Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Πώς να ξεχωρίσεις τους ποιητές

Οι ποιητές φορούν στενά
και λεπτά ρούχα για να
αντιλαμβάνεται ο κόσμος
πόσο δυνατά πάλλεται η 
καρδιά τους όταν αφήνονται 
να πέσουν στης έμπνευσης 
τον άγριο οίστρο. 

Αν δεις άνθρωπο να φορά
τσόχινο καπέλο και βαριά
παλτουδιά μην τον πιστέψεις
αν σου πει πως είναι ποιητής
Ψεύδεται. 
Οι ποιητές καθόλου δεν 
κρυώνουν καθώς μες στις 
στράτες τους φυτρώνουν 
οι ανεμώνες του Γενάρη 
που γελαστές τους καλοδέχονται 
με πέταλα μαβιά και κόκκινα. 

Αν πάλι δεις άνθρωπο 
να κρατά μαχαίρι μην πας
κοντά του, απομακρύνσου. 
Ψυχή δεν έχει. 
Φλόγα δεν προσκυνά κι η 
γλώσσα του δεμένη είναι
με τους ιστούς μιας 
πανάρχαιας αράχνης. 
Οι ποιητές δεν ξέρουν από 
αμάχη και σκληρά πρόσωπα. 
Όπλα δεν θα βρεις στη 
φαρέτρα τους μήτε καρφιά
οξειδωμένα στα χέρια τους. 
Άοπλοι ρίχνουν σπόρους
στη γη για να γευματίσει
ο σπούργιτας και το αηδόνι. 
Απόκληροι του πολέμου 
δεν ρίχνονται ποτέ στην πυρά, 
όχι γιατί φοβούνται αλλά γιατί
αρέσκονται στην δικιά τους
ενδημική φλόγα.

Και τέλος αν δεις άνθρωπο
να χτίζει κάστρα μην τον
βοηθήσεις ούτε να πεις πως
θα σε δεχτεί κοντά του. 
Ανεμομαζώματα είναι τα
πλούτη του και θρύψαλα. 
Οι ποιητές κονάκι δεν έχουν, 
με τον πηλό και με την
πέτρα χτίζουν ποιήματα
και νέες πολιτείες. 
Σε βυθούς πλάι στα κοράλλια
τη σκέπη τους έχουν, 
φιλόξενες φωλιές βρίσκουν
για να ζουν και με πελαγίσια
σεντόνια σκεπάζονται 

Εκεί θα τους συναντήσεις
όταν ναυαγός βγεις μια μέρα
από τον πόνο και από την 
απόρριψη ηττημένος. 
Τους τεθνεώτες συγγενείς τους 
μην παρηγορήσεις οι ποιητές 
ζουν πέρα από γήινα και τις
μετατοπίσεις. 
Μάρμαρο πάρε και λάξευσε 
δυο στίχους τους αιώνια να
σε ταξιδεύουν μέσα από το
ανεκπλήρωτο πιθανόν και
το αδόμητο έστω.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Πατέρας σαν χώμα

Πατέρα ακουμπάω τα
σκληρά σου χέρια. 
Κοντά δάκτυλα ροζιασμένα, 
νύχια ακανόνιστα
ποτισμένα στο χώμα. 
Στην άργιλο, στο μαυρόχωμα
και στην ποταμίσια άμμο. 
Δεν προλάβαινες πατέρα
στο νιπτήρα να πας. 
Δεν απιστούσες της γης. 
Δεν αποχωριζόσουν στιγμή
την πέτρα, το κλαδί, το τσαπί.
Σπόρος πατέρα νυμφεύτηκες 
κάθε κόκκο χώματος 
από τη μήτρα της μάνας 
σου ακόμα. 

Το μεγάλο νύχι δουλεμένο
ως το δέρμα, φαγωμένο 
απ' τις ρίζες του σέλινου
κι από την επιμονή του χόρτου. 
Σφιχτά ζητούσες να δένονται 
τα ματσάκια πριν βγουν
στην αγορά και μπουν στη
παλάντζα πουγκί να γίνουν
για τη φτωχική σου τσέπη
και τροφή για τη χρεία της φαμίλιας. 
Ακούραστος ανέβαινες 
τ' αψήλου με τις φαρδιές
πατούσες σου. 
Βοτάνιζες την αγριάδα, την
τσουκνίδα, την αντράκλα και
κι έτρωγες σμέουρα υπνωτισμένος. 

Σε αγγίζω πατέρα. 
Εικόνα σε βάζω στα βιβλία
που δεν γράφτηκαν και
ονοματοδοσία τους δίνω
παρατηρώντας προσεκτικά
την κοφτή ανάσα σου. 
Όλοι σε επαινούν. 
Όλοι σε θαυμάζουν. 
Όλοι σε θέλουν. 
Μονάχα εγώ σε μέμφομαι. 
Κάνω να σε κοιτάξω, φεύγεις. 
Κάνω να σου μιλήσω, χάνεσαι
στους Αγίους και στα 
κλειστά ξωκλήσια. 
Κάνω να σε μάθω, 
μου ξεφεύγεις σαν την 
ουρά του χαρταετού 
στην επιφάνεια της λίμνης. 
Όλα πατέρα θα τα δεχτώ. 
Μα εκείνο το χαμόγελο σου
που τόσο με καταδιώκει
στείλτο μου εδώ για να διαβάζω
καθαρά τις κινήσεις στη σκακιέρα 
της ζωής.
Χρεώθηκα πολλές ήττες πριν
ακόμα σχηματιστώ. 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Σκηνοθεσία

Έκανες θόρυβο. 
Ήσουν δίπλα στην ιτιά
και μιλούσες. 
Ακατάληπτα έλεγες λόγια
μπερδεμένα. 
Για μάγισσες μιλούσες, για
ψαράδες και για τσιγγάνες
ερωτιάρες με μακριές 
τις μαντήλες. 
Τα πλήθη στέκονταν 
και σε κοιτούσαν με μάτια
εκστασιασμένα. 

Οι μάγισσες ήταν τα χέρια
της μάνας που σκάφτει τη γη. 
Οι ψαράδες ήταν τα πόδια
του πατέρα που ανεβαίνει
στην ανεμόσκαλα χωρίς
να στρεκλάει. 
Και τέλος οι τσιγγάνες ήταν
τα ρόδινα μάγουλα της αδελφής
που αποκοιμήθηκε με το
παραμύθι του αθώου γίγαντα. 

Έκανες μεγάλη φασαρία. 
Ήσουν δίπλα στην ιτιά 
και τής έπιανες κουβέντα. 
Τα πλήθη απομακρύνονταν
σαν τα νερά της παλίρροιας. 
Αντρίκια λόγια έλεγες 
διανθισμένα με σπάνιες 
λέξεις σαν τα ξεχωριστά
κοσμήματα της γιαγιάς 
μπροστά στην εικόνα 
του Άη Νικόλα στο ομώνυμο
ξωκλήσι. 

Ένα παιδί μονάχα απόμεινε
να σε παρακολουθεί. 
Ήταν ο μικρός Αναστάσης
με δυο κεριά αναμμένα. 
Ψηλά ίσα με το μπόι του. 
Εσύ συνέχιζες να συνομιλείς
και το παιδί σού μετέφραζε
τη γλώσσα των φύλλων. 
Ένας κόμπος σε έπνιγε. 

Σαν απόσιωσες κι ήρθε
η νύχτα πήρες το δρόμο 
για το σπίτι. 
Το παιδί έμεινε όλη νύχτα
να εξετάζει την ιτιά. 
Ο άνεμος σού έστελνε
μυνήματα κι από μακριά
έρχονταν τα θροΐσματα 
των δέντρων. 

Έτριβες τα χέρια σου 
ικανοποιημένος σαν 
τον δάσκαλο που στέκει
μπροστά στο λυμένο 
πρόβλημα με καμάρι
κι ύστερα απομακρύνει 
τη σκόνη της κιμωλίας
απ' το μουστάκι κι από
τα βλέφαρα για να μην
θολώσει τη μνήμη του κάδρου.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Ο χαρταετός

Ευτυχώς που πριν το
φευγιό σου μου άφησες
πίσω για κληρονομιά βαριά
τα πολύτιμα χέρια σου.
Με αυτά νίκησα τη μοναξιά
κι έμαθα γρήγορα πως
να σπάω το σκληρό
περίβλημα του πόνου.
Στην κοσμηματοθήκη μου
τα έβαλα προσεκτικά
μαζί με τα μαλάματα της
μάνας.
Τα χέρια σου αγάπη και
τι δεν μου έμαθαν, τι δεν
μου δίδαξαν και από πόσους
εφιάλτες δεν με προστάτεψαν
ωραία να κοιμάμαι στην
κλίνη του έρωτα χωρίς φόβους.

Σε έκταση τα άνοιγα
και πετούσα στα ύψη.
Ανάλαφρο πέταγμα πάνω
από λιβάδια στρωμένα
με ρείκια κι αινιγματικές
παπαρούνες.
Στεκόμουν προς στιγμή και
μάζευα δυο ματσάκια και
στην δύση τα πήγαινα
να έχουν τροφή και φόντο
οι ερωτευμένοι έφηβοι για
να χαμογελούν στη ζωή.
Δεν κουραζόσουν αγάπη
κι η ανάσα σου δεν κόνταινε
διόλου όσο κι αν μετεωριζόμουν
στον αιθέρα.

Σε πρόταση τα άνοιγα
και προχωρούσα στο φως.
Χαίρονταν η ψυχή και το αίμα
έβρισκε διέξοδο ανάμεσα
από κοιτάσματα οψιδιανού και
περλίτη.
Με πήγαιναν ταξίδια
σε χώρες νέες και σε
λιμάνια με επιβατικά πλοία
με έβγαζαν να κουνάω μαντήλια
και να μαζεύω το δάκρυ
του αποχωρισμού να μην
πονάνε τα ορφανά παιδιά
μόνα στις προκυμαίες.
Δεν λύγιζες αγάπη, δεν
κουραζόσουν, αντένες τα
χέρια σου μουσικά να ντύνουν
τον βίο των ποιητών.

Σε ανάταση τα άνοιγα
κι ακουμπούσα ουρανό.
Πλατιά χαμογελούσα
στους αστερισμούς,
στους αγγέλους και
στα πάλλευκα σύννεφα.
Εκεί ο κόσμος μου τώρα,
πλάι στο δικό σου και σιμά
στην εμπατή Του Θεού.
Στα θαύματα με πηγαίνεις.
Στα μετάξια με ντύνεις.
Νέκταρ με κερνάς και τα
ασφοδίλια απομακρύνεις
από τις θύρες των ναών.
Ιέρεια με χρήζεις σε μια
μελλοντική θρησκεία που
θα περιβάλλει με λατρεία
τα σαστισμένα χαμόγελα των
παιδιών που τους ξέφυγε
ο χαρταετός με την καλοζυγισμένη
ουρά κι ανέβηκε τ' απείρου
για να σε συναντήσει.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Σελίδα 152

Καπνίζοντας το δεύτερο
πρωινό μου τσιγάρο είπα 
να σε συναντήσω λίγο. 
Έψαξα και σε βρήκα. 
Άλλοτε στις θαλασσοσπηλιές
αψιμαχίες να στήνεις
με τους γλάρους
κι άλλοτε σε εκατόχρονα
σφραγισμένα πηγάδια
τους θείους βοστρύχους σου
να λούζεις. 
Δεν με κοιτούσες, 
μονάχα το βλέμμα σου
πάντα σταθερά το κάρφωνες
στις μερμηγκοφωλιές. 
Πέρα από τα ανθρώπινα και
πέρα από τα διαυγή μάτια
όλες οι επιλογές σου ως τώρα. 

Ήσουν όμορφος και από χρόνια
πολλά πλασμένος για τον
επέκεινα.
Στα χείλη μου είχα σμιλεμένα
τα τραγούδια σου. 
Γιατί σιωπάς;
Στη σκέψη μου είχαν
διπλά καρφωθεί οι ατάκες σου. 
Γιατί ξεμακραίνεις;
Φτερά στις φτέρνες μου
και σε φτάνω. 
Οι ανάσες μου δέκτες ραδιοφώνων
και σε παρακολουθώ. 
Τα χέρια μου κουπιά 
που στα υδάτινα μονοπάτια
σου με βγάζουν. 
Τι δεν βρίσκω εκεί! 
Το καπέλο σου, η εφημερίδα σου, 
το μπρελόκ σου, το σημειωματάριο σου
και εκείνο το σκαλισμένο
κουτάκι με τις ψεύτικες πέρλες. 

Άοπλη έρχομαι ως εκεί. 
Εσύ, ίδιος πάνοπλος αστακός
μέσα στα κοράλλια κρύβεσαι
και ένα πουκάμισο θαλασσί
σκεπάζει το στέρνο σου. 
Δεν με ξεγελάς. 
Άτι κάτασπρο η καρδιά μου
τους λαγόνες σου αιχμαλωτίζει. 
Αγαλματίδια σου φέρνω 
και πόρπες ασημένιες
τους θεούς να εξαγοράζεις. 
Έχουμε πολλά να πούμε
μα κυρίως πολλά να ξεχάσουμε
που σαν βελόνες διαπερνούν 
τις όποιες αιτιάσεις μας. 
Το βιβλίο που διάβαζες 
εκείνο το Σάββατο
έμεινε στην προτελευταία σελίδα
και σε περιμένει. 
Σελίδα 152,τσαλακωμένη ελαφρά. 

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Μελλοντικός κόσμος

 Το ποίημα γράφτηκε
στη λευκή σελίδα.
Το ποίημα τα είπε όλα
πριν εμφανιστεί στη σκηνή.
Έμοιαζε με το παιδί
που πριν πάει σχολείο
επαναλαμβάνει την
ορθογραφία του.
Δυο σταγόνες γάλα
στην επιφάνεια του
συμβάλλει στην επάρκεια του
και πολύ θα το βοηθήσει
να αναπτύξει ανάστημα.
Ψηλό να γίνει σαν το
κυπαρίσσι στα χάη
του σούρουπου.

Από το ποίημα περίσσεψαν
δυο σύμφωνα.
Το δέλτα και το λάμδα.
Τα τράβηξε μακριά
από τον ιστό του
η τρεμάμενη φωνή
της μούσας.
Άπληστη ήταν.
Το δέλτα έμοιαζε
με τον καρπό του
κουμ κουάτ που έχει
ωριμάσει και με ζάχαρη
ντύθηκε για να μπει
στο βάζο.
Το ποίημα αλάφρωσε
έδιωξε τις περιττές
θερμίδες μακριά.
Το παιδί ξερογλείφεται
και περιφρονεί το ποίημα.
Το παιδί αγαπά τα
γλειφιτζούρια και το
χωνάκι παγωτό.

Το λάμδα έμοιαζε
με την γκλίτσα του
τσοπάνου φτιαγμένη
από ξύλο σφενδάμου.
Αφού επιτέλεσε
το καθήκον της
τώρα σε μια προθήκη
εκτίθεται μουσείου.
Την βλέπουν πολλά
μάτια μα το παιδί
δεν μπορεί να την
χρησιμοποιήσει πουθενά.
Το παιδί γερά έχει
δυο πόδια κουτσό
για να παίζει.
Ανάπηρο έμεινε
το ποίημα και
η ανάσα του μυρίζει
σαπισμένο δόντι.
Το παιδί αγαπά
τις αναρριχήσεις
στο άχρονο και στο
άτοπο.

Το ποίημα αφού
εκτέθηκε στη σκηνή
έκανε υπόκλιση
κι αποχώρησε.
Χειροκροτήματα
απέσπασε πολλά.
Δίβουλο το παιδί
το κοίταξε, δεν
χειροκρότησε.
Τα δύο σύμφωνα
αποδείχτηκαν μοιραία.
Αν κάποτε το παιδί
αγαπήσει τα ποιήματα
ίσως θα μιλήσουμε
για μια νέα ανάσταση
με λέξεις γλυκές
κι ατίθασες και
βλέμματα σπινθηροβόλα.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Τάνκα

Βότσαλα λευκά
ανταριασμένα νερά
κύματα βουνά
τα μάτια σου κοιτάω
εισβάλλω στο γαλάζιο.

*
Έρημη ακτή
ο ήλιος κατακαίει 
λόγχες καλαμιάς
βότσαλα ζωγραφίζω
έμπνευση η μορφή σου.

*
Κρινάκια άμμου
κατάλευκα βότσαλα
ζεστά τα νερά
πέφτω με μακροβούτι
χάνομαι στο γαλάζιο.

*
Συννεφιάς πέπλα
σκεπάστηκε ο ήλιος
βροχή ξεκινά
τρέχω να σε προφτάσω
λεία βότσαλα φέρνω.

*
Βοριάς φυσάει
βότσαλα παρασέρνει
κρινάκια μαδά
βρίσκω μικρή κρυψώνα
στέγαστρο από σκίνα.

*
Περνά ο χρόνος
απόδητη γυρίζω
η άμμος παχιά
βότσαλα με λαβώνουν 
βροχές με πολιορκούν. 

*
Βότσαλα γκρίζα
ακύμαντη θάλασσα
οι βάρκες πλέουν
στέκομαι και θαυμάζω
ολάνοιχτο το στόμα. 

*
Γνώριμη ακτή
σώπασαν τα κύματα
βότσαλα γύρω
γυρεύω το φιλί σου
καμίνι το κορμί μου. 

*
Μαύρα βότσαλα
παρθενικά τα νερά
ρόδινο το φως
βασίλεμα του ήλιου
με πνίγουν αναμνήσεις. 

*
Φιλικά νερά
αιχμηρά τα βότσαλα
το πέλμα γυμνό
πληγώνομαι για σένα
ξωπίσω σου βαδίζω. 

*
Βότσαλα βαριά
κύκλοι δημιουργούνται
τα ψάρια φεύγουν
ατέρμονο παιχνίδι
την αρμύρα ξιφουλκώ. 

*
Δέντρα στον κάμπο
ποταμίσια βότσαλα
χρυσοί οι καρποί
περνάει μια πέστροφα
ασημίζουν τα νερά. 

*
Μαγκίτης καιρός
μαζεύω δυο βότσαλα
ο ήλιος λαμπρός
καπηλατώ στα χάη
σαφρίδια μες τα δίχτυα. 

*
Μαύρα βότσαλα
άδενδρο το τοπίο
κάθετες πλαγιές
διαστέλλεται η κόρη
ριγάω στην ομορφιά. 

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Η μικρή αμαζόνα

Αγαπούσε τον καφέ,
τα αφεψήματα μέντας,
πράσινου τσαγιού και
τα άφιλτρα τσιγάρα.
Μικρή αμαζόνα θα την
έλεγες με δάχτυλα
μακριά πιανίστα και
με κόμη χρυσή σαν
τα αθέριστα στάχυα
στην αυλή του φτωχού.
Το πρόσωπο της παρέπεμπε
στον ήλιο και τα αυτάκια της
μικροί ημισέληνοι ενός
Αυγούστου που χάθηκε
ανεπιστρεπτί.

Τα δάχτυλα πιανίστα
βάφονταν κίτρινα από
την νικοτίνη.
Με την λίμα που ο πατέρας
της τρόχιζε τα μαχαίρια
την αφαιρούσε.
Δεν άφηνε ίχνος κι όλο
πάλι ματαίωνε την ημέρα
που θα έκοβε το τσιγάρο.
Από μικρή το έμαθε
όταν ο μερακλής παππούς
της επισκέπτονταν το πατρικό
και την κέρναγε ένα από αυτά.

Πήγαινε στον αχυρώνα
και το κάπνιζε στα κρυφά.
Κάποτε μάλιστα άναψε
ένα μπροστά στην μάνα της.
Αυτή λιβάνισε τρεις φορές
το σπίτι να φύγει ο έξω
από εδώ.
Ο παππούς γελούσε.
Ο πατέρας έλεγε συνεχώς
την ίδια πάντα επωδό.
Μην γίνεστε δούλοι
του καπνού.
Δεν τον άκουγε.
Ο πατέρας είχε λάβει
μέρος σε μάχη.
Ο πατέρας έτρεμε κι είχε
πολλά τικ.

Τώρα καπνίζει τα τσιγάρα
μόνη της κι οι ημισέληνοι
την έχουν εγκαταλείψει.
Μόνο στον ύπνο της βλέπει
παλιούς γνώριμους νεκρούς
να την κερνούν τσιγάρο.
Αραίωσε κι η κόμη της
κι η φτώχεια στην γη
έχει πολλαπλασιαστεί.
Αναθυμάται και δακρύζει.
Ξεχνάει και πονεί.
Στον αχυρώνα είχε
παίξει τα πρώτα ερωτικά
της παιχνίδια.
Στα δαχτυλίδια του καπνού
μετρά τώρα τα χρόνια
της νιότης που πέρασαν
και τους χαμένους Αυγούστους.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

Εδώ να ζεις

Τις νύχτες θα έρχομαι,
τότε που απλώνω τα χέρια
μου στη χόβολη των άστρων
για να ζεσταθώ.
Ένα μικρό γάντζο θα φορώ
στο μεγάλο μου δάχτυλο
για να τραβώ
τις αγριοτριανταφυλιές
που έχουν τυλίξει το σώμα σου.
Δεν σε βλέπω αγάπη,
η όραση μου ασθενική.
Πολλά τα λουλούδια γύρω σου
και χάνω τη μυρωδιά
του κορμιού σου.

Κάνω να σε αγγίξω και
πληγώνομαι.
Αίμα κυλάει στις παρειές μου
και μία άμορφη γίνομαι
μάζα.
Πώς να με γνωρίσεις;
Εσύ που τόσο πόθησες
ένα κρυστάλλινο να έχεις
βλέμμα τώρα μέσα από μια
οργιώδη βλάστηση ίσα
που με θωρείς.
Δίπλα σου μια λίμνη
με βουρκωμένα τα νερά
μήπως είναι τα δάκρυα σου
που ευθύνονται;
Σε ψάχνω εναγωνίως.
Δίπλα σου ένα δάσος
απροσπέλαστο, σε χάνω.
Περνούν ζαρκάδια πώς
να τα φτάσω;
Στον ίλιγγο ζω.
Μέσα στον κουρνιαχτό
υπάρχω.
Κάτω από τον θόρυβο
των οπλών τους ξεχνώ
τα τραγούδια που σου έγραψα.

Δεν βγαίνει φωνή
και το γαντζάκι μου έσπασε.
Απομένω με κάποια
αγριοτριαντάφυλλα
στην αγκαλιά να προσπαθώ
ροδόνερο να σου φτιάξω
μήπως και σου ξυπνήσω
της θύμησης τα κύτταρα
να πάψεις για άλλους
κόσμους να μοσχοβολάς.
Εδώ να υπάρχεις.
Εδώ να ζεις.  

Σάββατο 27 Απριλίου 2024

Στιχουργία

Τράβηξε αυτόν τον σύρτη
άνοιξε την κλειδαριά
με το βαρύ κλειδί
μην μένεις σ' αυτό το
κάστρο ολομόναχος.
Οι τοίχοι δεν σε γνωρίζουν.
Οι καθρέφτες σε μουντζώνουν.
Τα ποτήρια στραγγίζουν
πριν ακόμα γεμιστούν με ρούμι.
Φοβάσαι.
Απορείς.
Διψάς.
Γιατί μένεις;
Θα αργήσεις στο ραντεβού
με το πρωινό άστρο κι η κόμη
σου δεν θα χρυσίσει με φως
όπως θα έπρεπε.

Σ' αυτό το κάστρο πώς μπήκες;
Εγώ άλλη σου είχα ετοιμάσει
ζεστή φωλιά με τα σπαράγματα
του έρωτα.
Πώς και έχασες το δρόμο;
Αυτό το κάστρο στην κορυφή
ενός λόφου βρίσκεται και
στεφανώνεται από νεφέλες.
Σε χάνω.
Εκεί έχει καταλύσει ο γκιώνης
με τα πένθιμα ορατόρια.
Καρδιές λυγίζει η φωνή του.
Δεν βαστώ να τον παρακολουθώ.

Εγώ σου είχα ετοιμάσει
μουσικές από το σπέρμα
της αγάπης.
Χαρωπές μουσικές αισθαντικές
στο χορό τους να μπαίνεις
με πέλματα ολόγυμνα.
Θυμάσαι που χόρευες στη
μέθεξη του τρύγου;
Πόσο όμορφος ήσουν.
Με ένα τσαμπί στο στόμα
γλυκογέλαγες και με καλούσες.

Πέτα το κλειδί αν δεν μπορείς
να ανοίξεις κι εγώ στον αέρα
θα το πιάσω για να βγεις.
Η φωλιά μας μικρή αλλά
απέραντη από χαρά είναι.
Σε περιμένει.
Δεν έχει κιγκλιδώματα
κι ούτε βαριά κλειδιά.
Η φωλιά μας ο τελευταίος
στίχος ενός σονέτου που
ο ποιητής ξέχασε να γράψει.
Έλα να το συνεχίσεις.
Πονούν πολύ τα ακρωτηριασμένα
ποιήματα.  

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

Τα σπίτια του έρωτα

Στο ακατέργαστο κίτρινο
μίας αστραπής κατοικείς
με τα χέρια διάπλατα 
στην έκταση για να σε 
βλέπω καθαρά. 
Κάθε που βυθίζονται
τα καράβια και πιάνει
καιρός κοντά μου έρχεσαι. 
Οι αεικίνητες διακλαδώσεις
σου με βρίσκουν και με
φωτίζουν ολάκερη έτσι
που σαν δίδυμη να μοιάζω
αδερφή σου. 

Κανείς εκτός από εσένα
δεν παρατηρεί τη νέα μου
μορφή. 
Όλοι με προσπερνούν
κι είναι ο κόσμος σαν να 
γεννήθηκε μόνο για μας
τους δυο. 
Μόνο τα σπίτια με τα 
απαρχαιωμένα παράθυρα
με ξεχωρίζουν και
σκίζονται να με δουν. 
Είναι τα σπίτια που διάλεγες
στον έρωτα να δοθείς
και στην αγάπη να μιλήσεις. 
Το θυμάμαι καθαρά αυτό
το δόσιμο και τον νου μου
ως σήμερα εξιτάρει δυνατά
με το ρεαλισμό του. 

Σε ένα από αυτά τα σπίτια
κι εγώ κατοικώ. 
Ψηλά ταβάνια, γύψινα σκαλιστά
στην οροφή, ασπρόμαυρα
πλακάκια και πόρτες δίμετρες
να χωρούν οι πόθοι κι οι
καημοί. 
Μία αστραπή εσύ κι εγώ
η ιστορία η μεγάλη των
μαχών που αυτολεξεί
γνωρίζεις απέξω. 

Σαν δέντρο αστραπής 
έρχεσαι και με βρίσκεις. 
Δεν με σκοτώνεις, χάρη
μου δίνεις για να ζήσω
για ακόμα μια μέρα. 
Μια μέρα λοιπόν που
σαν αιώνας θα μοιάζει
θα σου δοθώ φτάνει να
μην τελειώσουν οι βροχές
πάνω στη γη και τα σπίτια
να παραμείνουν όρθια
κόντρα στην ασχήμια
και την προχειρότητα. 

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

Τροφός σου γίνομαι

Οκτώ χρόνια τώρα ζω
σε ένα υδαρές περιβάλλον.
Δάκρυα πολλά αναβλύζουν
από τις πηγές των ματιών μου.
Μουσκεύει ο κόσμος μου
κι εγώ περιφρονημένη
το χέρι της μοναξιάς κρατώ.
Σιγά σιγά σχηματίστηκαν
οι δικοί μου ποταμοί
με τους καταρράκτες τους
και ασίγαστα πλοκάμια τους.
Εκεί βρίσκω την τροφή μου.
Εκεί ξεδιψάω.
Εκεί με την βοήθεια
των ασταμάτητων ρυθμών
τους γράφω τα ομοιοκατάληκτα
ποιήματα και στα αφιερώνω.

Προχθές ψάρεψα δυο
πέστροφες αναποφάσιστες.
Τις έψησα και στην κοιλιά
της πιο μικρής βρήκα
το χρυσό που είχα χάσει
δακτυλίδι στα χρόνια
της νεότητας.
Μου ταίριαζε γάντι.
Τα χρόνια δεν επηρέασαν
τα κομψά μου χέρια.

Την κράτησα την μικρή
πέστροφα στην πιατέλα
να ρθεις να δειπνήσεις.
Χρόνια αυτή η πιατέλα
γεμάτη από ποταμίσια
όντα μένει και σε καρτερεί.
Μάλιστα όταν πριν καιρό
πήγα στα αρραβωνιάσματα
της γοργόνας φρόντισα
γλυκίσματα να πάρω
την πιατέλα σου να γεμίσω
να μην σου λείψει τίποτα..

Μη μου πεις πως δεν
πεινάς.
Μην νομίζεις πως σου
φτάνει η αμβροσία που
τρέφεσαι.
Αδυνάτισες πολύ.
Όπως πας κλαράκι θα σε
παρασύρουν οι άνεμοι του
ουρανού.
Πόσο άλλο να σε προσέχω.
Εγώ κι η μικρή μου
γοργόνα οι δικοί σου
άνθρωποι.

Σε νοιαζόμαστε όπως
νοιάζεται η κόρη τον
τυφλό της πατέρα.
Έλα στους ποταμούς μου
γρήγορα γιατί ξέρεις
φοβάμαι πολύ
το σφουγγάρι της λήθης
μην ξεφύγει από τα
πλάτη της θάλασσας
κι έρθει και σε αφανίσει.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Η σταύρωση

Αγαπούσε πολύ όλα τα φυτά
μα πιο πολύ λάτρευε τις
ευφορβίες που είχε
στο μπαλκόνι της.
Δύο στο σύνολο.
Η μία σε μικρή μεγέθους
γλάστρα κι η άλλη η πιο
μεγάλη σε κανονική.
Την πρώτη της την χάρισε
μια γειτόνισσα.
Την είχε δει στα σκαλοπάτια
της εισόδου με τα πορτοκαλί
ανθάκια και πολύ την ζήλεψε.
Της έδωσε λοιπόν ένα μόσχευμα
χωρίς άνθη, έπιασε αμέσως
κι έβγαλε γρήγορα τα δικά του
λουλούδια που έμοιαζαν
με κούπες.
Ίσως γι αυτό να την
αποκαλούσαν και κυάθιο.
Την δεύτερη την πιο μεγάλη
την αγόρασε απ' την λαϊκή
αγορά.
Είχε μικροσκοπικά κόκκινα
άνθη κι ήταν ψηλή με πολλά
αγκάθια.
Όταν ρώτησε πως την λένε
της απάντησαν αγκάθι
του Χριστού.
Πού να συγκρατήσουν το άλλο
δύσκολο όνομα σκέφτηκε.
Ευφορβία, κυάθιο με πενήντα
και πλέον είδη.
Ομορφαίναν το μπαλκόνι της
προς το παρόν.
Ποιος ξέρει ίσως στο μέλλον
να τις χρησιμοποιούσε για
να φτιάξει το δικό της
ακάνθινο στεφάνι.
Στο διάβα της ζωής
είχε υπερβεί πολλούς
θανάτους μα τώρα κάτι
της έλεγε πως η θυσία της
ήταν πολύ κοντά.
Γέρασαν κι ευφορβίες.
Πόσο θα ζούσαν; 
Άσε που και τα μοσχεύματα
τους αδύναμα ήσαν τώρα. 

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Τα ρούχα που δάκρυζαν

Ήταν πικρό το χαμόγελο μας
σαν τα καλά μαύρα ρούχα 
που έβαζε η μαμά στις κηδείες. 
Αυστηρά ρούχα, καλοσιδερωμένα, 
ενταφιασμένα στην καρυδένια
ντουλάπα για προστασία. 
Για ένα σκοπό είχαν φτιαχτεί
αυτόν του οδυρμού και της απώλειας. 
Ρούχα επιμελημένα από τα επιδέξια 
χέρια και μάτια μιας παραδοσιακής
μοδίστρας με διπλές ραφές, πιέτες  
ίσιες και κουμπότρυπες τέλειες.  
Στη χάση και στη φέξη τα έπλενε 
η μαμά καθώς τα δάκρυα
που διαπερνούσαν τις ίνες τους
φρόντιζαν να τα αποσπούν και να
τα αποκόπτουν από τη σκόνη της 
καθημερινής τριβής. 
Φόβητρο γίνονταν για εμάς και
μόνο στη θέα τους τρέμαμε. 
Καθόλου δεν τα θέλαμε, 
δεν τα πλησιάζαμε και προσευχές κάναμε 
όσο το δυνατόν πιο σπάνιες
να είναι οι εμφανίσεις τους. 
Μια μέρα μετά το ξόδι ενός
υπέργηρου του χωριού η μαμά 
τα ξέχασε στην αναπαυτική 
πολυθρόνα της εισόδου δίπλα 
στον παλαιικό καθρέφτη. 
Τί ήταν να συμβεί αυτό;
Δάκρυσε το σπίτι συθέμελα, 
πληγώθηκαν οι κήποι, 
οι ανοικτές αυλές πάγωσαν
και τα λουλούδια χλόμιασαν 
Το χωριό λαχτάρησε για τα καλά
κι έτρεξε να δει τι συμβαίνει. 
Η μάνα στις ελιές χαμπάρι δεν πήρε. 
Μια γειτόνισσα καλοσυνάτη
με το αχρόνιαγο μωρό στην αγκαλιά
της ήρθε τα πήρε και τα έκρυψε βαθιά
στη σκοτεινή πάλι τους θέση. 
Την επέπληξαν όλοι τότε τη μαμά 
για την παράβλεψη της κι αμέσως αυτή 
μετανιωμένη και συντετριμμένη 
πήρε τα ρούχα τα σαβάνωσε με 
χαρτιά και τα έκρυψε στο σκουριασμένο 
μπαούλο της κάμαρας της 
να μείνουν εκεί για πάντα. 
Δεν ξαναπήγε σε ξόδι κι εμείς 
απαλλαγμένοι από τον φόβο
μάθαμε επιτέλους να χαμογελάμε. 
Μόνο που κάποιες νύχτες κυρίως
του Αυγούστου ακούγαμε ένα βουητό
μες στα όνειρα μας κι έναν κλαυθμό,
ήταν απ' τα ρούχα που δακρύζανε 
καταδικασμένα στην εγκατάλειψη τους. 
Δεν δίναμε σημασία όμως, 
χαμογελούσαμε  προς τα μέσα, 
μόνο που η μάνα άυπνη έμενε 
να φτιάχνει πίτες και σκαλτσούνια 
της γιορτής για να μας γλυκάνει το πρωί. 
........................................................
Όταν μετά από πάρα πολύ καιρό η μαμά
μας άφησε χρόνους αυτά τα ρούχα 
-τα δροσερά από τα δάκρυα- τής βάλαμε
λες και να μας κυνηγούσε σαν κατάρα
η ενοχή που νιώθαμε από την επιλογή μας 
να την αποτραβήξουμε από το πένθος 
που τελικά αποδείχθηκε πως ήταν 
σύμφυτο με την όλη της ύπαρξη. 

Αγώνας δρόμου

haibun
Αγώνας δρόμου.
Στον κήπο είχε τρεις λεβάντες. Τις είχε φυτέψει την ίδια χρονιά, πάνε τέσσερα χρόνια τώρα. Η μία από τις τρεις είχε ρίξει πολύ μπόι
κι είχε γίνει σωστός θάμνος. Οι άλλες δύο καχεκτικές με ελάχιστα λουλούδια και κιτρινισμένα φύλλα. Το ίδιο τις πότιζε, την ίδια κοπριά τους έριχνε, το ίδιο τις αγαπούσε δεν έλεγαν να συνέλθουν. Απογοητεύτηκε κι άφηνε το χέρι του χρόνου να αποφασίσει γι αυτές.
Γλιστρά η βάρκα
σε γαλήνια νερά-
γλάροι την σέρνουν.
Τις είχε κατά νου τις δυο αρρωστούλες. Η γιαγιά της, της έλεγε να μην πικραίνεται και πως η εύρωστη λεβάντα απλά είχε ερωτευτεί το χώμα και το φως. Αντίθετα από τις άλλες που είχαν δεν είχαν τις ηλιαχτίδες βαθιά μες την καρδιά. Σκληρά λόγια, τα απέρριπτε. Έφτασε στο σημείο να τις περιποιείται ιδιαίτερα Τις σκάλιζε πιο ταχτικά, τις δρόσιζε με τον ψεκαστήρα ακόμα και κλασσική μουσική τους έβαζε μπας και συνέλθουν.
Σκάει το κύμα
πάνω στα ακρογιάλι
τζιτζίκια ηχούν.
Κάθε καλοκαίρι η μεγάλη φούντωνε έβγαζε λουλούδια πολλά, ενώ οι άλλες δύο, οι κακομοιρασμένες, ίσα που πέταγαν ίσα με δέκα κλωνάρια με ανθούς. κι αυτά ισχνά σαν ποδαράκια μικρού πτηνού. Τους είχε δώσει κι ονόματα λες και ήταν έμψυχα πλάσματα. Την πρώτη, την ξεχωριστή, την έλεγε Μυρτώ και τις άλλες δύο τις έλεγε Χαρά και Ευθαλία. Τις λάτρευε και έπιανε κουβεντολόι μαζί τους..
Στεγνό το χώμα
κονιορτός στον δρόμο-
λίβας φυσάει.
Μάζευε πάνω στην άνθιση τους κάποια από τα κλωναράκια χωρίς να τις μαδάει τελείως. Τα άφηνε στον ήλιο να ξεραθούν. Η γιαγιά της έφτιαχνε στην παλιά της ραπτομηχανή χρωματιστά και δαντελωτά σακουλάκια. Εκεί έβαζε τα λουλούδια που είχαν πλέον αποξηρανθεί από τον ήλιο και τα έδενε με κόκκινες βελουδένιες κορδέλες. Γέμισε τις ντουλάπες της κι η κάμαρά της μοσχομύριζε σαν κήπος ολάνθιστος. Οι σκόροι δεν πάταγαν πόδι εδώ.
Ρίχνει καμάκι
ο ήλιος στο μπαλκόνι-
σταφύλια τρυγά.  

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

Γλάρος να ήταν;

Πήγα στο γιαλό με την παχιά άμμο
εκεί που κάποτε έπαιζες με τα παιδιά.
Περνούσε ο άνεμος, φυσούσε γκρέμιζε
πύργους έπαιρνε καπέλα, στίλβωνε μαλλιά.
Δεν τα παρατούσες.
Συνέχιζες απτόητος, τα παιδιά
χειροκροτούσαν, τα καπέλα
επέστρεφαν και θρηνούσαν
πιεσμένα κάτω από βαριά βότσαλα.

Πήγα χτες στο γιαλό.
Άγριες βιολέτες, καλαμιές
και άμμος σπυρωτή.
Ένας γλάρος έκρωζε, ένα πανί
εξαφανιζόταν, ένα ψάρι δοκιμάζονταν
στον αφρό.
Χαμηλή πτήση, έφοδος.
Ο γλάρος δεν βουτά στο κύμα.
Η άμμος καίει το ράμφος του.
Οι πύργοι μια φωτογραφία παλιά.

Ο άνεμος να τρέχει σβαρνώντας αναμνήσεις.
Τρέμουν οι πύργοι σαν χέρι σε προσευχή.
Ο γλάρος εκεί να κόβει βόλτες.
Μυρίζει καμένο.
Ανεβαίνει σαν καϊμάκι ο πόνος.
Χαμηλές πτήσεις, σκάει το κύμα
σώζονται οι πύργοι την τελευταία στιγμή.
Χειροκροτήματα ακατάπαυστα.
Τα παιδιά φευγάτα.

Εγώ, ο γλάρος, ο άνεμος κι ο γιαλός.
Μου φεύγει το καπέλο.
Άνεμος καρμανιόλα.
Το αρπάζει έπειτα ο γλάρος το παίρνει μακριά.
Εξαφανίζεται.
Δυο σύννεφα σμίγουν, πέφτουν
σταγόνες.
Τσαλαβουτάω στην άμμο,
τα χνάρια μου πατημασιές γλάρων.
Ακούω κρωξίματα, αναπηδώ.

Πλάι στην άγρια βιολέτα πέφτει
μια τριμμένη καρτ - ποστάλ
με έναν μεγάλο γλάρο.
Δοκιμάζω να την αγγίξω,
δεν ξεχωρίζω τι γράφει.
Τσαλαβουτάω στην άμμο
τα χνάρια μου μια δυσδιάκριτη γραφή,
κάποιος μου επιστρέφει το καπέλο και φεύγω.
Γλάρος να ήταν; 

Τρίτη 2 Απριλίου 2024

Τάνκα

Άνθη της μανόλιας
περιφραγμένος κήπος
ο καιρός υγρός
πετροβολώ την νύχτα
αυγή κοντοζυγώνει. 

*
Δέντρο του λωτού
σκισμένη μπουτονιέρα
το χώμα ζεστό
παίρνω κλωστή των άστρων
το άνθος καρφιτσώνω.

*
Άνθος του πένθους
θλιμμένη η βιολέτα
τα χείλη πικρά
διψάσανε οι μίσχοι
νερό ρίχνω στο βάζο.

*
Άνθη της γιορτής
στεφάνια 'θε να πλέξω
κλωστή μετάξι
κίτρινες μαργαρίτες
γιρλάντες στο λαιμό σου.

*
Λυγερή κόρη
λευκή η ανθοδέσμη
το πλήθος ξεσπά
σκύβω μαζεύω άνθη
αρώματα γαρδένιας.

*
Άνθη κερασιάς
ζεστό το ξημέρωμα
γύρη στα χέρια
στολίστηκε ο κήπος
μαγικά τα χρώματα.

*
Τούφες ομίχλης
τα άνθη μες στο βάζο
θαμπά χρώματα
μοσχοβολά το σπίτι
αμέριμνος χορέυω.

*
Ξανθιά η κόμη
αμάραντα τα άνθη
μάγουλο ωχρό
έλα να σε φιλήσω
η ομορφιά με πνίγει. 

*
Πέφτει το δείλι
τον δρόμο μου φωτίζει
μια παπαρούνα
λυχνάρι δεν θα πάρω
τα άνθη θα μου φέγγουν. 

*
Άνθη νερατζιάς
στολίστηκε η πόλη
λάμπουν τα κλαδιά
γιορτή των αρωμάτων
μαγεύεται το πλήθος. 

*
Πράσινοι μίσχοι
άνθη της μαργαρίτας
πέταλα τραβώ
ερώτηση θα κάνω
το σ' αγαπώ γυρεύω. 

*
Πυκνό το δάσος
καμαρωτές πέρδικες
αργό το βήμα
παραμερίζουν άνθη
η ομορφιά περνάει. 

*
Σταθμός του τρένου
άνθη πουλά η κόρη
ο κόσμος στέκει
τα γιασεμιά διαλέγω
η πληρωμή γενναία. 

*
Άνοιξης στολή
μπουμπούκιασαν οι κρίνοι
φύλλα θαλερά
τα χρώματα φάνηκαν
λευκά θα βγούνε άνθη. 

*
Άνθη πασχαλιάς
λαμπρό το μωβ προβάλλει
χορός μελισσών
σκύβω κλαδί να κόψω
κεντρί στο δάχτυλο μου. 

*
Μπαίνω στον κήπο
τριγύρω μου τα άνθη
φιλιά πρωινά
πανσέδες και ζουμπούλια
φωλιάζουν μες τις γλάστρες. 
*
Ροζ κυκλάμινα
καρδιόσχημα τα φύλλα
βαθιές οι ρίζες
σκύβω φιλώ τον βράχο
άνθη σκουφάκια κόβω. 

*
Λευκά τα ρόδα
τα αγκάθια αιχμηρά
αγκάλες ζεστές
δέκα μαζεύω άνθη
τα μπράτσα γρατζουνίζω. 

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Παροτρύνσεις κι αποτροπές

Η λάβα

Μην αγαπήσεις της ειμαρμένης 
τα ποιήματα, αγκαλιά μην τα πάρεις. 
Στεγνώνουν πίκρα στον ήλιο τα πρωινά. 
Κάποια τα καταφέρνουν μια χαρά, 
μα κάποια άλλα τα πιο συννεφιασμένα 
σε χειμάρρους  από λάβα μεταμορφώνονται 
κι απειλούν να σε κάψουν. 
(Οδυρμός γίνονται και πεσμένα δόντια
στο πρωτοΰπνι.) 
Μην τα ακολουθείς - κι έστω αν 
υποθέσουμε ότι γλυτώσεις 
και δεν χαθείς - σίγουρα κάτω από
την σκοτεινιά των φτερούγων τους 
δια παντός θα σε κρύψουν. Με 
αφιόνι σκληρό θα σε αποκοιμίζουν 
μέχρι που θα σε βάλουν στη "στενή"
να προσεύχεσαι χωρίς αγίου μειδίαμα. 

*
Ανάσταση

Μην εμπιστευτείς τις γυναικείες μήτρες
αυτές που γεννούν κανονικά παιδιά. 
Μόνο στο αμόνι των άστρων στηρίξου. 
Μέσα από το σίδερο και τις σπίθες 
ξεπηδούν οι ποιητές κι οι απόμαχοι.
Αυτοί που μόνο την καρτερία της
ανάστασης έχουν ως ύστατη επιλογή. 

*
Σκώληξ

Μην συρρικνώνεις άλλο το σώμα σου
πληθωρικά άστο να κινείται στον άνεμο. 
Θα πεθάνεις και δεν θα βρεθεί κανείς
να σε ενταφιάσει. 
Μες τον κόσμο θα έρπεις σαν σκώληξ 
βουλιμικός που από τα απόβλητα 
της καθωσπρέπει κοινωνίας τρέφεται
και στα βουρκόνερα των βάλτων ζει. 

*
Ο αχυρώνας

Μην αποπειραθείς ποτέ να πλαγιάσεις
σε παρθενικά κρεβάτια όσο αφράτα κι 
αν είναι. 
Γνώρισε καλύτερα των αχυρώνων την
τραχιά υφή. Αγκυλώσου, τρυπήσου, 
στέναξε από ηδονή. Κι αν δεν μπορείς
εκεί να πας στους καλαμιώνες τρέξε. 
Το δηλητήριο της οχιάς είναι το καλύτερο 
αντίδοτο γι αυτούς που μίσησαν τη ζωή. 

*
Μηλιά αμίλητη

Μην θελήσεις να βαδίσεις σε 
καλόστρωτα μονοπάτια. Αγνόησε
την πελεκητή πέτρα και τη βουβή 
συνομιλία με τα προσκυνητάρια. 
Στο φρύδι του γκρεμού έλα. 
Πιάσε το κουβεντολόι με την 
αμίλητη μηλιά κι αυτή θα σε 
μυήσει στα αναπότρεπτα. 
Όμορφη εκεί έρχεται η άνοιξη
και κλείνει ραντεβού με τα πάθη
των πουλιών και των ανθρώπων. 
Φίλησε την κάτω από τους 
ανθοφόρους κλάδους. 
Η νέα γενιά των σαλεμένων ποιητών
να προκύψει μέσα από αυλούς ερωτικούς. 

*
Το κοστούμι

Μην ράψεις κοστούμι από τα
αποφόρια της άνοιξης. 
Μάδησαν οι μαργαρίτες, κύρτωσαν 
οι παπαρούνες κι οι λαδανιές 
τρίφτηκαν από το χάδι του Μαμωνά.
Σκουτί πάρε από των άστρων
την καταιγίδα. Κλείσε το μάτι
στην πούλια και θα 'ρθει στο 
λεμονοδάσος χρυσό να σου φέρει
κοστούμι αρωματισμένο με τους
ανθούς των δέντρων. Θα σε βρει
ο έρωτας να σε φιλήσει και στην
μπουτονιέρα να σου κρεμάσει 
λευκούς δυο αγάπανθους να
ομορφαίνεις στο άγημα της αυγής. 

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Η γλώσσα των γερόντων

Όλα τα μονοπάτια οδηγούσαν
στον ουρανό. 
Μοναδικός ο δρόμος αυτός
σαν του έρωτα το μοναδικό πετράδι
που κρατούσαμε στα χέρια μας
από παιδιά ακόμα στους αχυρώνες. 
Μπαίναμε στα σύννεφα και
τα βουρτσίζαμε με τα δάχτυλα
όμορφα να δείχνουν. 
Περνούσαμε καλά κι άνετα
μες στη μαλακωσιά τους, βγάζαμε
τα άρβυλα ξελαφρώναμε. 
Μαζί μας είχαμε φέρει ενδύματα
πορφυρά και ντύναμε  τα σύννεφα 
απ' άκρη σ' άκρη, έφευγαν οι ώρες
γρήγορα κι έφτανε να αποσώνει 
το φως της μέρας και να συντρίβεται
πέρα στα βουνά. 

Το δειλινό σφάδαζε δίπλα
στα ερωτευμένα ζευγάρια με το
ξυραφάκι του πόθου να τους ματώνει 
τα χείλη. 
Γεμίζαμε αίματα και κάτι μεγάλα
θεόρατα σκυλιά μας έπαιρναν 
τότε στο τρέξιμο. 
Γάβγιζαν κι από το στόμα τους
έτρεχε ασημένιο το σάλιο τους. 
Μας έφταναν, βορά οι σάρκες μας
στα δόντια τους γίνονταν. 
Έπεφτε πυκνό το αίμα μας κι επέπλεε
πάνω στους καθρέφτες των σύννεφων
τρομάζαμε. 

Τα σκυλιά υποχωρούσαν κι εμείς
γιορτάζαμε την ελευθερία μας δίπλα
στα μποστάνια με τα καρπούζια. 
Κόβαμε στα τέσσερα ένα από αυτά
και γευματίζαμε. 
Με πρησμένες κοιλιές γιορτάζαμε
τα επινίκια και σε διπλούς
μπαίναμε χορούς. 
Κοντά μας οι γέροντες ενθουσιώδεις
μας χειροκροτούσαν, γαληνεύαμε. 
Μας μιλούσαν αινιγματικά δεν
τους καταλαβαίναμε κι αυτοί 
με το στόμα ανοιγμένο ως απάνω
γελούσαν δυνατά. 
Σταματούσαμε το χορό και τους
περνάμε στο κατόπι, τους φτάναμε
δεν μας εξηγούσαν. 

Έμπαιναν στις συννεφοσπηλιές 
κλειδώνονταν και παρέδιδαν τα
κλειδιά στους αγγέλους. 
Εμείς χωρίς κλειδιά δεν είχαμε
άλλο δρόμο να πάρουμε παρά 
αυτόν του γυρισμού. 
Με λαβωμένα τα πόδια φτάναμε
σπίτια μας. 
Οι κυράδες μας όλο απορία
μας ρωτούσαν τι πάθαμε. 
Δεν απαντούσαμε οι γέροντες
μας είχαν πάρει και τη φωνή. 
Πλενόμασταν και πέφταμε στα
κρεβάτια σχεδιάζοντας νέα ταξίδια. 
Ο νους μας ήταν στους γέροντες, 
στη μυστική τους γλώσσα κι εμείς
απελπισμένα ψάχναμε τρόπους 
για το πως θα τους δελεάσουμε 
να μας δεχτούν πάλι πίσω με
μια αρμαθιά κλειδιά στα χέρια. 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

haibun

Απόδραση στην εξοχή. 

Πήρε τον σπάγκο, την ψαλίδα του μπαμπά απ' την αποθήκη κι ένα καλάθι φτιαγμένο από τσιγγάνικα χέρια. Ανέβηκε στο ποδήλατο της κι έφτασε γρήγορα στο κοντινό λιβάδι. Κατάσπαρτο το μέρος με λογής λογής αγριολούλουδα. Κυρίαρχες οι παπαρούνες, τα χαμομήλια και οι μαργαρίτες. Ζωηρόχρωμες πεταλούδες πετούσαν τριγύρω προσθέτοντας τις δικές τους πινελιές στο τοπίο.

Γλυκιές ευωδιές
λουλούδισε ο τόπος-
μεθά ο αέρας.

Στήριξε το ποδήλατο στο πεύκο που βρίσκονταν καταμεσής του λιβαδιού. Ένα αεράκι μπάτσισε το πρόσωπο της. Ανέπνευσε βαθιά κι ένιωσε δέος αντικρίζοντας όλη την γύρω ομορφιά. Με ταχύ βήμα κατευθύνθηκε προς τη άκρη του λιβαδιού όπου υπήρχε μια κοντή λυγαριά. Με την ψαλίδα, έκοψε πέντε έξι βέργες κι έφτιαξε ένα περίτεχνο στεφάνι με τα ευλύγιστα κλαδιά.

Πάνω στο λόφο
στοιχισμένες κυψέλες-
μέλισσες πετούν.

Κρατώντας το καλάθι στο χέρι άρχισε να μαζεύει αγριολούλουδα 
Δεν χρειάστηκε κόπος πολύς μιας και η γη έμοιαζε με ένα αφράτο από λουλούδια χαλί. Μόλις γέμισε το καλάθι ως πάνω φτεροκόπησε η καρδιά της σαν ελεύθερο πουλί. Σήκωσε τα μανίκια ψηλά και στρώθηκε στη δουλειά. Θα έφτιαχνε ένα πολύχρωμο στεφάνι με σκοπό να στολίσει την εξώπορτα του σπιτιού.

Μια μαργαρίτα 
απαντήσεις δεν δίνει-
μυστικά κρατά.

Ξετύλιξε τον σπάγκο, κι άρχισε να παίρνει λίγα λίγα απ' τα λουλούδια πλέκοντας τα προσεχτικά γύρω απ' το στεφάνι. Σε λίγη ώρα ήταν έτοιμο. Έδειχνε πράγματι πανέμορφο. Που και που είχε μπήξει μερικά κλωναράκια πεύκου για να σπάει τη μονοτονία. Σηκώθηκε όλο χαρά, το έβαλε πάνω στα ξέπλεκα μαλλιά της κι άρχισε έναν τρελό διονυσιακό χορό. Έμοιαζε με νεράιδα που μόλις βγήκε απ' το ποτάμι.

Λαμπρός ο ήλιος  
δροσοσταλίδες σβήνει-
στεγνώνουν  τ' άνθη.

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Φανερός στόχος

Κλείσε μου τα μάτια
θα βλέπω με τους πόρους. 
Σφάλισε μου το στόμα
θα μιλώ με το δέρμα. 
Κάλυψε μου τα αυτιά
θα ακούω με τα νεύρα. 
Σφράγισε μου τη μύτη
θα οσμίζομαι με τις παρειές. 
Ψαλίδισε μου τα μαλλιά
θα ομορφαίνω με τον έρωτα. 
Βγάλε μου τα νύχια
θα γρατζουνάω με τα μολύβια. 
Ξερίζωσε μου την καρδιά
θα αγαπάω με το αίμα. 
Σύντριψε μου τον θώρακα
θα αναπνέω με τις ραβδώσεις.  
Δέσε μου τα χέρια σφιχτά
θα αγγίζω με τις φλέβες.
Κόψε μου τα πόδια σύριζα 
θα περπατάω με τη φαντασία. 
Σύλησε τα όλα μπορείς. 
Ένα μονάχα αλώβητο θα κρατήσω. 
Δεν θα στο παραδώσω. 
Το μυαλό. 
Αυτός είναι ο στόχος. 
Δεν θα το βρει ποτέ σφαίρα. 
Δεν θα το κάμψει η συντριβή
κι η αδράνεια. 
Εκεί σταθμεύει η ζωή μου όλη. 
Με τις ήττες της και τις εκπορθήσεις. 
Με τις μάχητες και τις ανακαταλήψεις. 
Με τα αδήριτα θέλω και τα εκατοντάδες
μαντήλια που μέσα τους κρύβω 
τους διαλεχτούς σπόρους μην και χαθούν
στο διάβα των αιώνων απ' τη γη.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

Θρυαλλίδα

Λαβωμένα, κλαμένα ματωμένα
δυο παιδιά τρέμουν σύγκορμα.
Δυο παιδιά μοναχά, κροταλίζουν
τα δοντάκια τους σαν κλακέτες
γελωτοποιού.
Βλέμματα λες, τρομαγμένου ζώου
που έχασε φωλιά και φαμίλια
μέσα σε μια νύχτα.
Τρέμουν σαν φύλλα,
δυο αγγελούδια, δυο ορφανά.
Φύλλα από δέντρο που το ποντίζει
ο άνεμος.
Το δέντρο ψηλό σαν το μπόι
της πατρίδας.
Πλατάνι, έλατο, σφένδαμος
κι αυτά μικρές ριζούλες
παραχωμένες σε κενοτάφιο
ηρώων.
Ψυχούλες έρημες χωρίς
δικούς τους νεκρούς.
Μια βόμβα αφού έσπασε
στα δυο τις πλάκες τις άφησε
να χάσκουν αίολες στο κενό.

Δυο παιδιά, έρμαια
του σκληρού μαύρου μετάλλου,
του καπνού και της εντεταλμένης
απόφασης.
Αγκαλιάζονται.
Φιλιούνται.
Υπόσχεση δίνουν.
Τα ματωμένο τους ρούχο
σημαία θα γίνει.
Τα κλαμένα τους μάτια
μελάνι για το τραγούδι της
επανάστασης
Τα λαβωμένα τους χέρια
κουπιά σε θάλασσες ειρηνικές.
Όρθια η ζωή τα χειροκροτεί.
Αγκαλιάζονται, σμίγουν οι ρίζες,
θεριεύουν, αντέχουν.
Δυο θρυαλλίδες γίνονται σε έναν
κόσμο που ζητά να τα αφανίσει.
Ανάποδα τον γυρίζουν.
Αντιστέκονται...

Για τους μικρούς αγωνιστές της Παλαιστίνης

Οι ορχιδέες

Έχουμε γιορτή στο σπίτι
τελευταία.
Πέταξαν ματάκια οι ορχιδέες.
Με διαφορά μιας βδομάδας
η μία από την άλλη.
Δεν θα αργήσουν να φανούν
και τα άνθη τους.
Ξέρω πως άοσμα θα είναι αλλά
πέρα για πέρα εντυπωσιακά
σαν τα χάρτινα λουλούδια
που κόβαμε στο γλασέ χαρτί
στο νηπιαγωγείο για να φτιάξουμε
το μαγιάτικο της γιορτής στεφάνι.
Σίγουρα το Μάη θα έχουν
ανθίσει κι οι δυο.
Η μία με ροζ άνθη κι η άλλη
με λευκά.
Τα ροζ άνθη θα υπερτερούν
σε αριθμό και σε ζωντάνια.
Βλέπεις τα λευκά πάντα
πιο αδύναμα θα είναι σε σχέση
με τα άλλα χρώματα.
Αδύναμα κι εύθραυστα αλλά
τόσο αγνά και ιερά σαν τα χέρια
Της Παναγίας που κάτω
από τον σταυρό αγγίζουν
με θλίψη τα καρφιά
Του Μονογενή της. 

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Προσκλητήριο

Για εσάς γράφω και ξενυχτάω
ποιηταράδες που βρίσκεστε ακόμα
στα ζεστά κρεβάτια σας.
Έρχομαι μέσα στη δίνη
του παμπάλαιου ύπνου σας
κρατώντας μόνο άχρωμα
ονείρατα στις αποσκευές μου.
Όσο κι αν απελπιστικά με παρακαλάτε
δεν σας παραχωρώ ούτε μία υποψία
από χρώμα γιατί απλά εγώ μόνο
από το κόκκινο του πάθους
ξεχειλίζω που εσείς σαν ιταμή πληγή
αποστρέφεστε μην και κάψει
την απαλή σάρκα των ποιημάτων σας.

Όταν ξυπνήσετε έντρομοι το πρωί
σας πιάνει παράκρουση γιατί τίποτα
δεν έχετε να θυμηθείτε από το
νυχτερινό σας ταξίδι.
Έχουν καεί ολοσχερώς οι σελίδες
σας και με απόγνωση συγγράφετε
καινούργιες.
Πόσο σας συμμερίζομαι όταν
αγόγγυστα στριμώχνεστε
για ώρες κάτω από τον ήλιο,
σε ατελείωτες ουρές, για να
προσκυνήσετε της μούσας το αβρό χέρι.
Πολλές φορές αυτή σας απωθεί
ανεβασμένη στα ψηλοτάκουνα
παπούτσια της και τυλιγμένη
με την πάχνη της έμπνευσης.
Στέκεστε μπροστά της με τις
ογκώδεις συλλογές σας, της
ψιθυρίζετε ακατάληπτα ποιήματα
εις μάτην όμως.

Δεν νιώθετε την ακαταδεξιά της
κι επιμένετε ωσάν μωροί
να εκπλιπαρείτε.
Αυτή διαλέγει πάντα μόνη της
με ποιον ευνοούμενο θα κοιμηθεί ή όχι.
Αποτραβιέστε στο τέλος πληγωμένοι
γεμίζοντας με ιερογλυφικά
τα μαθητικά σας τετράδια.
Όσο κι αν σας καλώ να έρθετε
κοντά μου δεν με ακούτε και με
σπρώχνετε μες τη νύχτα να ζω.
Του πάθους το κόκκινο μπορεί
να σας κάψει αλλά ξέρει να γράφει
πάνω στα αποκαΐδια τα αρτιότερα
της ζωής συναξάρια.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Η κιβωτός

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι
από ανέμους ανώνυμους
στη θάλασσα φτάσαμε ενεοί
χωρίς κουπί, σανίδα
και σωσίβιο να μας παραστέκουν.
Βουνά τα κύματα μας κατάπιναν.
Κρύα τα ρεύματα μας έζωναν.
Ύφαλοι, βράχια και σκόπελοι
στα πλευρά μας κάποια
δυσανάγνωστα μηνύματα
χαράκωναν με τις προεξοχές τους.
Πονούσαμε!
Πως να ζήσουμε;
Πώς να σωθούμε;
Πώς να απαγκιάσουμε
σε ένα πέλαγος σπαρμένο
με σπασμένα όστρακα
και αμέτρητα φύκια όμοια
με φίδια ποταμίσια;

Σχεδία κάναμε το στέρνο μας
και πηγαίναμε στα μάκρη.
Τα χέρια μας κουπιά
ανοιχτά τα αφήναμε
στα κελεύσματα των γλάρων.
Οι μόνοι συνοδοί μας.
Αυτοί μας μιλούσαν, αυτοί
μας έτρεφαν και σε αυτούς
εμπιστευόμασταν της καρδιάς
τα αινίγματα και τα σμιλευμένα
του νου μας πετράδια.

Κουραστήκαμε τη γαλάζια
να θωρούμε επικράτεια.
Ζοριστήκαμε στις σπηλιές,
μικρά τα στόμια πώς να μπούμε;
Αφρόψαρα δεν είχε εκεί ούτε
άλλη ζωή καμία.
Η μοναξιά μας αδέσποτος
κεραμιδόγατος λαβωμένος
που τα θηλυκά τον εγκατέλειψαν.
Καράβια κι αν περνούσαν
δεν μας έβλεπαν τι μας έλειπαν
τα μαντήλια κι οι ψηλοί καπνοί.

Καταποντισμένοι ψάχναμε μια
ακτή να μας δεχτεί.
Στο τέλος, αφού γδάρθηκε
η ψυχή μας και το αμόνι
του νου δεν λειτουργούσε πια,
μια και μόνη ξηρά βρήκαμε.
Μια ξέρα, μια πατουλιά γης
για να ξαποστάσουμε.
Ευτυχήσαμε δυο δελφίνια,
μια φώκια, έναν θαλάσσιο
ελέφαντα και μια κοντακιανή
ελιά.
Πνίξαμε τη μοναξιά μας
κι απολαύσαμε το νέο μας μετόχι.
Πέτρα σκληρή.
Στα στερνά φτιάξαμε μια κιβωτό,
τους άλλους ναυαγούς της μοίρας
κατά πως τους πρέπει να υποδεχτούμε.