Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

με ένα εικοσιδύο μπλε

Από μικρό παιδί είχες μια προτίμηση
στα μπλε πακέτα των τσιγάρων
Θρυλικό τσιγάρο εικοσιδύο
η μάρκα του παππού σου
Μαγευόσουν στη θέα του
ώσπου ένα βράδυ
σε εκείνες τις σπάνιες επισκέψεις
που έκανε ο παππούς στο πατρικό σου
Διέρρηξες την τσέπη του κι άρπαξες το πακέτο
Το μπλε πακέτο που πάντα αγαπούσες
Το απαγορευμένο
Κρύφτηκες στον κήπο, κάπνισες
Μια νεραντζιά σε περιγέλασε
Έβαψε τα δόντια σου κίτρινα
Άρπαξες το πακέτο το διοχέτευσες στο αίμα σου
Τα δόντια σου κίτρινα
Η νεραντζιά σε περιγέλασε
Και τώρα;
Πήρες μια κλωστή, λευκή κλωστή
Άνοιξες εκείνο το τσίγκινο κουτί
με τα υλικά του ραψίματος
Έδεσες τα δόντια σου
λευκή κλωστή
Δεν έπρεπε ποτέ να μάθει ο παππούς σου
Την βεβήλωση του μπλε πακέτου
Όταν μεγάλωσες
Τύλιγες κάθε βράδυ
με εκείνη τη λευκή κλωστή τα δόντια σου
Και τις νεραντζιές στις χερσονήσους της πόλης
Κοιτούσες πάντα υποτιμητικά
Ήσουν ο μουμιοποιημένος
εραστής της νικοτίνης
Έλα όμως που η κλωστή ήταν μεταξένια...
Και εσύ πως να δεσμεύσεις το μετάξι των φτωχών;
Τράβηξες μια τζούρα
για τον μεταξοσκώληκα
Έπρεπε!

Στη Μαρία Νικολάου