Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

η ιλαρότητα της αμαζόνας


Στο ασημένιο φόρεμα της λίμνης
Ξεχώριζαν τα ολόλευκα φτερά της χήνας
Κι εκείνο το δερμάτινο βαλιτσάκι
Του απαγχονισμένου μουσουργού
Που επέπλεε πάνω
Στα σπιρούνια
Της μικρής αμαζόνας
Οι όχθες βρυώδεις νεκρές
Έστελναν τις μακρόσυρτες νότες
Του μελαγχολικού ορατορίου
Στην επιφάνεια της μακρινής πατρίδας
Κωπηλατούσες στο φως
Ανονείρευτος κι αβαρής
Με τα γκέμια του ήλιου στον ώμο
Ψελλίζοντας εικόνες της ψάθινης θάλασσας
Εκεί που κάποτε ξάπλωνε το δάκτυλο της αγαπημένης
Άγνωστο κύμβαλο της παρειάς σου
Φιλημένο από την ανθρώπινη θαλασσογραφία
Εφτάφωτος έρωτας και της λαγνείας σκληρή οπή
Σιωπούσε στον εύηχο λιμενοβραχίονα της ροδοδάφνης
Ελλιμενισμός ενός ακρότατου φιλιού στις όχθες σου

Στο ασημένιο φόρεμα της λίμνης
Ξεχώριζαν τα ολόλευκα φτερά της χήνας
Ριπές φιλιών ανάβλυζαν
Από τα βάθη των μοναχικών νούφαρων
Βάλσαμο στα έφιππα μάτια
Της μικρής αμαζόνας
Φύλλα με το άρωμα του κιτρολέμονου
Φυγάδευαν στις φωτιές των νυμφών
Τις εικονογραφημένες γλώσσες
Των αδέσμευτων πευκώνων
Αδημονούσες στο σκότος
Ξυλιασμένος από την μαγεία της αγάπης
Ρυτιδιάζοντας αργά την επιφάνεια της λίμνης
Με τα δάκρυα του τελευταίου καλπασμού
Στη βαλίτσα κλειδωμένα
Τα μουσικά σου τετράδια
Παλινωδούσαν στις σπονδές του σύθαμπου
Την ελευθερία του φωτόδεντρου
Και του σπαραγμένου βλέφαρου το δάκρυ
Αργά το απόγευμα ντύθηκες
Τα ασημένια φτερά της ειμαρμένης
Κι απέδρασες στην αχλή της μουσικής
Σαν απόμακρος ιππέας του θεού
Η αμαζόνα χάιδεψε με ιλαρότητα
Το πιγούνι του κυανόχρωμου αγάλματος
Και συνομίλησε με τον Θεό των μαγικών ιππέων
Ελλιμενισμός ενός ακρότατου φιλιού στις όχθες
Του σύμπαντος έρωτος