Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

μιαν εσπέρα (πεζοτράγουδα)

Αποτέλεσμα εικόνας για μιαν εσπέρα
Ι
Μιαν εσπέρα σαν και χθες θα ήτανε
Φορούσα κατάσαρκα το καλό μου ρούχο
Σκούρος ταφτάς με λεπτομέρειες σχεδίων στο τελείωμα:
Ανθάκια που σου άρεσαν κι άστρα μπλε φωτεινά
Μου είπες:
Λάμπεις κι ευωδιάζεις σαν γη
Λάμπεις κι ευωδιάζεις σαν ουρανός
Θα σε κατοικήσω
Σαν χθες θα ήτανε
Πάνε χρόνια
Το φόρεμα το κράτησα ανέπαφο στην κρύπτη της μνήμης
Τον λόγο σου τον φόρεσα στην καρδιά σαν προειδοποίηση
Δεν διαψεύστηκες
Η γη σε τύλιξε με αχλή ο ουρανός σε κράτησε στα σκαλοπάτια του
Από τότε βλέπω έναν ήλιο δεύτερο στα όνειρα μου
Σε θέλω
Δεν είναι που λείπεις  δεν είναι που επιστρέφεις
Είναι που μεγαλώνει κάθε μέρα η απόσταση της αγκαλιάς μου
Δεν είμαι
Δεν χαράζω
Ενδοτικά αποφασίζω πως ζω στη σκευωρία του σκότους πιασμένη
Κι ηλίανθους καλλιεργώ συστηματικά στον κήπο
Αν θυμάμαι καλά ηλίανθοι ήτανε και τα ανθάκια στο φόρεμα εκείνο
Ηλίανθοι που τόσο πολύ σου άρεσε να φέρνεις....

ΙΙ
Μιαν εσπέρα σε ξεχασμένο χρόνο
Σημάδευα με λόγχες βροχής τα πανάρχαια μυστικά
Τα λάβωνα τα πονούσα μην έχοντας διαφυγή καμιά
Σε χρόνο ξεχασμένο
Άπλωνα σεντόνια κυματιστά
Να ζηλέψει το πικρό κοχύλι που δεν το στέριωσα
Στων κοριτσιών την πάλλουσα χαίτη
Ήταν τότε που κάθε γέρμα ξέπλενα το αίμα των ελαφιών
Σε πηγές καθαρτήριες
Και σε περίμενα
Αν πέρναγες από εκεί ίσως και να μην σε θυμόμουν
Αλλά στα σίγουρα θα σε διάβαζαν οι παλμοί μου
Καθώς καλπάζοντας με πήγαιναν
Θυσιασμένη στη χώρα σου
Στο τελευταίο σου σφίξιμο
Στην λυτρωτική άρνησή σου
Είχαν ανοίξει τα σύνορα
Αλλά εγώ φοβόμουν τους έκπτωτους αγγέλους
Μη τυχόν ζητήσουν τον προορισμό μου να μάθουν
Η θεοδικία καταστροφική σαν τη φωτιά στον πευκώνα
Έτσι απόμεινα μόνη πεντάγραμμα να χαράζω στους ουρανούς
Την μουσική των στίχων σου εκεί να κλείνω

ΙΙΙ
Μιαν εσπέρα σε ένα κόκκινο ημικύκλιο
Σχεδίαζα τόξα μικρά
Με κάκτου φαρμακερούς χυμούς τα επάλειφα
Ήθελα να πετύχω την καρδιά της λησμονιάς
Το ερπετό του οίκτου να πληγώσω
Μεθυσμένη από οργή να ψέξω
Το κορμί που χάθηκε στο άλλο μισό
Σε αλώνια και σε διάσελα πέτρες ξεκολλούσα
Μέσα στου ποταμού τη λεκάνη να ρίξω μιαν ευχή
Ανολοκλήρωτη μην μείνω
Τα βράδια να μην θρηνώ τις ηδονές
Πέπλα στου φεγγαριού το γέμισμα να μην φορώ
Ήμουν μικρή
Με ψυχή τρεμάμενη μέδουσας
Όταν αποφάσισα να ανέβω σε κάβο ξερό
Να μαζέψω δυο κορδέλες χάρτινες σε χρώμα ρουμπινί
-Στολίδι ύστερο να τις δέσω στο χέρι-
Πριν έρθει το κύμα και τις πάρει
Και μείνω μια σπασμένη ακτίνα αστίλβωτου τροχού
Στις αμμοθίνες του νου ένα βότσαλο
Που απέλπιδα θα σου φωνάζει "γιατί"


Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

για ένα μπουκέτο λιλά βιολέτες

Αποτέλεσμα εικόνας για βιολέτες

Για ένα μπουκέτο λιλά βιολέτες
Στο πασχαλινό τραπέζι
Γύρισες πίσω
Σαν όνειρο σ' ένιωσα
Που το πρωί μιλά ψιθυριστά
Με χρώματα στα φτερά
Και άνθη στα σκουρόχρωμα χείλη
Σαν όνειρο σ' είδα
Πλάι στο φεγγαρόφωτο
Πριν ακουστεί η μακρινή καμπάνα
Στα φλεγόμενα νησιά 
Σαν πλάσμα μοναχικό έμοιαζες
Του βράχου πεταλίδα εσύ
Που ασφυκτιά στο κρουστό της πουκάμισο
Με λαχτάρα τόσο μεγάλη
Να βγει και ν΄αγαπήσει το φως της τρεμάμενης σταγόνας

Για ένα μπουκέτο λιλά βιολέτες
Στο σκαλοπάτι του νερού
Γύρεψες μια ευχή
Σαν την αγάπη σ' ένιωσα
Με σκονισμένα τα πέλματα απ' τους δρόμους
Και ένα φιλί στα βλέφαρα να σε ποθεί
Σαν την αγάπη σ' είδα
Μέσα στα κλειστά ξωκκλήσια
Με τις λιωμένες λαμπάδες
Να σκαλίζεις με νύχια βρεφικά
Γραφές αμαρτωλών πάνω στους κόμπους του κεριού 
Σαν μικρός ερωδιός έμοιαζες
Της Άνοιξης ανοιχτή φλέβα εσύ
Που τινάζει το αίμα της στο γυαλί της λίμνης
Με λαχτάρα τόσο μεγάλη
Να αποτυπώσει ρευστό το πάθος σε μίσχους κυρτούς

Για ένα μπουκέτο λιλά βιολέτες 
Στο πεζούλι του ήλιου
Σκόρπισες φλόγες
Σαν τα χρώματα σ' ένιωσα
Με πολλά τα μαντήλια στο φως να παίζουν
Κι ένα ψαθάκι απ' το χέρι της τσιγγάνας να σε ξέρει
Σαν τα χρώματα σ' είδα
Πάνω στα ακροκέραμα του ναού
Αργά το απόγευμα
Να σκορπιέσαι σαν οίνος βαθυκόκκινος
Με ευθυμία να διαχέεις το άρωμα σου παντού
Να μεθούν οι μύστες
Να λάμνουν οι καλαμιές
Σαν στάχυ μεστό έμοιαζες
Του καταμεσήμερου ουράνιο τόξο εσύ
Που στεγνώνει το δάκρυ του στα γόνατα της πέτρας
Με λαχτάρα τόσο μεγάλη
Να απαλείψει τις κρύες νύχτες απ' τα λευκά ημερολόγια  του κόσμου

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργάνωσε άψογα 
η me(maria) με πολύ αξιόλογες συμμετοχές 


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

σκορπιέσαι...

Αποτέλεσμα εικόνας για στα μάτια σου

Πάνω στην κλειστή εξώθυρα
Των ματιών σου
Ένα ψιχάλισμα πόνου
Με διαπερνά
Τόξα φέρνεις
Στην εαρινή βροχή
Σπινθήρες σκορπίζεις
Στα σκουριασμένα
Αμόνια
Με τυφλώνεις
Σε σκηνές υγρές δίνεις
Μικρές παραστάσεις
Μόνο για μένα
Υποδυόμενος τον τυφλό

Πάνω στα κρύσταλλα
Της ψυχής
Τα ξάρτια του πόθου
Σπασμένα
Σώματα ξένα σε θέλουν
Φωτιά προμηθεϊκή
Γίνεσαι στα πόδια
Των Θεών
Ψάχνω γωνιές άβατες
Στο περίβολο σου
Σχεδιάζω
Έναν δικό μου φράχτη
Μια ακτή να ξεπλυθώ
Πριν οριστικά χαθείς

Ένα άστραμμα οργής
Πλαταίνει τα σύννεφα
Ξεμακραίνει το πλοίο
Μια ομπρέλα
Αιωρείται
Στο σύνορο σου
Τρέχω
Ασθμαίνοντας
Σκιά γίνεσαι
Η βροχή
Δάκρυ του Θεού
Με λυτρώνει
Επιστρέφω παγωμένα φιλιά
Μαζί με την φωτογραφία
Που είχα κρύψει
Στ' αγκάθια του χθες

Σε επάλληλους κύκλους στραγγίζει η αγάπη 
το αίμα της κι εξαγνισμένη ανασαίνει φιλιά 


Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

βαθιά ενοχή

Αποτέλεσμα εικόνας για βαγγέλης γιακουμάκης φωτό

                                             στον Βαγγέλη Γιακουμάκη 

Πού ήμουν εγώ
Όταν εσύ κραύγαζες με την σιωπή σου;
Ίσως ανέμελα να βάδιζα
Σε μια πλαγιά ανθισμένη
Ίσως τον κήπο μου να σκάλιζα
Επιχωματίζοντας τους κρίνους
Πού ήταν η κοινωνία
Όταν εσύ τραγουδούσες ηττημένος;
Ίσως να μέτραγε το ύψος της ευμάρειας
Σε μια αστραφτερή λαμαρίνα
Ίσως να διέλυε τις ενοχές της
Σε ένα ποτήρι αλκοόλ
Με λάιμ λέξεις καλλιέπειας

Πού ήμουν εγώ
Όταν εσύ τρεμούλιαζες στους λειμώνες;
Ίσως να έπλεκα της ματαιοδοξίας
Τις χρυσαφένιες πλεξίδες
Ίσως σε μια οθόνη να κυνηγούσα
Μιαν εφήμερη χαρά
Ευγνωμονώντας τους αριθμούς
Πού ήταν η κοινωνία
Όταν εσύ σχοινοβατούσες στον πόνο;
Ίσως να εξαργύρωνε επιταγές
Στα γκισέ της τυπικότητας
Ίσως να άναβε λαμπάδες ευλάβειας
Στης Άγιας Οικογένειας
Την τετριμμένη βίβλο

Πού ήμουν εγώ
Όταν εσύ ψηλάφιζες την βαθιά ρωγμή σου;
Ίσως αδιάφορα και πληκτικά να άδειαζα σχέδια
Στον καμβά της καθημερινότητας
Ίσως με ένα στίχο να ανέβαινα περιχαρής
Τα σκαλοπάτια της πληρότητας
Πού ήταν η κοινωνία
Όταν εσύ συνομιλούσες με τη κόψη της λάμας;
Ίσως να γιόρταζε τον θρίαμβο
Της αγαπημένης της ομάδας
Σφίγγοντας με ξιπασιά τους ιμάντες της έπαρσης
Ίσως να κυοφορούσε τα νέα της βλαστάρια
Που αέναα χωρίς αιδώ
Θα σε ξανασταυρώσουν

Αντίο άμωμε ανθέ μου!



Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

επινίκιο



Στον υπερθετικό βαθμό
Μιλούν τ' αστέρια
Όταν βάλλονται
Από κατηγορίες θνητών

-Έλα να δεις
Τον Ωρίωνα
Πως ευστοχεί με τα χρόνια
Στο κυνήγι
Πως πλουτίζει-

Ανοίγουν αγκαλιές
Πύρινα έχουν μάτια
Κι οι λέξεις τους
Παρότι φτωχικές
Σοφές γίνονται

Πρόσεξε το κλαδί
Θα σε χτυπήσει
Και τ' αστέρια
Θα συνωμοτούν υπόγεια
Με τις πληγές σου

Θνητός
Με την φτέρνα λαβωμένη
Στα ύψη πονάς
Το τρωτό σου σημείο
Θα καμφθεί
Πριν βγεις μισερός
Στον ορίζοντα

Τις μάχες τις κερδίζουν
Όσοι σταθερά
Βαδίζουν στη γη
Κι οι αστερισμοί αγγέλλουν
Το θαύμα της θυσίας
Πέφτοντας λατρευτικά
Στην αγκαλιά τους


Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

οπισθόφυλλο

Αποτέλεσμα εικόνας για οπισθόφυλλο

Γεννάει η ζωή αινίγματα
Καλλιγραφεί το ψέμα τους χάρτες του μεταξιού
Σκίζει ο κόκκος της άμμου το γυμνό ιστίο των πειρατών
Αντιγράφει το σύννεφο την ομορφιά των βοστρύχων
Σπαταλά το νερό τα δάκρυα των εφήβων
Κι ο ουρανός άναρχα ξεπατικώνει τις ευχές των φτωχών
Ποτέ να μην χαθούν σε πηγάδια στεναγμών τα όνειρα τους

Οδεύει η Άνοιξη με βαριά φουστάνια
Παίζει η όστρια τα ταμπούρλα της ανάτασης
Βηματίζει το κύμα στην πρώρα της χερσονήσου
Ιχνηλατεί ο ναύτης της άγκυρας τους δρόμους
Τραγουδά ο χυμός της παπαρούνας την ώριμη σκέψη της ρίζας
Κι ο ήλιος ζωηρά ξεπεζεύει με λόγχες και τιμές καλώντας
Τους τρυγητάδες να σβήσουν με δόρατα  την πυρκαγιά της τοιχογραφίας

Κραυγάζει ο γλάρος επικά συνθήματα
Αχνίζει το καρβέλι στην παλάμη της αψιθιάς
Μοιράζει η χορδή νότες στο καρφάκι της ελπίδας
Ξεσκονίζει η πούλια τα σεντούκια της σελήνης
Φλυαρεί μια μαργαρίτα τα μυστικά ελεγεία του ύπνου
Κι ο άνεμος αισθαντικά ανακατεύει τις κλωστές της σβούρας
Να έχουν τα παιδιά ζεστά χαμόγελα κι ένα τσιμπιδάκι χαράς στα μαλλιά

Ορκίζεται η κόρη στου σκορπιού τη λαβή
Αναριγά η καρδιά στου αγκαθιού το στέμμα
Μαίνεται η αυγή στις φλέβες των αγαλμάτων
Ρέει το αίμα κοχλαστό στην στάχτη της φοινικιάς
Αφουγκράζεται το τζιτζίκι τους τριγμούς της φλογέρας
Κι η ιστορία επιγραμματικά καταγράφει με τον ασβέστη της πεζούλας
Τους όρκους των άλικων ρόδων σε οπισθόφυλλα κιτρινισμένα

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

γυμνή αλήθεια

Αποτέλεσμα εικόνας για φυσική σήραγγα

Περνώντας μέσα από μια φυσική σήραγγα
Τις ώρες του σύθαμπου
Αποχωρίζεσαι κάθε τι περιττό που σε δεσμεύει:
Τα γάντια σου το παλτό σου τα χέρια σου
Που μέσα στα χρόνια σκλήρυναν και πονούν
Σαν τις αμαρτίες που τόσο πόθησες να κάνεις
Αλλά στιγμή δεν τόλμησες
Να λύσεις το αυστηρό πλέγμα
Του σώματος που δονούνταν κρυφά
Από ουράνιες μελωδίες

Βρίσκεσαι τότε ξαφνικά μπροστά στο φως
Ένα απροσδιόριστο φως
Που δεν ξέρεις αν ο ήλιος το έστειλε
Ή αν μια λάμα το αντανακλά δυνατά
-Με τα σημάδια του αίματος ορατά πάνω της-
Σκληρό φως μεταλλικό όπως σκληρή γίνεται
Η χαραυγή μετά από μια νύχτα με εφιάλτες
Και έρωτες ατυχείς

Μετράς τότε της καρδιάς το κενό
Σαν να θες να συμπληρώσεις χρώματα
Στο απάτητο χιόνι
Δειλιάζεις φοβάσαι εντούτοις προχωράς
Αργά-αργά μαζεύεις τα ψιμύθια του κόσμου
Να καλλωπίσεις της φλέβας την κοίτη
Να σβήσεις διαμιάς
Την ασχήμια που είδες κάποτε σ' ένα βλέμμα
Κι αναπόφευκτα σε διώκει με καμτσίκια λεπτά
Στην νύχτα σε σπρώχνει
Σε βουτά σε λασπότοπους κρύους
Σε τσακίσει σε κορμούς θαλερούς
Με καμτσίκια λεπτά σου χαράζει βαθιά
Πικρές γραφές στα κάτοπτρα που αδιαίρετα τα ήθελες να 'ναι

Νιώθεις τότε σαν πουλί ορφανό
Με σπασμένα τα φτερά απ' τον στρόβιλο
Που άστεγο προσπαθεί να απαγκιάσει
Σ' ένα σκισμένο χαρτοκούτι
Που παλιάτσος σπίτι το 'χε
Πριν φύγει για περιοδεία στις λευκές πολιτείες
Στα δίστρατα πλανιέσαι
Αγαπάς ξεχνάς αμφιβάλλεις θυμώνεις
Κι άγρια χτυπιέσαι από ανέμους τρελούς
Που βίαια σε κυκλώνουν και σε σπρώχνουν μακριά
Σ΄ ένα ίχνος σκοτεινό με χαλκευτές και σταυρωτήδες