Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

έποικοι

Χτίσαμε τα σπίτια μας πάνω σε λόφους
Υγρά μονοπάτια μας οδηγούσαν ως εκεί
Στις κοίτες μας μεγαλουργούσαν
Φασιανοί και κορμοράνοι
Δρασκελιά και πόνος
Ο κάθε μας ουρανός
Ψηλές οι στέγες μας, στα ακροκέραμα
Κρεμάσαμε δίχρωμους χαρταετούς
Για να αλαφραίνει ο ύπνος
Της Αφροδίτης και του Αμπελουργού
Με μεμβράνες του σύννεφου
Ντύσαμε τα παράθυρα, κρυώναμε
Ο στρόβιλος καιροφυλαχτούσε μουγκός
Ήταν πολύ πικρά τα μεσημέρια
Ξεχαστήκαμε
Κάτω από τη βερικοκιά τα παιδιά μας
Έστησαν μεγαλοπρεπή βασίλεια
Με βότσαλα του Νότου
Φάρδυνε έξαφνα η παλάμη μας
Θυσία και πόνος
Κι ο κυκλώνας να συλλαμβάνει
Ανυποψίαστες αιώρες
Ένα βράδυ μας επισκέφτηκαν στρατιές
Αιχμαλώτων
Στέγη ζήτησαν και τροφή
Κι εκείνο το άγουρο μάγουλο της Μητέρας
Χτυπήσαμε την φλέβα μας πάνω στην πέτρα
Και τους καλωσορίσαμε με σκιερά χαμόγελα
Ξάφνιασμα κι οι ώρες χωρίς συμβουλή
Αργότερα ανέστιοι προσφύγαμε
Στους ψαράδες
Με δίχτυα σκισμένα στους ώμους
Στη θάλασσα επιστρέψαμε
Το κορμί του κάβουρα γέμισε
Αόρατες φυσαλίδες
Θηλιές χτυπούσε ο αφρός
Στα βλέφαρα μας
Πονούν τα σπίτια στα ξένα βλέμματα
Έκπτωτοι σκαλίσαμε στο ακρογιάλι
Γιγάντιες σκάλες
Κρυφά τα βράδια ανεβαίνουμε
Στα υπώρεια για λίγο ψωμί
Διασώσαμε τους ανεμοδείχτες μας
Σκαλοπάτι ο πόνος
Κι ο ωκεανός δυναμίτης στους πόθους μας
Συμφιλιωθήκαμε με τα χελιδονόψαρα
Στα όνειρα μας κερνάμε τους εποίκους
Θεμέλια άρμη