Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

η τεθλασμένη του σωματος

Κάθε που έφευγαν οι γερανοί
Έβγαινε στην αυλή με τα
Καλαίσθητα παρτέρια
Παντού σαρκοβόρα φυτά
Κι αφανισμένες σημύδες του χθες
Χορτάριαζε το χέρι του στις πέτρες
Και στα πολύριζα
Ανάριος ο τόπος σαν τα υγρά σημάδια
Στο περίγραμμα του φιλιού
Στο σιντριβάνι ριγμένο ένα κομμάτι
Ύφασμα με κεντημένα πάνω του
Τα δυο αρχικά μιας οργισμένης αγάπης
Στύλωνε τα μάτια διέκρινε το πρώτο
Μονόγραμμα καθαρά
"Άλφα" αναστάσιμα ανθισμένο
Χάνονταν ασαφής η όραση του
Στο δεύτερο μονόγραμμα
Κάτι ανάμεσα σε "Ζήτα" και "Ύψιλον"
Σαρκοβόρα φυτά παντού κι ένας κάκτος
Κοντόθωρος στου χρόνου τα πανιά
Η λίστα των εντόμων και το νωπό
Πουκάμισο της βέργας αδειανό
Μια αράχνη μόνο μπερδεύονταν
Στα μαλαματένια στημόνια της γης
Ξέχασε τις ανάρριχτες βελονιές
Αν κινδυνεύεις χρεώνεις
Δάνεια πολλά στη μοναξιά
Μια τεθλασμένη γραμμή
Στο κλειστό ορίζοντα του πηγαδιού
Τον απορροφούσε
Κάθε που έφευγαν οι γερανοί
Οι φωλιές στην αγκαλιά της οξιάς
Πλημμύριζαν νότες ανειρηνευτων πουλιών
Με καλλίγραμμα ράμφη
Σε αυστηρά εξάγωνα σχήματα
"Ζήτα" ή "Ύψιλον" έπαψαν πια να το παιδεύουν
Τουναντίον τα απολάμβανε
Η Ζωή επιζητεί το μέγα 'Υψος
Για να Αναστηθεί
Έκλεισε την στρόφιγγα στο σιντριβάνι
Το νερό κυοφορούσε δάκρυα γυρίνων
Μάζεψε το ύφασμα
Μια μοναξιά…
Τώρα στο σπίτι έγραφε στίχους
Πάνω στο δεύτερο μονόγραμμα
Ποτέ δεν απίστησε
Κάθε που έφταναν οι γερανοί
Τα σαρκοβόρα φυτά γίνονταν
Καμπανούλες κι ανεμώνες
Μέλισσες οργίαζαν πλάι
Στο μεθυσμένο Αηδόνι
Ο θάνατος επιζητεί το μέγα ύψος
Για να αναστηθεί
Η τεθλασμένη του κήπου άπλωνε
Το μαύρο μαντήλι στην ακριβή πτυχή
Της αόρατης βεντάλιας
Ήταν πια συνηθισμένος
Στις μεταμορφώσεις του σώματος

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ολόγυμνη διάσταση

Οι μνήμες επέστρεψαν
Με μακριά σκαιόχρωμα πουκάμισα
Κι ένα κερί στο χέρι
Εξέτασαν τα ασημένια σερβίτσια
Στο ηλιόστρωτο τραπέζι της αυλής
Και τα ταχτοποίησαν με περισσή τάξη
Χάιδεψαν τη πνοή των μικρών πελεκάνων
Στα ακρόπρωρα του σιντριβανιού
Περιστροφικά τυλίχτηκαν την απουσία
Των συνδαιτυμόνων ανέμων
Εγκαρτερικές και πράες σαν τα μουδιασμένα μέλη
Των νεαρών ψαράδων στην ακτή
Των παραλίμνιων αναψυκτηρίων
Πιστές στο συμπαντικό ραντεβού τους
Δες πως αναπνέουν!
Ήρθαν οι μνήμες σαν μικρές
Θεραπαινίδες της Αφροδίτης
Με λευκούς καλοστρωμένους γιακάδες
Κι άδεια μακριά δάχτυλα
Πριν ακόμα χαράξει
Η ημέρα του πρώιμου Έρωτα
Φίλησαν το άσπρο μέτωπο
Του έκπτωτου αγγέλου και τον οδήγησαν
Στο βάθρο της πλαταιάς γης
Αγκάλιασαν την βρεγμένη κόμη
Της κρύας Εσπέρας στο κήπο
Αστρικές χαρακιές είχαν στο σώμα τους
Επουλωμένες στα βαμβακοχώραφα της στέπας
Μύριζαν θάλασσα κι ασφόδιλα νεκρά
Γαλήνιες ήρθαν με ένα ψαροκόκαλο στην πλάτη
Χωρίς ακολούθους
Τροφοδότες μιας νέας ολόγυμνης διάστασης
Δεν συγχωρούν το χειμώνα στα πράσινα φύλλα
Προσχωρούν αναρριγώντας
Άκαμπτες και σκληρές φορτίζουν
Τους μύες των δέντρων με νωπό μολύβι
Και σε αναγνωρίζουν

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

γυμνά σημάδια

Έστεκα να κοιτάζω την ουτοπία
Των σκιερών κληματόβεργων
Έξω από το παράθυρο
Στοιβαγμένες πειθήνια
Πάνω στο πεζούλι
Που μύριζε αυγή, στυφό κρασί
Κι αμφίσημη αναιμία
Απόγευμα Κυριακής στην εξοχή
Το παλτό κρεμασμένο
Σε ένα παλιό σκουριασμένο καρφί
Με το μαντήλι της Αλωνίσταινας στο πέτο
Υπάκουο το «καλώς ήρθατε»
Και η καλημέρα να διαθλά
Απαρηγόρητες νυχτοπεταλούδες
Ασταμάτητο πήγαινε-έλα
Κυκλικά πάνω στο παγωμένο κρύσταλλο
Αδύναμα φτερά κι πούδρα του χρόνου
Εξατμίζονταν σε κυβάκια γέλιου
Ένα αετόφτερο είχε πέσει στο πάτωμα
Ακριβώς στο σημείο εκείνο
Που εσύ ακούμπησες ένα μικροσκοπικό
Λινό ύφασμα σε σχήμα σκορπιού
Θυμάμαι τον βηματισμό σου, επιθετικός
Δεν είχες σβήσει από το σκαλοπάτι
Τα ίχνη του δόλιου δηλητήριου
Φοβόμουν να πλησιάσω
Οι ρόζοι στα ξύλα σάρκαζαν
Το νέο είδωλό μου
Άναψα φωτιά, καθαρτήριος ο καπνός
Ανέβαζε τις χρυσόμυγες του χτεσινού ονείρου
Το σπίτι ορμητήριο του φωτός
Ο αετός είχε εξαφανιστεί στο κτήμα
Μες τα κίτρινα πολύριζα της στάχτης
Όλο προπέτεια για τα άγνωστα σημάδια
Στο γυμνό του φτερό
Κανείς δεν τον αναζήτησε
Βράδυ Κυριακής στην εξοχή
Και το χώμα των αλσυλλίων έμεινε βουβό
Ξεπαγωμένη η πλήξη
Δίπλα στα αμπελόφυλλα μετρούσε
Το άγρυπνο γαλάζιο με περίσκεψη

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

ανάφλεξη

Ασημένια δυο νομίσματα έριξε
Στο ενυδρείο
Εκεί που πριν χλόμιαζαν ανθισμένα
Τα κίτρινα χρυσόψαρα
Των Βόρειων κήπων ή των θαλασσών
Είπε πως ξέχασε στην χώρα της άμπωτης
Πάνω στην άμμο με τα λέπια
Ένα επτάφτερο κοχύλι
Θα ταίριαζε τόσο πολύ εδώ
Αναφώνησε

Ασημένια δυο νομίσματα
Που να βρεθεί χρόνος για ευχές
Οι λίμνες νυμφεύτηκαν
Ουράνιους καταρράκτες
Κι οι προσμονές μας έβαψαν
Κόκκινο το φόρεμα τους
Στον χορό των παρθένων κρίνων
Μόνο ένα δάκρυ κρατούσε στα χέρια
Σαν το φυλακτό της αγκαλιάς

Προιστορικά δυο νομίσματα
Με άγνωστους βασιλείς να ωχριούν
Θλίψη και ναρκοθετημένα όνειρα
Απάγκιασα στο πλάι τους μια κρύα νύχτα
Τα μάτια τους με σκόπευσαν
Ανασηκώθηκα
Κι έδεσα μια ευχή
Για τους ασώματους θλιμμένους
Βασιλείς και τις γοργόνες αδερφές τους
Να ζουν και να ευτυχούν
Στους αρμυρισμένους βραχόκηπους
Του πύρινου χεριού μου

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

χορός αγγέλων

Ακόνισα τα βήματα μου σήμερα
Για να να χορέψω στο κέντρο της γης
Αχανές το σημείο
Ένας τόπος στη κόψη του χρόνου
Διαβρωμένος από σπουργίτια επισκέπτες
Αναψηλάφηση στιγμών ακριβών
Που δεν σε εγκαταλείπουν
«Στα χέρια σου τι κρατάς;
Έλα σίμωσε κοντά μου
Ακούω τα δάκρυα σου
Πικρή πηγή
Αναδιπλώσου στο νερό της»
Ένα νυχτέρι έχει ανάψει το φεγγάρι απόψε
Εδώ είμαι, ρίζωσα
Αθέατη στροβιλίζομαι γύρω από φλόγες
Και πυρσούς αίματος
Αναίμακτοι φόνοι συντελούνται
Στη τέφρα χαμένο ένα δίπτερο δαχτυλίδι
Πέτρα του αχάτη
Στιλβώσεις της γης πάνω στο δέρμα
Άνεμος των εντόμων φρικτός
Σε αρχαίο κόσμημα κεντημένος
Ένα πέτσινο γάντι πέταξε η σελήνη
Άδεια τα δάχτυλα
Κι η αφή να πονάει
Ο γέρο-χρόνος άπατρις
Σβήνει το τσιγάρο πάνω στο πόνο
Ανασαίνω το κρύο αποτύπωμα
Στο χέρι μου ένα κυρτό ραβδί
Κοίταξε πάνω στις πέτρες
Φύτρωσαν ασημένια μάτια
Και μια έχιδνα κρύφτηκε βουβή
Στο κόρφο τους
Ζω τον αιώνα μου αφανισμένη
Μέσα στα σπλάχνα της Μήλου
Ξέχασα να περπατώ στα νύχια
Απλά αιωρούμαι στο εκκρεμές
Του θανάτου
Ψελλίζοντας
Στο κυρτό μέρος της σελήνης
Αινιγματικούς ύμνους

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

η αγκαλιά του ράμφους

Όταν επιστρέφουν οι γόησσες Κυριακές
Φοβάμαι πολύ την νεκρική όσμωση των κύκνων
Τυλίγουν περιστροφικά τους μακριούς λαιμούς τους
Εξυφαίνοντας σχήματα από λαθραίους αποχωρισμούς
Και ταραγμούς του Σώματος
Δακτύλιοι και διασκελισμοί σε φτηνές
Προπληρωμένες παραστάσεις
Υπό την υπόκρουση κροτάλων, οστών, φτερών
Και τυμπάνων
Επιθανάτιοι ύμνοι σε σταυροδρόμια επίγειων λέξεων
Μια αλφαβήτα ακατάληπτη με όλα
Τα ύψιλον υπό διωγμό
Αλίμονο εμείς δεν θα γεράσουμε ποτέ
Στις πόρτες μας κατακάθεται η πάχνη
Των αργοπορημένων αμαξηλατών
Αγωνιώδεις σκιές περιφέρονται
Κι ένα τρυφερό ράμφος ανασκιρτά
Στην καρδιά μας Βηματισμούς του σύμπαντος
Υιοθετήσαμε ένα άδειο λιμναίο έρεβος
Γεμάτο ρωγμές κι άκυρες διαβουλεύσεις
Στα υπόγεια κύτταρα χλομιάζει
Ένα αετόφτερο κι ένας αλήτης κύκνος
Χρυσός
Η ανταμοιβή μας εξεπληρώθη