Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

της μύησης ο λίκνος


Υπάρχει ένας ψίθυρος αρχαίας σημύδας
Στα ψηλά βουνά της Θεσσαλίας
-Εκεί που δέντρο δεν κρατιέται
Και το ύψος δεν ξεγελά τις λυγαριές-
Που τον γροικούν μονάχα
Οι στοιχειωμένοι αρπιστές
Οι ποιητές με τη λύρα την Ορφική στο χέρι
Και τα παιδιά με τα απόκοσμα όνειρα
Κλεισμένα μες στης αθωότητας το κάστρο
"Λίκνισμα υπερβόρειο στου χιονιού το άντρο"

Ελαφροπάτησε στο λάλον ύδωρ των πηγών
Και πιστά ακροάσου
Το δέος και τη φρενίτιδα
Των περιπλανώμενων Δρυάδων
Να εισβάλει στις φλέβες σου
Σαν υποδόρια έκλαμψη αλήθειας
Σαν βολή φωτοβολίδας
Στα παράκτια εδάφη της Σφακτηρίας
Που αναθυμάσαι τις νύχτες του Νοέμβρη
"Κυματοθραύστης υπερώιος στη ζώνη των δακρύων"

Αν αποτρέψεις το βλέμμα σου
Από τις καλόβολες κοιλάδες που σε δροσίζουν
Και βρεθείς εκεί
Στα φιδωτά μονοπάτια των αετών
Θα ακούσεις καθαρά
Λάμιες και μούσες κιθαρωδούς
Να αποστέλλουν μαντέματα
Στα καλάρρυτα φαράγγια
Ψιθύρους λατρευτούς του αίματος
"Θυρεός προγονικός στης αμπέλου τα φύλλα"

Σε κείνη την επικράτεια
Θέλω να βρεθώ
Πόδι να στήσω στο ακραιφνές κενό
Το θείο νέκταρ να ασπαστώ
Των Ολυμπίων
Της μύησης το βέλος να προσκυνήσω
Σαν όλβιος Θεός της αστραπής
Τη μέγιστη κορφή
Του θανάτου και του έρωτα
Να ανέλθω προσηνής
Θυσία να προσφέρω στο υδρομαντείο
"Βωμός χερουβικός στη κορυφογραμμή των άστρων"

αφιερωμένο

Φιλοξενήθηκε στη περιοχή Μ του αγαπημένου φίλου Νημερτή
http://aream-nimertis.blogspot.gr/

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

το αβέβαιο του οίκτου


Ανεμίζαμε σημαίες μέσα στην νύχτα
Για που τραβούσαμε δεν ξέραμε...
Όρθιοι κι ωραίοι ωσάν ραψωδοί πηγαίναμε μπροστά
Στην χθόνια γητειά του θανάτου ταγμένοι!
-Μεστοί και ροδοδάχτυλοι
Προλειάναμε άστρινα κύμβαλα
Στο γιορτάσι του πένθους-
Μαγεμένα άνθη κι επιτάφια κρίνα λευκά
Σκέπαζαν τον οίνο που κοινωνούσαμε
-Εύπλοια μάτια οι αποστάσεις του ουρανού-

Γυμνοί κι αναμάρτητοι ιερείς
Υφαίναμε το εξάκλωνο πέπλο της ερωμένης νύχτας
Υπερασπιστές πάντα των χαμένων θρόνων
Διώκτες αδίστακτοι του αχώρητου οίκτου
Τιμητές και πορθητές της παρθενικής πορφύρας
Φλογισμένοι από τη φενάκη της πλάνης μας
Κραδαίναμε τον αρμυρό ιστό της λήθης
Σε δάκτυλα που ψηλάφιζαν την αμυχή της ψυχής

Προχωρούσαμε με βήματα αδρά
Στα παλίμψηστα εδάφια των χρησμών
Με στάχτη και φως
Έραναν τα ρούχα μας οι μύστες
Κάλυπταν τη γηραιά εσθήτα των βωμών μας
Με δάκρυα από τη κολυμπήθρα των ναών
Στάχτη και φλόγες πυρές
Πάνω σε ηφαίστεια σκοτεινά που βρυχούνταν
Σαν νεογέννητα αγρίμια δάσους ολόδροσου
Κραυγές οργιαστικές των Βάκχων
Σκυτάλη του έρωτα πασίχαρη
Στυλωμένα πέλματα λαβωμένου ελαφιού

Κανένας δεν ομονοούσε στην βιάση μας
Απρόσμενοι μείναμε και μόνοι στη λατρεία των παρίων!
Φευγιό στον ασίγαστο παλμό των νεκρών εφήβων
Χαράσσαμε νέες πορείες στο σκότος της ενδοχώρας
Επηρμένοι απ το μέγα ύψος της δρυός
Οιστρηλατούσε ο νους ημισελήνους πόθους
Σταλμένους σιωπηλά  στα οικητήρια της άμπωτης

Γρήγορα υποστείλαμε τις σημαίες μας
Λάβαρα σκισμένα παλμογράφοι της θλίψης
Φτάσαμε αργά μεθυσμένοι από τα οράματα μας
Στο φυλάκιο στα πρανή της Αχερουσίας
Άτμητος ψυχοπομπός ο οίκτος
Φορούσε του αρχάγγελου την όψη
Τι και για ποιόν;

Λίθινες οι μάσκες του ταγού χειμώνα
Απέτρεπαν τα σκιώδη πνεύματα του ποταμού
Μοιραίες πορείες στα αργιλώδη πετρώματα της αλισφακιάς
Συρρίκνωναν τη γλυκόπνοη ανάσα της ζωής
(Πως να κυριαρχήσεις στο αβέβαιο βήμα του οίκτου;)
Εύπλοια μάτια οι αποστάσεις του ουρανού
Μας καρτερούσαν
Ανεμίζαμε σημαίες μέσα στην νύχτα
Για που τραβούσαμε δεν ξέραμε...
Όρθιοι κι ωραίοι ωσάν ραψωδοί πηγαίναμε μπροστά
Στην χθόνια γητειά του θανάτου ταγμένοι!

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

η συχνότητα του κεραυνού



Έπιασα την συχνότητα της ψυχής σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Λιποτακτούσες σε λιβάδια στρωμένα
Με ασφόδελους  και λιλά νυχτολούλουδα
Ένα γεράκι με βλέμμα ευθύβολο
Ακροπατούσε στις αργιλώδεις τάφρους
Της κακόθυμης ρεματιάς
-Συντροφιά μόνη
Στης μοίρας το σβηστό καντήλι
Θεός εκλιπών -
Τρεμόπαιζε το ασύμμετρο φως
Της πυγολαμπίδας στο πρόσωπο σου
Σχηματίζοντας στο πεντάγραμμο των ρυτίδων σου
Το νυκτερινό πρελούδιο
Της ανίκητης Άνοιξης
Ηχοκύματα διάπυρα διαπερνούσαν
Το κοχλία του μυαλού σου
Διάστικτες συνθέσεις
Στο διάκενο της βροχής
Κωπηλάτης που έχασε τη ρότα
Για τα παραδείσια νησιά και αφοπλίστηκε

Καρτερούσες μονάχα τη πειρατική φρεγάτα να ρθει
Από ταξίδι στο αίολο βάθος της νύχτας
Χρυσάφι και φως σε διακατείχαν σαν ιαχή διαπεραστική
Διολίσθαινες αμφίρροπος τυλίγοντας εγκάρσια τις πληγές σου
Κι αντιστεκόσουν στο άλγος του κλειστού πηγαδιού
Έκθαμβος
Σαν παιδί που αντικρίζει την ήβη του ήλιου
Κλεισμένη στις χούφτες του
Φοβόσουν... φόβο και πάθος άδηλο
Ένα χειροφίλημα σπλαχνικό ξάφνου σε συνέτρεχε
Από κορίτσια που μαστίγωναν
Το περίγυρο των μνημάτων παραμονές του κλήδονα
Κι από αγόρια που έστριβαν φως και δάκρυ
Πάνω στα μαρμάρινα αγάλματα της απόρθητης πόλης

Έπιασα την συχνότητα των δακτύλων σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Χτύπησα αθόρυβα τα πλήκτρα
Γραφή διττή με πλήθος αμαρτίες
(Πετρόχτιστο γεφύρι του Ιανού)
Παλινωδίες στεναγμών στης πέτρας τη πτυχή
Σημάδι βαθυχάρακτο με τις μνήμες του στιλέτου
Πάνω στο μέτωπο σου
Χαλκευμένο είδωλο σε παζάρια ανατολικά 
Χαράματα σε περιμένω να γυρίσεις
Στου κήπου μου τον αναγερτό ίσκιο
Με τη συχνότητα του κεραυνού
Να με τυλίξεις
Μετάξι πορφυρών φιλιών να ενδυθώ