Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

οι ροδιές δεν φύονται στο βοριά (αφήγηση)

Παλιά ένδοξη ερειπωμένη κατοικία
Διαιρέσεις με χτιστές καλαμωτές
Και σώματα ηλιακού πηλού
Επιβεβλημένη η σιωπή στα χείλη
Της οικοδέσποινας
Μας καλωσόρισε με ένα πλατάγισμα
Της γλώσσας
Ο καιρός σήμερα το γύρισε σε νοτιά
Μερώσανε οι πλίνθοι
Ψιθύρισε
Καφές πικρός μέσα στη χλωρίδα της ζωής
Αναθυμήσεις με μαύρους εναλλασσόμενους
Κύκλους
Γεννήσεις, ξόδια, αρραβωνιάσματα
Κι εκείνες οι στυφές φλέβες ακουμπισμένες
Στο πιάτο του τυφλού πατέρα
Στερνό παραλήρημα
Ένδοξες μαρτυρίες χιλιοειπωμένες
Σε σχήμα σπιράλ όταν οι πλίνθοι
Μουσκεύουν ανάσες

Γεννήσεις με την δόξα του φύτρου
Της φραγκοσυκιάς
Ξερακιανές οι μοίρες πάνω από το λίκνο
Στη τράπουλα έλειπαν πάντα τρία φύλλα
Θάνατοι αθόρυβοι σαν τις επτά κάμαρες
Της ροδιάς
Πώς να θρηνήσεις
Ο χρόνος μας κυνηγούσε με ένα
Μεγάλο αγκάθι
Αγαπήσαμε τις μαύρες ρίζες
Κρυφά τις ενταφιάσαμε
Χαρές κι αρραβωνιάσματα με τις κάνες
Γυρισμένες στον ουρανό
Πήλινοι σβόλοι δίπλα στο κοντάκι
Του όπλου
Οι αρραβωνιαστικιές έλουζαν τα μαλλιά τους
Στη λίμνη παρέα με τους αργυροπελεκάνους
Οι άντρες απουσίαζαν στο κάμπο
Σώπαιναν σαν άκουγαν τις κλαγγές

Παλιά ένδοξη κατοικία κι η οικοδέσποινα
Δοξαστική μυρτιά
Κοίταξε τη αυλόπορτα
Ορθάνοιχτη !
Ποιος δρόμος σας έφερε ως εδώ
Τι έκπληξη
Ανάμεσα στις καλαμένιες διαιρέσεις
Κρύβω ένα θησαυρό
Την δεύτερη φωνή μου
Με αυτή κρυφομιλώ τα βράδια
Που οι εποχές με καπέλα βεστιαρίου
Ανασυγκροτούνται
Στα βάθη της λίμνης αναβιώνω
Τους διχασμένους Έρωτες της γενιάς μου
Ποιος οιωνός σας έφερε ως εδώ
Αλήθεια!
Γιατί φοβάστε την ηδύτητα του κορμιού
Οι νεκροί μου επιστρέφουν τα απογεύματα
διψασμένοι...
Τους προσφέρω ένα αποξηραμένο ρόδι
Είναι το δώρο μου στη Θεία Μούσα τους
Καλή τύχη!
Από προαίσθηση έκρυψα τα έπιπλα
Με μυρωμένα μαύρα σεντόνια