Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

άκανθοι

το βορινό μπαλκονάκι

Μάζεψες πέτρες, χαλίκια,
πήρες κι ένα σακί άμορφο αμάλγαμα
ασβέστη κοχλαστό υψικαμίνου
κι έχτισες εκείνο το βορινό το μπαλκονάκι
Ήθελες ένα ησυχαστήριο, ένα δικό σου κελί
Δεν περισσεύει η υπομονή, άκουσέ με!
Στο σαβανωμένο πλήκτρο αυτοδίκησε
το κοντοκουρεμένο παιδάκι της φυγής.
Το βορινό το μπαλκονάκι
ποτέ εσύ δεν το έδωσες
Κι αν το χτυπούσαν
άνεμοι, χαλάζι, καταιγίδες
ήταν το μόνο σου ασφαλές καταφύγιο
Έτσι ευαίσθητος κι επιρρεπής όμως
έχασες τα βράγχια σου.
Μη γλιστράς πάλι ….πίστεψέ με
Τώρα άδικα το ψάχνεις
-μετά από τόσα χρόνια-
Στη κουτσή αστραπή
Στοιχηματίζεις, βγάζεις ανακοινώσεις
στα πρακτορεία με τα ρυμουλκά
Δεν έρχεται…
Γιατί σπαταλάς τον χρόνο σου;
Το καταφύγιό σου, το πήραν άλλοι
Το βορινό το μπαλκόνι…ξέχνα το!
Σου κόστισε ακριβά.
Και μάλιστα…θυμάσαι;
έπιανε βρύα πνιγηρά στα τοιχώματά του
αυτά τα βρύα ελλοχεύουν στη καρδιά σου
Πρασίνισες δεν το έχεις καταλάβει;



η γέφυρα

Η άγρια σπαραγγιά συνωμότησε
με τις ανάσες της αμυγδαλιάς
κι έφτιαξε μια γέφυρα
Φυλλώματα και πέτρες, σαθρά τοιχία χαλαζία
και πρεμνοφυείς δοκοί σκαλωμένοι
στο αλέτρι του βυθού.
Τα μαστόρια ανειδίκευτα στο γαλανό γλωσσίδι
σφύριζαν έκτακτα δελτία θυέλλης.
Κι η θάλασσα να ασημώνει στο φεγγάρι
φουρνιές ελευθερίας
Κρύους κορμούς σάπιους
και πέτρες πεντόβολα στο κύμα πάνω.
Μια αγριελιά έβοσκε ταπεινά στην άμμο
το πράσινο σμαράγδι του παπαγάλου.
Κάτω από την αμυγδαλιά δεν έπλενες μεταξωτά…
"Συνωμοσία παρακμής"
Η θάλασσα σε λοιδορούσε φτύνοντας φύκια
"Τα μαλλιά, σου είπαν του πνιγμένου Όμηρου"
Πήρες την ξύλινη σκάλα του γηραιού καπετάνιου
Της έλειπε το τρίτο σκαλοπάτι
Ανέβηκες στη πρυμναία διχάλα,
αλλά πως το εφαντάσθης
– προπέτης του διαταραγμένου σύμπαντος-
πως ήταν μυγδαλιά;
Κυπάρισσος ήταν, ένα ευθυτενές
δέντρο με άδειες φωλιές κορυδαλλών
Και το κάστρο, κούφια παλάμη αλατιού,
να στεγάζει μισθοφόρους και σπίτια
από λουόμενες κορδέλες, κεραμοσκεπές
κι έναν αδούλωτο ουρανό με μάτια αρχαγγέλων
Κι η θάλασσα να σε λοιδορεί βγάζοντας
σε πλειστηριασμό τα πόδια του μαΐστρου
Τι δεν αγαπά τις γέφυρες
και το ανάπηρο καροτσάκι της σκάλας
Έρμαιο πάντα στα πυροτεχνήματα
του δικού σου βυθού.
"Συνωμοσία παρακμής"
Κοίταξες το παλαιό πέτρινο ρολόι
…Φόρτωσε κεράσια!
Η αμαρτία της καθημερινότητας
Πού έκρυψες τον αστερία κι έσβησε
το φως στο πρελούδιο της καμάρας;

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

ενδεδυμένο βρέφος

"Λίπαζες μεγάλα αγκάθια σουβλερά
δεν ήθελες να σε πλησιάσει
το παιδί με τη κόκκινη χτένα"

Στο μοναστήρι στα γκρεμνά
με τα θαυματουργά ασπρόμαυρα
πλακάκια που δάκρυζαν
ανεμώνες βυθού
Και τις χλομές ξελογιάστρες
κυδωνιές στη στέγη
Μην πριονίζεις τη μνήμη σου
Όλα τα θυμάσαι!
Ναι, εκεί που κάθε Αύγουστο μήνα
ξεσκόλιζε το ποίμνιο του
ο δυτικός γύπας για προσκύνημα
Εκστράτευσες με τις τυφλές
κόκκινες μπέρτες
Απρόσκλητος!
Η ηγουμένη κάθονταν
στον σκαλιστό της άμβωνα
πλοηγώντας μονότονα ένα σκαλοπάτι
βάσανου τριγμού
Δίπλα της η νεωκόρος Αθηνά
άκληρη συμβία του έφιππου θεού σου
Κούρντιζε τροχαλίες κεριών
στον καθρέπτη του αιφνίδιου ύπνου.
Μια κεροδοσιά φωτεινών δαχτύλων
δεμένη πάνω στην μετόπη που έκλεψες
Τι να σου προσάψω;

Σπάσε τον καθρέφτη
δεν εννοείς πως το είδωλό σου
εφοδιάζεται με άσφαιρες ρυτίδες;
Στα χωριά σου,τα άμωμα άμφια
κοιμήθηκαν χωρίς εφιάλτες...
Παρότι λύθηκαν οι φασκιές
της μώρας δεν τα φίμωσαν
Αυτά μόνο επευφημώ!
Υπνοβατούσες κραδαίνοντας
τόπια μέντας για να μοιράνεις
τις υποδιαιρέσεις των φιλιών
Σεσημασμένος φυγάς πάντα

"Λίπαζες μεγάλα αγκάθια σουβλερά
δεν ήθελες να σε πλησιάσει
το παιδί με τη κόκκινη χτένα"

Στο μοναστήρι στα γκρεμνά
κάθιδρη η Αθηνά κρατούσε
στα χέρια ένα ενδεδυμένο βρέφος
με αμφίβολο αρματωμένο βλέμμα
και ρόδινες πατούσες ελαφρόμυαλες
Με ένα σουγιά κι ένα σφυρί
άνοιγε καρύδια παραμυθένια, χλωρά
και ετάιζε το βρέφος εγκάρσια ψίχα.
Ήξερε πως η ηγουμένη
δεν είχε τροφή
την είχε ασημώσει στον ποιητή
με τα φωτεινά δάχτυλα.
Μεγάλωσε το βρέφος μόνο
με τα άπορα τσόφλια του κόσμου
Πικρόχολο το σώμα σκληρό το βλέμμα
στη σαρμανίτσα από εκδίκηση έβαλε
φωτιά!
Η φαντασία του πέτρινου κρίνου
στην παλέτα του πράσινου βάλτου
ποτέ δεν ενηλικιώθηκε
Μην περιμένεις πλέον να δεις
τις ρίζες να σκάνε πάνω στον πάγο
Στο μοναστήρι με τα ασπρόμαυρα πλακάκια
σκάκι παίζεις με απούσα την βασίλισσα
Μεταφύτευσε, έστω, τα χρόνια σου
στο κορμό της κυδωνιάς
να σου προσφέρει μία εστία φιλίας
Που ξέρεις;

"Λίπαζες μεγάλα αγκάθια σουβλερά
δεν ήθελες να σε πλησιάσει
το παιδί με τη κόκκινη χτένα"
Ήσουν εσύ!