η καρδιά
Ένα αλώνι πέτρινο ρηγματωμένο
Με λίγο χορταράκι στις σχισμές
Από εκεί να πιάνομαι οίκτο μη νιώσω

Απόψε δεμένα είχα τα μάτια
Δεμένα τα χέρια στους αγκώνες
Δεμένα της καρδιάς τα ψηφία
Στο θυσιαστήριο μ' οδηγούσαν
Δυο γεροδεμένοι στρατοκόποι
Τα πλήθη γύρω τους επευφημούσαν
Και γρόσια κρατούσαν στις τσέπες
Σανιδένια κουτιά διπλοκάρφωναν
Και στου όρθρου την πύλη πήγαιναν
Να εξομολογηθούν και να θρηνήσουν
Κόσμος πολύς εξαγριωμένος
Με τιμωρούσε με νουθεσίες
Μόνο ένα κορίτσι αμίλητο
Με κοιτούσε συμπονετικά
Μου έτεινε το χέρι κι ευθύς το μάζευε
Ανήμπορο άπνοο μοναχικό
Απόψε που φλογίστηκαν οι μνήμες
Και σπιθίζουν
Βρήκα τους σηματωρούς μου
Λίγους κόκκους αλάτι των κορφών
Ανάσες ζωής να σου χαρίζω
Στα βράχια της ομίχλης
Μικρές φλέβες χρυσού για σένα να περιθάλπω

               στον άνθρωπο που τόσο αγάπησα...

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

κι ήσουν πάλι εδώ

Αποτέλεσμα εικόνας για αστέρι

Στ' αστέρι που κατοικείς
Στο δικό σου αστέρι
Άνοιξες αποβραδίς τα παράθυρα
Μου έστελνες φιλήματα
Είχες την έγνοια μου
Στα μάτια μου ακίδες χρυσές έμπηγες
Άνοιγες την παλάμη σου
Τη γραμμή της ζωής να επιμηκύνω
Του έρωτα τα σημεία να πλησιάσω
Του αποχωρισμού να σπάσω τη σφραγίδα
Φλογερά να γίνουν τα όνειρα μας
Σαν μικροί φεγγίτες
Στου γαλαξία τη σκόνη
Σαν νήματα αστραπών
Στον ουρανό του πάθους

Κι ήσουν πάλι εδώ
Με ρινίσματα φωτός στις κνήμες
Ολοφώτιστος να μου χαμογελάς
Υποσχέσεις να μου δίνεις
Με μια άλικη καρτούλα ευχών
Ταξίδι να με πηγαίνεις
Στης Βαβυλώνας τα τείχη
Νήματα να σου κλέβω
Εκείνο να σου υφάνω το μαγικό χαλί
Κοντά μου να έρχεσαι απρόσκοπτα
Σαν μικρός θεός που αποπέμφθηκε
Απ' την στρατιά της ομίχλης
Και τίμια μοιράζει τα λόγια του στα πουλιά

Κι εγώ ένα λαβωμένο πετούμενο
Ίαση να σου γυρεύω
Βοτάνια και μύρα ακριβά
Την πληγή μου να φροντίζουν
Τα σκούρα αίματα να αγαπούν
Κι εκείνες τις φωτοσκιάσεις της πίκρας
Να αντιγράφουν σε παλίμψηστα αρχαία στολίδια
Κι ήσουν πάλι εδώ
Ωραία να διαμοιράζεσαι
Στα πλήθη να μπερδεύεσαι
Κι εγώ αέρινη φωτιά
Στους χτύπους σου να μεθώ
Την καρδιά σου να πλαταίνω
Εμένα να χωράει
Σαν τις αμαρτίες των ωραίων τρελών
Που σε συνέπαιρναν

Απόψε που οι ουρανοί
Κρυφογελούν κι ανοίγουν
Ανάβω ένα κεράκι
Να με διακρίνεις
Χλωμό κερί με φιτίλι ασημένιο
Κτέρισμα ακριβό στη μοναξιά σου
Λάμψεις να στέλνω στ' αστέρι σου
Με τάξη να αποκωδικοποιώ το μέλλον σου
Κι αν βλέπεις να κρατώ ραβδάκι
Είναι που νερό ψάχνω να σου βρω
Μια στάμνα να σου φέρω στα πόδια
Εκεί στις στράτες που περπατάς
Ολονυχτίς
Δροσιά να παίρνεις και να δίνεις
Τους φρουρούς να ξεγελάς
Και κρυφά τα κλειδιά να τους παίρνεις

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

ερωτηματικό;

Αποτέλεσμα εικόνας για μαύρα γυαλιστερά βότσαλα

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στο τρένο όταν οι άλλοι βάζανε στοιχήματα
Για ιππόδρομο γι' αγώνες για μοναξιές
Κοίταζες μακριά και κάπου - κάπου τίναζες το πουκάμισό σου
Η τσιγαρίλα κυρίαρχη στο χώρο
Ήμουν εγώ που κάπνιζα μαζί με κάνα δυο τρεις συνταξιδιώτες
Επαίτες έμοιαζαν
Δεν με έβλεπες
Θες ο καπνός
Θες η αόματη υπνηλία
Θες το κωδωνοστάσιο των λογισμών
Με είχαν κάνει αόρατη
Πόσο απολάμβανα ξέρεις
Να παρατηρώ τα χρυσά μαλλιά σου
Να μετρώ το μήκος των φρυδιών σου
Να ξεσκονίζω το πέτο σου από τα αίματα του δειλινού
Μια μικρή αράχνη έτσι αισθανόμουν
Με διχτυωτές κάλτσες λεπτές γάμπες και βουβά μάτια
Δεν είχα προορισμό κανένα
Από μικρή το συνήθιζα αυτό:
Να παίρνω τα τρένα χωρίς κατεύθυνση καμία
Λεπτομέρειες...θα μου πεις γελώντας

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στην ακτή πάνω σ' ένα βραχώδες κομμάτι
Χειμώνας θα 'ταν
Δίπλα σου δειπνούσαν δυο τρεις ξέμπαρκοι γλάροι
Δεν μιλούσες
Δεν γυρνούσες το βλέμμα στα πλοία που έφευγαν άδεια
Εσύ κι οι γλάροι
Εσύ κι η ορμή του πελάγου
Είχα τυλιχτεί στο κασμιρένιο παλτό μου και σε κοιτούσα
Έκσταση να το πεις
Περιέργεια..δεν ξέρω
Σε ακολουθούσα με βλέμματα εστιασμένα κενά
Πήγα να σκοντάψω
Ήταν που κι ο άνεμος φυσούσε διαβολεμένα
Με παρέσερνε
Τα γλαροπούλια μόνο το κατάλαβαν
Κι ήρθαν με λίγο ψωμάκι να ταΐσουν τον πόνο μου
Εσύ αγέρωχος απρόσιτος μεγαλοπρεπής
Κρατούσες ένα κουμπί στο χέρι
Χρυσό ήταν αν θυμάμαι καλά
Και με μια βελόνα το πέρναγες στα μανιασμένα κύματα
(Εκεί που ξεσπάει η γραφή
Μην και χάσει το μίτο στην ιστορία του έρωτα)
Για κλωστή είχες το κορδόνι του μαΐστρου
Με μάγευες έτσι που κεντούσες το νερό
Κι απίθανα όπως έκανες μάγια στην πλώρη της θάλασσας
Ασημαντότητες...θα μου αντιτάξεις επικριτικά

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στο παγκάκι του αλσυλλίου και διάβαζες
Την τελευταία μου συλλογή
Με εμπεριείχες
Δίπλα ξεχασμένη μια εφημερίδα
Από κάποιον άλλον περιπατητή ίσως
Καμάρωνα
Ανθούσε για λίγο το χαμόγελο
Ένα κεράκι τρεμόπαιζε πάνω στα κρύσταλλα
Οι μελλοντικές μέρες του ποιητή μ' αντάμωναν...
Τα χέρια σου σφιγμένα σε γροθιά σχεδόν
Δεν έβλεπα τα λεπτά σου δάκτυλα
(Να φανταστώ με τα νύχια πολύ περιποιημένα)
Άκουγα όμως την ανάσα σου
Πείναγα τις στιγμές σου
Διάβαζα εξαρχής τις σκέψεις μου
Κι απορούσα πως εγώ συνταίριαξα τόσες συλλαβές
Άχαρος ο ρόλος μου να σε παρατηρώ μέσα από κάτοπτρα
Πως αλλιώς όμως να γίνει
Μέσα μου μια καταιγίδα προετοιμάζονταν
Μέσα μου ένα σπουργίτι τουρτούριζε αγωνία
Κι ήσουν το απάγκιο μου
Ένα μεγάλο λευκό κοχύλι που ξέφυγε απ' τα χέρια μιας γοργόνας
Εκεί να σε κλείνω
Εκεί να σ' αγαπώ
Εκεί να υπάρχεις
Γιατί όταν σε ανακάλυψα -μάθε το- ήταν η εποχή των μουσώνων
Τότε που η στεγνή κοίτη μου γέμισε με γελαστό νερό
Και μαύρα γυαλιστερά βότσαλα
Αναντιστοιχίες.....με μομφή θα μου τονίσεις

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

χαϊκού μικρών θαυμάτων



Δεν ξέρω οι άνθρωποι… 
πάντως τα σκιάχτρα 
κάποτε λυγίζουν

Kobayashi Issa

Ψάχνω κρυψώνα
Μια ξύλινη σχεδία
Π' ανατρέπεται

Λευκό δειλινό
Τα χρώματα βούλιαξαν
Στα δυο σου τόξα

Στα σκούρα μάτια
Ελλειπτική σελήνη
Το πρώτο φιλί

Δες πως σαλεύουν
Στο πρώτο αεράκι
Οι ασπραγκαθιές

Η μέρα φεύγει
Και άδεια αποθέτει
Φιλιά στο βουνό

Απόψε ήρθε
Στον κήπο το κοτσύφι
Ξεκουρδισμένο

Πάνω στο βράχο
Το κύμα σχημάτισε
Μικρούς πυργίσκους

Στάσου για λίγο
Σου έχω υφασμένα
Δυο άσπρα φτερά

Φεγγάρια πιάνω
Στην τρύπια μου απόχη
Παραμυθένια

Στάλα τη στάλα
Στο απαλό μετάξι
Το ρίγος ρέει

Μες στην καρδιά μου
Διπλωμένη μια λέξη
Αδώρητη ζει

Ψηλά κοιτάζεις
Στα καμπαναριά στέκεις
Της μοίρας κλαδί

Στον αμπελώνα
Μεθούν τα ριζώματα
Κι οι τρυγητάδες

Άκου το κύμα
Συστολικά πως στέλνει
Φιλιά στο γιαλό

Γυάλινη σφαίρα
Και μέσα κλεισμένη
Μι' ανάσα κοφτή

Σπάζουν τους κάβους
Με μια κίνηση μόνο
Καρίνες φτενές

Ισχνό δρεπάνι...
Στα σιταροχώραφα
Τουλίπες καπνού

Κεράκι χλωμό
Το δειλινό πεζούλι
Τρεμοφωτίζεις

Τζιτζίκια καλούν
Στα θερινά μπαλκόνια
Οι θύρες ν' αρθούν

Θαυματοποιός
Άνεμος ξεδίπλωσε
Όρτσα την καρδιά

Νωρίς το βράδυ
Η λάμα της σελήνης
Το μπλε διαπερνά

Χάθηκαν όλα
Μα οι κρύες οι πέρλες
Άθικτες μείναν

Ασημοκλωστές
Ακουμπά η σελήνη
Πάνω στις βέργες

Στα κρύα βάθη
Χαλύβδινη η καρδιά
Αντιστέκεται

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

πορεία

Αποτέλεσμα εικόνας για σφένδαμος

Στις χαράδρες που ζουν
Τ' αδέσποτα κοτσύφια κι οι έφιπποι πολεμιστές
Υπάρχει ένα κρυφό πέρασμα
Ένα φιδωτό μονοπάτι
Που βγάζει ίσα σ' ένα παρθένο δάσος
Δάσος του αιώνιου σφένδαμου
Της πικρής κουμαριάς και της ταπεινής νύμφης
Με φύλλα ζωηρόχρωμα
Ρίζες παλλόμενες
Άγραφους κορμούς
Και με άγνωστα φτερωτά ζωύφια
Που κυριαρχούν ολούθε
Σαν αέρινοι παλμοί ερωτικοί που τυλίγουν το βήμα
Εκεί μου είπαν πως μένεις
Σ' ένα βραχώδες λημέρι
Παρέα με ένα λαβωμένο ελάφι
Κι ένα ζευγάρι σκίουρων
Με ξεδιπλωμένα τα όνειρα
Ίδιος ιερουργός πριν τη μεγάλη πορεία στο άκαμπτο "φεύγω"

Έψαξα σε χάρτες
Σοφούς συμβουλεύτηκα
Έδεσα μαντήλι τη θλίψη
Κοντά σου να σταθώ
Κρυφά να μηρυκάζω της μνήμης σου το απόστημα
Καθρέφτες να σου φέρνω
Να μην ξεχνάς τα φεγγάρια
Να μην απαρνιέσαι τα μικρά εδώλια των θεών
Κι ένα αραχνοΰφαντο κιλίμι
Από τα υψίπεδα της πατρίδας σου
Σαν αποσταίνεις εκεί να ακουμπάς τα γόνατα
Τις ακίδες σου και τα παράπονά σου
Άγουροι να μη μείνουν καρποί σε δέντρο ξερό
Για μένα να ζεις
Τη θάλασσα να εμπιστεύεσαι
Στο κύμα να στέλνεις μηνύματα
Κι εκείνο το ακριβό "σ' αγαπώ"
Στους χιτώνες των μαινάδων
Σαν πέπλο να το κρεμάς
Κι εγώ θα σε θωρώ κατάματα
Κι εγώ θα σε θέλω λατρευτικά
Κι εγώ θα σε καλώ συστολικά
Κι αν κάποτε αργοπορήσω
Θα είναι γιατί θα σου ετοιμάζω
Τα πέτρινα πιθάρια που τόσο αγαπούσες
Της μούσας τα μιλήματα που σε άγγιζαν
Τις άναστρες νύχτες εκεί να κλείνεις

Γιατί μόνα σαν τα άφησες τα νερά μου
Λίμνασαν και ξεχνούν
Κόπηκαν οι ιστοί και τα ρεύματα σίγησαν
Θα βρω το μονοπάτι που σε πήρε
Στο αδράχτι μου θα δέσω κορδέλες
Μια κόκκινη του αίματος να σε φωνάζει
Μια κίτρινη της ομίχλης να σε ξακρίνει
Και μια γαλάζια να ψηλαφίζει τα ίχνη σου
Που άγνωρα μείναν
Για μένα μόνο να ζεις
Σε μένα να κλείνεσαι
Ωραίο όστρακο που στη σχισμή του βράχου
Μοναχικά θα μου γράφει ποιήματα
Μαζί να πλέουμε στο γαλάζιο
Στου ύπνου το αβαθές στερέωμα
Ένας κρυφός ανασασμός δικός μας ζωή να πάλλει

Στο ακριβό "σ' αγαπώ" σου που τόσο μου λείπει

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου" 
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης


Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

εσύ εδώ θα ζεις

Αποτέλεσμα εικόνας για εσύ εδώ θα ζεις

Απόψε κατέκλυσες του ύπνου μου τις θύρες
Ναυαγός έμοιαζες
Ουράνιο τόξο περιπλανημένο στις εποχές
Μετρούσα τα χρώματά σου τις ανάσες σου
Χέρι δεν είχες να σε κρατήσω
Ωραίος να βγεις ψηλά στην επιφάνεια
Ρούχο δεν είχα να σε ζεστάνω
Μικρός να γίνεις μύστης του ποθητού
Ή έστω ένα μικρό μπεγλέρι να μετράς τις αποστάσεις
Να μην ξεχνάς τις στιγμές μας
Μεγάλες κι όμορφες στιγμές σαν παιώνιες ορεινές
(Εκείνες τις απάτητες που αγαπούσες)
Εδώ να ζεις ανάμεσα στα υγρά σεντόνια του ύπνου
Χαριτωμένα να κυλιέσαι σαν αστέρας
Ψυχρός να μην προσπερνάς τα θαύματα
Εκείνα που παρέλειψα κάποτε να σου δείξω
Μικρές γυαλιστερές κι αχιβάδες πράσινες
Μεγάλα βότσαλα και γκρεμνοί βατοί
Πειρατικά καπέλα κι ακτές απρόσιτες
Δικά σου να γενούν
Δικά σου να μιλούν
Θαρραλέα να έρχεσαι
Στα γαλανά μου νερά και σαν καραβοκύρης ν' ανοίγεσαι

Εσύ εδώ θα ζεις
Με καψαλισμένες τις φτερούγες
Κι άδεια τα γόνατα
Με ανασηκωμένα τα μανίκια
Και σφαλιστά τα χέρια
Χωρίς λόγια να μου εξηγείς τα ανείπωτα

Μην πλανηθείς στα αστροφέγγαρα
Σου έχω μια φωλιά χρυσαφένια
Μιαν γήινη στέγη
Κι έναν κήπο με αναρριχητικά φυτά
Εδώ να ζεις
Μαζί να ονειρευόμαστε το αχανές
Μαζί να περπατάμε στα ακροκύματα
Να σου μελώνω τη θλίψη με φιλιά
Μικρά να σου κόβω χαρτάκια
Στον αέρα να στροβιλίζεσαι να τα πιάσεις
Στο νερό να πέφτουν
Στον αφρό να σκιρτούν
Σαν μικρό παιδί να χαμογελάς
Στ' ανθάκια της υγρής μοναξιάς μας
Σφιχτοδεμένος με το υγρό στοιχείο
Όπως γυρίνος στη μήτρα της λίμνης
Στην παλάμη μου να επιπλέεις
Μακριά να μη φύγεις και τ' άστρο σου βασιλέψει
Στην αιθάλη του ήλιου αταξίδευτο

Εσύ εδώ θα ζεις
Με αναστατωμένες τις αισθήσεις
Και χαμηλωμένα τα μάτια
Με προτεταμένα τα χέρια
Και κλειστή την αγκαλιά
Χωρίς χρώματα να μου φανερώνεις το λυκαυγές
Με αγάπη να μου επιστρέφεις του κόσμου το μερίδιο
Γυμνή να μη χάνομαι στα αφανή όρια του


Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ταξιδευτές της ουτοπίας



Εγώ τα ταξίδια μου τα έκανα
Με χάρτινες βαρκούλες
Σχεδίαζα το χαρτί
Με την τέχνη του σκιτσογράφου
Νεύματα παιδικά με το πενάκι
Του Μιρό δοσμένα σκάλιζα
Άγκυρες γλάροι σωσίβιες λέμβοι
Συρματόσκοινα
Κι εκείνοι οι ήλιοι που
Και μες στη νύχτα έλαμπαν σταθερά
Να φωτίζεται ο κόσμος
Με ολοφώτιστα όνειρα να ξαγρυπνά
Χώρο να μην βρίσκουν
Οι πικροί εφιάλτες μου
Ο τρελός με τις σκούνες
Που με φεγγαροαχτίδες γητεύει
Τις μικρές μου νησίδες
Και τα γαλάζια βραχονήσια σκυφτός να χαθεί

Ένα ταξίδι όλη η ζωή
Με τα κουρελάκια της γιαγιάς
Για άλμπουρα και πανιά
Να χαμογελούν στο απόρθητο κενό
Ελπιδοφόρα
Να στοιχίζονται οι στιγμές
Με τα φτερά
Της αέρινης πεταλούδας
Και να ελαφροπατούν στο φως πετρωμένες

Υγρό κι αέρας
Θάλασσα κι όστρια
Σε κύκλους τεμνόμενους απ' το εγγύς
Να λάμνουν αέναα

Μύθος το άγνωστο
Μου έπεμπαν οι μούσες
Μύθος το ταξίδι
Μου κέλευαν οι αστερισμοί
Όλα κοντά
Όλα τα σύνορα φευγαλέα
Μια μικρή αυλή κι ένα σοκάκι
Να παίζουν μπάλα οι αγύρτες χρόνοι
Το μόνο μέλημα
Αναχωρούσα
Καραβοκύρισσα του ονείρου
Ξεχορτάριαζα τις λίμνες της σκέψης
Κυματισμούς σχημάτιζα στις κρύες πηγές
Έτσι που το ταξίδι πνιγηρά να γίνεται ωραίο

Επιφάνεια και βυθός
Ουρανός και υπέδαφος
Στεφανωμένα με κισσούς
Πλεγμένα με νήματα φλεβικά
Στα άπειρα της ψυχής σημεία να εισχωρούν

Εγώ τα ταξίδια τα έκανα
Με χάρτινες βαρκούλες
Αποδράσεις στης καρδιάς τους κολπίσκους
Βάφονταν τα δάκτυλα κόκκινα
Επαναστατούσε η φορά του θυμού
Ραμφιζε το κοτσύφι κι έφευγε
Κελαρύσματα παντού
Νερά πουλιά ηλιοβασιλέματα λυγαριές
Και γλυκά λυκαυγή
Άνοιγα φτερούγες λευκές
Χρυσά φορούσα σανδάλια
Κι ας έλειπε το ψωμί και το μαχαίρι
Απ' το τραπέζι
Φτάνει που περίσσευε το αλάτι στην κρούστα των βράχων
Το νέκταρ στου Απρίλη την κυψέλη
Εκεί ξεδιψούσα και δείπνιζα
Εκεί μεγάλωνα και μοιραζόμουν
Ψήλωνε ο κόσμος της παράγκας
Έτσι που ψηλώνει το μαντήλι χορεύοντας
Στους αποχωρισμούς

Ξένη και γνώριμη
Μακρινή και οικεία
Φίλιωνα με τα χνάρια των ελαφιών
Και σε δάση απάτητα έφερνα το όνομα μου
Ερατώ Ελένη Ελπινίκη Ευτυχία
Στο μέγιστο έψιλον συναντούσα
Της Ελλάδας την απεραντοσύνη
Τα μεγάλα υπογάστρια της μικρής μου υφηλίου ψηλάφιζα

Μεθούσαν οι οπλές των αλόγων
Σαν που μεθάει η σκιά της σημαίας
Στη γαλάζια επιδερμίδα του νερού
Μεθούσα κι εγώ σαν μέδουσα
Σε ερυθρόμορφα αγγεία
Προϊστορική γινόμουν θεά
Και σ' έπαιρνα μαζί μου
Αθάνατος να ζεις στα υπέρθυρα της χαρμολύπης

Συγγένεψε με της ανάσας την πλώρη
Κι έλα μαζί μου ταξιδευτής της ραψωδίας μου!

                   Σε εσένα που θα αγαπώ για πάντα.....

Έλαβε μέρος στο 12ο Συμπόσιο Ποίησης που επιτυχώς
κι ακούραστα διοργάνωσε η αγαπημένη φίλη Αριστέα