Τράβηξε την κουρτίνα.
Ήθελε μια ώρα ακόμα να ξημερώσει.
Ο ουρανός μια σκοτεινή προβιά
που την φορούν οι άνθρωποι
για να μην κρυώνουν.
Δέκα αστέρια την συνέτρεξαν.
Μήπως ήταν οι παιδικοί της φίλοι
που δεν ξέχασε ή μήπως εσύ;
Δέκα αστέρια ξαγρυπνούσαν μαζί της.
Της έδιναν να φάει.
Της έδιναν να πιει.
Ρούχο για να ντυθεί, ραβδί που θα
την οδηγούσε στα γνώριμα σκαλοπάτια.
Δύο σειρές από βασιλικούς την έβγαζαν
στα όνειρα, στα κρυστάλλινα νερά.
Λατρεία της μαμάς της οι βασιλικοί.
Πάντα στο βάζο της.
Πάντα στις γλάστρες της μα και στο
βαθύ της μπούστο.
Αχ μαμά μύριζες αναστάσιμη εκκλησία,
μύριζες κανέλα και γαρύφαλλο.
Θυμάσαι τότε που φούρνιζες τα γλυκά
έτσι μύριζες μαμά.
Αποκοτιά δική μου που έφυγες μακριά.
Τάχατες εκεί που βρίσκεσαι
μυρίζεις τόσο ωραία;
Στα όνειρα μου αν ξανάρθεις πες μου το.
Σε θέλω όμορφη γεμάτη υγεία και χαρά.
Οι πληγές σου μαμά έκλεισαν;
Οι άγγελοι τώρα μαμά σε φροντίζουν
θα δεις πως θα γιάνεις μαμά.
Εγώ μόνο τα χάδια μου θα σου δίνω
δαγκώνοντας το σταυρουδάκι που
έχω στο λαιμό μου.
Χάρισμα δικό σου.
Την νύχτα αγαπώ, εσένα και εκείνα
τα δέκα συμπαθητικά αστέρια που νομίζω
πως εσύ τα στέλνεις.
Γιατί πεινάω μαμά.
Πεινάω εσένα.
Πεινάω ζωή κι αλαφροσύνη.
Μα πιο πολύ πεινάω το άρωμα σου
στο απέθαντο σου σώμα.
Ένα βαρκάκι έρχεται καταπάνω μου.
Σε πλησιάζω μαμά.
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά να με γνωρίσεις.