Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

η άμπωτις της νύχτας



Δυο νύχτες μόνο σε είχα και δεν σε είχα στα χέρια μου 
Σαν ξαφνικό μειδίαμα κορυδαλλού στο δάσος του Σέιχ Σου
Αποκαθηλωμένη καρτερούσα το πολύλαλο κελαηδισμό
Φωτογραφίζοντας τη λάμψη του σταυρωμένου έρωτα
Άσκοπα επί μέρες πετροβολούσα κόκκινες ορχιδέες
Και δροσερές ορτανσίες περιφρονούσα οικτρά 
Στα μέρη εκείνα που ο θεατρικός παράμονος γόος
Ερμήνευε της Κυβέλης τον θρήνο ξυλεύοντας τον Άττι 
Καπηλεύτηκα μια στιγμή ζωής μέσα στο πιθάρι του Διογένη  
Ασπάστηκα τα στερνά τεταρτημόρια της φλογερής λαίλαπας
Ακροάστηκα τον συριγμό της θεοσκότεινης σαλαμάντρας
Αποκάλεσα το ραβδί του τυφλού βάρδο της ένδοξης ελαίας
Κι ύστερα κατέφυγα αποσταμένη στις βραχώδεις νήσους
Για να ξεκουρντίσω τα χαλασμένα ρολόγια των ναυαγών
Η θάλασσα σήμερα δεν δέχτηκε τους μυώδεις κολυμβητές
Κατέβασαν τα ιστία τους οι ερινύες των καθαγιασμένων πόντων 
Άπλωνες γάζες των Φαραώ και σεντόνια λευκά νυφιάτικα  
Σε καταστρώματα φορτηγών πλοίων που έμεναν παροπλισμένα
Μπροστά σε λιμένες με χάρτινα φύκια και οργισμένους Φαίακες
Ψιθύριζες λόγια ποιητικά και ύμνους των νεοφώτιστων αδερφών
Στα δρομάκια με τους ανέμελους βοστρύχους αναδιφούσες το καμβά του αέρα
Πλανιόσουν στωικά στις ρίμες παγιδεύοντας μικρές πεταλούδες  
Ένα δερματόδετο βιβλίο ιστορούσε τα πάθη των βιβλικών αθλίων
Πάθη του σκουριασμένου μολυβιού σε θηκάρι ραγισμένο
Πάθη της ανεμόεσσας άμμου πάνω στο στήθος του κουπιού
Έτσι που να διαστέλλεται αργά κι επώδυνα η άμπωτις της νύχτας  
Κανένα ξημέρωμα δεν σου έγνεψαν οι δροσοσταλίδες το αντίο
Μόνο ένας σαλτιμπάγκος περιγελούσε ουρανομήκεις μελωδίες
Ξεχνιόσουν στο αντήλιο χέρι της όστριας σαν ένοχος μύστης  
Αποτραβιόσουν στις σκιάσεις του ντροπαλού ηλίανθου
Έκλαιγες θυμωμένος σαν παιδί που του κλέψανε το νόμισμα
Συνεπαρμένος διάβαζες τη στήλη με τα ιερογλυφικά
Ιστοριοδίφης και μέγας πολεμιστής του αρχέγονου πόνου
Αντανακλούσαν τα μάτια σου Γρανικές νυχτερινές επιθέσεις
Από την αρχή κήδευες τον αφελή λήθαργο του αδύνατου εντόμου 
Γόρδιες πλεκτάνες άπλωνες πάνω στο ατλαζένιο γοβάκι της μάγισσας
Στα αλώνια που έκαιγε το ζεματισμένο σπαθί μετέθεσα την ηδονή του θανάτου
Και σαν αφαλός συρματόσκοινου μυήθηκα στα πολύγωνα κελιά της σφήκας 
Δυο νύχτες μόνο σε είχα και δεν σε είχα στα χέρια μου 
Σαν ξαφνικό μειδίαμα κορυδαλλού στο δάσος του Σέιχ Σου
Αποκαθηλωμένη καρτερούσα το πολύλαλο κελαηδισμό
Φωτογραφίζοντας τη λάμψη του σταυρωμένου έρωτα   

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

οι οδηγοί της νύχτας



Επιμηκύνω την εικόνα σου ως το ύψος του κυκλώνα  
Μέχρι να γίνει το φλογερό ταίρι της αστραπής
Της ξαφνικής βροχής το κοφτερό καμτσίκι
Ένα αιματοκύλισμα αργό στο λουλακί χρώμα της απειλής
-Αναδίφηση στο κρουστό κρουνό του ερωτευμένου χειλιού-
"Μια διάρρηξη είπες του μεταφυσικού αρμού
Μας αποκόπτει από την αγνότητα της κρύας βιτρίνας"
Έφυγα τρομαγμένη στους δυτικούς παράλληλους
Να συναντήσω τον διαβάτη με την λευκή μνήμη
Έσκαψα στους νερόλακους να βρω
Το χαμένο κρησφύγετο της απώλειας
Στο κήπο του παλιού αρχοντικού
Γύρεψα τη πράσινη αχλή της βερικοκιάς
Ένα μονοπάτι με καλούσε στο σκοτάδι
Οδηγοί δεν υπήρχαν παρά μόνο
Ένα ζευγάρι πλούσιων υλοτόμων
Που έκλειναν στο βλέμμα τον αντίλαλο του φλοίσβου  
Ξεχάστηκα πάνω στα προσχήματα της δικής τους αφής
Ναρκώθηκα στους πόνους των μικρών ρόζων
Και συλλάβισα για πολλοστή φορά τα αρχικά
Της μεταμφιεσμένης νεράιδας χωρίς να αστοχήσω
Τώρα ψαύω το κατεστραμμένο είδωλο σου
Με την φενάκη της τυφλής αλχημείας σε πλησιάζω
Καλώ πλανεμένους ανέμους να αγγίξουν
Τα χαρακωμένα αχνάρια του πήλινου ανδριάντα
Αδιαφορώ πυρπολώντας το μακρυμάνικο μαχαίρι των πειρατών
Δεν υφίσταμαι αποκρούω το σώμα της νησιώτικης αύρας
Και στο δάπεδο του παλαιοπωλείου
Χαράσσω ασπίδες του θέρους
Στα βελούδινα νερά προσπαθώ να κρύψω
Τα ιριδίζοντα μαύρα μαλλιά σου
Πως να αναχαιτίσω τη σκέψη της μισότρελης λάμιας
Πως να κατηφορίσω στην συστοιχία των βομβαρδισμένων κατοικιών
Και πότε θα σπείρω τα μικρά θραύσματα της ομορφιάς σου
Στο κήπο εκείνο που καθελκύει πάνω στο καθρέπτη του ουρανού
Το θαμπό θρόισμα των λευκών πελμάτων
Χωρίς να λατρέψω ξανά το άυλο φως της επιδερμίδας σου
Ντυμένη χρώματα και πέπλα κοινότυπα
Θωρώ τα αρώματα του μακρινού επιταφίου
Ένα κοντάκι και δυο δαφνόφυλλα αποθέτω
Στο μνήμα του απέθαντου έρωτα
Για να κατευνάσω τον ήχο του αποτρελαμένου τριζονιού
Που χαμογελά τρυφερά στις γιρλάντες του πόθου
Και στις νιφάδες του χιονιού προσπέφτει 
Επιμηκύνω την εικόνα σου ως το ύψος του κυκλώνα   
Μέχρι να γίνει το φλογερό ταίρι της αστραπής
Της ξαφνικής βροχής το κοφτερό καμτσίκι
Ένα αιματοκύλισμα αργό στο λουλακί χρώμα της απειλής   

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

η αδημονία του καβαλάρη


Αποκολλήθηκε από το σώμα μου ο τελευταίος στίχος
Σαν ασύλητο ψαροκόκαλο και λέπι λεπτό που αποκόπτεται
Από τη κρουστή επιφάνεια του φαιού πετρόψαρου
Γοργόνες εμφύτευαν σκούρο καναβάτσο διχαλωτές ρίμες
Και κόμες λευκές στα σαρκώδη χείλη των κυματιστών τέμπλων

Μάκραιναν οι σπασμένες πτυχές του ρόδου
Στο καθολικό νεκροταφείο του ερειπωμένου νάρθηκα
Η Ματθίλδη φορούσε το φόρεμα της πυρκαγιάς
Τα φλογερά της πόδια καθρεπτίζονταν με ανταύγειες πυρός
Στα δακρυσμένα μάτια της κατάστηθης αλήθειας

Ένας μονόκερος αδερφός έκλεβε στο ζύγι και στην αγάπη
Στο παζάρι με τα σπασμένα ακροκέραμα παιδί ακόμα
Πρόδιδε τις χνούδινες παλάμες του Αργίτικου κάμπου
Βύθιζε μικρές κόρες στα αόρατα ενυδρεία του μουσείου
Για να κερδίσει τη προμηθεϊκή φωτιά που τον φλέρταρε επίμονα

Στην πέτρα του μαλαχίτη τραβούσες μια ελικοειδή χαρακιά
Σχηματίζονταν ένα τρεμάμενο ουράνιο τόξο με πικρούς οφθαλμούς
Αποξεχνιόσουν κρατώντας ελεύθερη να στάζει την υδρία
Με τις λεοντοκεφαλές έργο ενός διάσημου γλύπτη των φυλών
Ξεχασμένος αποτραβιόσουν στην αδημονία του αγοροκόριτσου

Απαριθμούσες τις σπασμένες χάντρες του κομπολογιού σου
Ένα άρωμα διαχέονταν στο στερέωμα με τα σβησμένα άστρα
Μάζευες πειθήνια τις χάντρες μη και σε βρει η αυγή μονάχο
Ταυτισμένος πάντα με την οπλή του ελαφιού και του αίγαγρου
Τραυμάτιζες την στιχομυθία του χιονιού πάνω στον εξώστη

Έτρεχες να ανακαλύψεις την παλαιομοδίτικη  λευκή φανέλα
Του αγωνιώδη νεκρού με τα θρυμματισμένα κουμπιά
Σε κοίταζε επίμονα μέσα από τις βαριές βλεφαρίδες και σώπαινε
Πως να υπολογίσεις τα ιερά σκεύη του σκοτεινού χειμώνα
Χωρίς να βάλεις ενέχυρο την κραυγή του αδούλωτου καβαλάρη

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

διαφυγή


Κρατούσες στο χέρι σου απαλά
Το όστρακο της διαφυγής
Παλαιό σου όνειρο ερωτικό
Κορυφωνόταν στην απλίκα
Της δεύτερης εξορίας
Το σκαλοπάτι έτριζε τη νύχτα
Το βάρος διογκώνονταν στο κενό
Καταλάμβανε τις σήραγγες
Των μικρών κοχυλιών
Δάκρυ τα πότιζε και αίμα  
Σαν Κοχλαστό ποτάμι
Που αναδύεται από το φαράγγι
Της μακρινής Ανδαλουσίας    
Το μάργαρο αποκολλιόταν
Από τη βάση της πέτρας
Πέτρα θαλασσινή του σεληνίτη
Ακροδάκτυλο του κύματος
Να σκάει στα λεπτά σου χείλη
Φέροντας αινίγματα και δεσμούς
Που την λύση τους φαιδρά
Επιβουλεύονταν οι αντένες
Των βουβωνικών ρωγμών
Έμπαινε ένα δίχτυ ανάμεσα μας
Στρογγύλευε ο ορίζοντας
Κι έστελνε αμφίβιες
Μελωδίες προανάφλεξης
Στον ερτζιανό έρωτα
Τα σημεία του χρόνου
Αναζητούσαν τις κορυφές
Του άλιου καβαλάρη
Τα μήκη και τα πλάτη της αγχόνης
Επευφημούσαν τον μέγα
Πολιορκητή της σκονισμένης
Ακροποταμιάς βασανιζόσουν  
Άκριτος επαναστάτης ο ήλιος
Μεταμόρφωνε το μπρούτζινο
Χέρι του αγάλματος σε αιθέριο
Νήμα καλοκαιρινής μπόρας
Έπιανες την μια άκρη
Οδηγός του πεπρωμένου
Σε έβγαζε στο πλωριό καράβι
Με τους ματωμένους χάρτες
Βάδιζες στα ακρόπρωρα
Στη προσπάθεια να εξυφάνεις
Το κονιορτό της απογυμνωμένης
Ψυχής μετεωριζόσουν πάνω
Στο ψυχανέμισμα της αορτής
Χόρευες με πόδια γυμνά
Φιγούρες νέγρικες από παιδικά πέλματα
Αργούσε να έρθει η ενηλικίωση
Στο βουβό κλαυθμό της ράγας
Οι νυχτερινοί σταθμοί
Παρηγορούσαν τους άστεγους
Ωροδείκτες
Μιλούσαν για την ακμή
Της πυρωμένης βελόνας
Φευ! Η διαφυγή είναι
Ένα αποδημητικό μαντίλι
Στα ριγωτά σκέλη
Των κολασμένων νυμφών
Ένας αποχωρισμός με χαμένα
Τα προδοτικά αργύρια
Των σπινθηροβόλων αρμών
Ένα μυστικό αραξοβόλι
Στον τελευταίο δείπνο
Του επιθανάτιου ρόγχου
Μαδούσαν οι ύπεροι
Της μεταφυσικής νεροσταγόνας
Πόντιζε ο ναύτης
Τρικάταρτες απουσίες
Σε πελάγη άγρυπνα του σκότους
Ωχριούσες βουβός επισκέπτης
Τσεκάριζες την αντοχή
Του πάθους μπροστά στον ιβίσκο
Της μεταμφιεσμένης αυταπάτης
Ξεχνούσες τα ηλεκτρονικά
Σημάδια της μοίρας
Κι έχριζες αυτοκράτορα
Το ηφαιστειακό αηδόνι
Στις χώρες που γεννιούνται
Οι μαύροι κάκτοι του έρωτα
Την νύχτα των μεγάλων βρυχηθμών
Περιδιάβαινες το κορμί μου
Σαν ήχος απόμακρος της όστριας
Λάβωνες την συνισταμένη
Ελπίδα στους κωδικούς του αίματος
Στις Αφίδνες είχες κατακρατήσει
Τον σπόρο του ηλίανθου
Που ευθυγραμμίζονταν στο άπλετο φως
Του απόλυτου μεσημεριού
Στεκόσουν δίπλα στο χορταριασμένο μνήμα
Του φαιού φοινικόδεντρου
Κι ανάξια προετοίμασες την διαφυγή σου
Πικρό σκίνο του άλγους
Αμφίβολα κατέρχεσαι στο κενό    

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

νυχτερινή περίπολος


Υπάρχουν πόλεις παραμυθένιες
Ιστορικές καστροπολιτείες
Αγκίστρια της περιπόλου  
Που μόνο στη φαντασία
Των μικρών παιδιών αναβιώνουν
-Μέσα στο φευγαλέο τρίκ της Αμάλθειας
Διπλό κέρας στις τρέσες των γυναικών-
Σπίτια με ορθάνοιχτα παράθυρα
Και κληματαριές αναρριχώμενες
Να φέγγουν οι πτυχώσεις
Του θαλασσινού φορέματος
Δρόμοι βοτσαλωτοί που οδηγούν
Στις αποθήκες με τα κλειστά σεντούκια
Εκεί που αποθέτουν οι μάγοι και τα παιδιά
Τα μαγικά τους φίλτρα
Τα πένθιμα κυπαρισσόμηλα
Της μέντας το φυλακτό
Και τις ασημένιες πόρπες
Της περιπλανώμενης θεατρίνας
Τα σπίτια κρατούν μισάνοιχτες
Τις βαριές τους θύρες
Μπαίνει ο αγωγιάτης
Να ξεκουραστεί
Με τον επιστήθιο φίλο του
Φίλος με ξύλινα πέδιλα
Σε πρώτο πλάνο σαϊτιά του ισχίου
Να γυρνά το μαγκάνι της νύχτας
Να ξεδιψάσουν οι ερωτευμένοι
Χορηγοί της ασπαίρουσας πηγής
Οι καμινάδες ανεβάζουν
Τις κρυμμένες ψυχές της δρυός
Τα ρετσινωτά αρώματα
Του έλατου και του νεαρού πεύκου
Τις κυκλωτικές αναθυμιάσεις
Του θυμαριού και της λαδανιάς
Τις ένδοξες τουλίπες από το φως
Του θρονιασμένου τσαγιού
Υπάρχουν πόλεις αντιτύπων
Που τα ηλεκτρικά σύρματα
Έχουν κοπεί από κύκνειους
Γυναικείους λαιμούς
Τις φωτίζει ολονυχτίς
Ο δίσκος του φεγγαριού
Που το χαλκεύει ο μικρός
Ναυτίλος του βαμβακένιου κύματος
Ολόγιομο το φεγγάρι
Προχωρεί στο οδόστρωμα
Να λούζει με σιντέφι
Η αδερφή το πλούσιο στέρνο
Του υδάτινου αμμόλοφου
Μια ώρα πριν το χάραμα
Βγαίνουν από τη κρύπτη
Να παρελάσουν
Οι νυχτερινοί περίπολοι
Των έφιππων στρατιωτών
Οι αστραφτερές μαθήτριες
Με τα μοβ μανόν ακροδάκτυλα
Οι ακτιβιστές της πλατείας
Που κρατούν αιθέρια τύμπανα
Με δέρματα αντιλόπης
Οι μυστήριοι μαύροι γάτοι
Αινίγματα ακριβά του Οιδίποδα
Που τα μάτια τους ακτινοβολούν
Γητείες της λιμνοθάλασσας
Και τσιγγάνικα αμαρτωλά τραγούδια
Υπάρχουν πόλεις χωρίς εσάρπες
Με μόνο γυμνές γειτονιές
Πολύδροσες και χρωματιστές
Οι άνθρωποι εκεί δεν πενθούν
Ο θάνατος δεν εισβάλλει
Η Αχερουσία λίμνη στραγγίζει
Μαλάματα λιβάνι και νάματα
Της ασημωτής αγριελιάς
Η ρόδα της γης αποδιώχνει
Τα ριζιμιά αγκάθια του Ναού
Συναρμολογεί και συνυφαίνει
Το κρουστό πέταλο της ποίησης
Και το φασματικό μονόλογο
Του ακούραστου εραστή
Προς τις θέαινες ώρες της Ήρας
Μαλλί ξανθό αβίαστα να αιωρείται
Στο λευκό αστράγαλο του τείχους
Πέλμα ελαφρύ ανέφελα να καταργεί
Τις ηλιακές ταχύτητες των σταλαγμιτών
Κορμί αδρό ορκισμένο για πάντα
Στο Μαγιάτικο ξεχερσωμένο κήπο
Σκάζει ξάφνου η μήτρα και γεννά αγγέλους
Χαμολούλουδα κάκτων 
Και αρχοντικούς πόθους της λάβας
Υπάρχουν πόλεις παραμυθένιες
Ιστορικές καστροπολιτείες 
Αγκίστρια της περιπόλου 
Που μόνο στη φαντασία
Των μικρών παιδιών αναβιώνουν

Ευχαριστώ την nameliart 
που έντυσε εικαστικά το ποίημα 

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ιχώρ της λάμψης



Χάλκινες ραφές έραβες
Πάνω στα φραγκοστάφυλα
Της επηρμένης φλόγας  
Στα μέρη εκείνα του Νότου
Όπου ζούσες απόμακρος
Μαζί με τον εξόριστο ποιητή
Αδιόρατος από το πορτοκαλί υφάδι
Φυγάδευες αργά το δάκρυ σου 
Στην καλύβα με τους απόσκιους
Νερόλακους προστατεύοντας
Την ίριδα του εσταυρωμένου
Νυχτολούλουδου στο αναρρωτήριο
Με τα πράσινα παραθυρόφυλλα
Πονούσες, το απαρηγόρητο κενό
Σε εξαθλίωνε φιλώντας σε
Μέσα στις μαύρες εσθήτες
Της πολύλαλης πεταλούδας
Αναγύρεψες την πικραμένη
Κεραία του εγκλωβισμένου
Ήταν τότε που πέρναγε
Ντυμένη στα λευκά
Η ζωντανή ορδή
Των ακοίμητων μελισσών
Πορεία στο κεχριμπαρένιο νερό
Χόρευαν οι κυκλικοί υδρατμοί
Στο μάγουλο της μοναχικής κόρης
Ονειρευόσουν μια αμμουδιά
Με κελύφη αχινών
Και κόκαλα σουπιάς
Που το κύμα ξέβραζε τις νύχτες
Του ανέσπερου μαλαχίτη
Πράσινη η ουρά του γαλαξία
Παράστεκε την ανέμη του σκότους
Όταν στο πλατύσκαλο απόθετες
Τη στάμνα με τις διαμάντινες ώρες
Η θάλασσα αποκοιμιόταν
Κάτω από το βαρύ της κάλυπτρο
-Απειθάρχητη συνοδός- 
Σαν θαλερός μετεωρίτης
Που χάνει τη πιθανή του πορεία
Και κυρτά γέρνει την πλούσια κόμη του
Στους μαύρους χιτώνες της γης
Μια αγκαλιά αναφαίνονταν
Στους σπόρους της άλικης μιμόζας
Ο χωρισμός βάραινε στα βλέφαρα
Σαν το κοπίδι του ήλιου
Πάνω στο ώριμο στάχυ
Βάραιναν τα βλέφαρα
Ασκήτευε το κρύο χέρι
Αποδιωχνόταν ο σφυγμός των δακρύων
Στο ανώγειο παλάτι του έρωτα
Μαζί με το νεκρό ερωδιό
Στο λιμναίο πάρκο της Υλίκης  
Βλάσταινε η ρίζα της μυρτιάς
Απογευματινές αίλουρες προσευχές
Η ιαχή της καλύπτρας αναπαυόταν
Στους χωμάτινους θόλους των σπηλαίων
Πέταγες ένα πετραδάκι
Στις στεφανωτές υγρές καμάρες 
Άκουγες πολλαπλάσιο τον ήχο
Να διασκορπίζεται στον ιχώρ της λάμψης
Απόκοσμος βάδιζες πάνω στη λάμα του
Στον έρωτα ταγμένος των θεών
Χάλκινες ραφές έραβες
Πάνω στα φραγκοστάφυλα
Της επηρμένης φλόγας