Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

25 λέξεις # 10



 Κάποτε ξηλεύονται
        οι κορμοί
Κάποτε κι οι άνθρωποι
Χάνουν τις ρίζες τους,
 τα πατρογονικά τους
          κειμήλια...
Άγρυπνοι χαρτογράφοι
Λαθραία στοιβάζονται
   Στα κρύα σύνορα
    της αυταπάτης
    σαν μια ντάνα
  ξερά καυσόξυλα!  

   Στο αριθμητήριο
      των δέντρων
 μέτρησα τις πληγές
        Κι ήρθαν
  οι δροσοσταλίδες
το τραύμα να πλύνουν
    Τ' αλφαβητάρι
      της σιωπής
  να ξεκλειδώσουν
     Στα υψίπεδα
     των κορφών
     βασανιστικά
       τον πόνο
   να κουρσέψουν!

 Έσπασε η γραμμή
     των αιθέρων
     Σκοτείνιασε
  το μάτι τ' ουρανού
Έλα στους δακτυλίους
       των κορμών
          τη νέα
    να χαράξουμε
         πορεία
 Στην αγαστή αγάπη
       των κισσών
      να μυηθούμε!

Το πρώτο κατά σειρά πήρε μέρος στο δρώμενο
"25 λέξεις # 10" που επιτυχώς διοργάνωσε
 η φίλη Μαρία Νικολάου http://tokeimeno.blogspot.gr/2016/11/25-10_20.html
(μπορούν να "σταθούν" και σαν σύνολο)

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

μέθυσαν τα κρόταλα του φεγγαριού

Αποτέλεσμα εικόνας για μέθυσαν τα κρόταλα

Αγαπώ τους αιθέρες
Που σε κρύβουν
Αγαπώ τα πουλιά
Που στην ανάσα σου
Κουρνιάζουν
Συλλέγω μπαμπακένια σύννεφα
Και μαζί τους αντιδικώ
Γιατί όπως και να το πεις
Μετά από εσένα
Η ανάσα μου γέμισε καρφιά κι απολογίες
Κάποιες του Θεού κερματισμένες
Κάποιες δικές σου συμπαντικές
Επισημάνσεις αφήνω
Στους κλωβούς του αέρα
Αν αγαπάς τις φυλακές
Κι αν μετά με της αρμύρας
Τα δάκρυα τις γκρεμίζεις
Έλα μ' ένα κλαράκι ανθισμένης μηλιάς
Με τα θαύματα να σε συστήσω
Πόσο ακόμα να σε καλώ;

Μιλώ στα γλαροπούλια
Σηκώνω ανεμόσκαλες
Πικρές λέξεις εφευρίσκω
Τα βράδια κοιμάμαι με τα μικρά ελάφια
Στον κοιτώνα μου μπαίνει
Ο θόρυβος του δάσους
Ο χείμαρρος του απρόσμενου
Με εκπορθεί στην παλαίστρα των φόβων
Στους τοίχους μου
Εισέρχεται το τελευταίο
Κύμα του θέρους
Εκεί που της εύνοιας
Συνέγραψα το μήνυμα:
"Συντάξου με τα εφήμερα
Αν θες τις αποστάσεις των τροχών να μετρήσεις"
Πόσο λίγο σε ήξερα!

Βαριοί βηματισμοί
Δονούν τις ακτές μου
Κάποιο χαροπούλι
Ανασκολοπισμένο
Απαγγέλλει χρησμούς
Κλείνω τ' αφτιά
Μαζεύω το νήμα
Περνάω τα σύνορα
Ολιγωρώ
Στην άμμο στεριώνω το σπίτι μου
Στέρεο να το βρει η αυγή
Συνθλίβω δυο βότσαλα
Και με την τέφρα τη λευκή
Οραματίζομαι το αύριο
Κάτω από τις πλατιές σου φτερούγες
Εμβρυακή παίρνω μορφή
Στην κνήμη των ποιημάτων σου
Αναγεννιέμαι μέρα τη μέρα
Πόσο το θαύμα να περιμένω;

Τα ταξίδια μου έταζαν
Εύχυμους καρπούς
Λυκαυγή με αφράτο χιόνι
Και τρεμάμενα φύλλα
Είχες ποτέ προσέξει
Τους κρυστάλλους στις στέγες
Πόσο μ' αγαπούσαν;
Τότε που αμέριμνη μεθούσα
Με τα κρόταλα του φεγγαριού
Και πάνινα κουρελάκια
Χάριζα στους επαίτες για ενθύμια
Τότε που αντάμα τους
Αφρόντιστα ξεδιάλεγα συρματόσκοινα
Μαγικά να ντύνω τους χειμώνες σου
Στους επαίτες λοιπόν οφείλω
Το φυλακτό των ερώτων
Το ύστερό μου τρόπαιο
Στο στέρνο σου καλά να το κρατάς
Άφθαρτη διάστιξη
Ανθός του νερού
Στίγμα του διαβάτη
Ανάλαφρα στο φως μαζί του να πορεύεσαι
Πως να σ' απαρνηθώ!