Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Χωρίς ενόρκους

Τα παραδώσαμε όλα:
Όπλα, ξιφολόγχες, κάτι ποιήματα 
που μας είχαν επιβάλλει 
να αποστηθίσουμε και πάνω 
από όλα εκείνο το μεγάλο μάτι 
που μας επιτηρούσε από την οροφή. 
Γυμνοί σταθήκαμε μπροστά στην κρίση τους
σαν τα νεογνά στο πρώτο φως.
Τυφλωθήκαμε μα δεν δειλιάσαμε.
Οι μανάδες μας έτρεχαν ξωπίσω 
για να μας εμποδίσουν να μιλήσουμε. 
Δεν τις ακούγαμε.
Ξεμακραίναμε.

Φεύγαμε από τα σώματα μας
και γινόμασταν νεροσταγόνες
που κυλούν σε χώμα που διψά.
Ακούγαμε τα βήματα μας και νομίζαμε 
πως ακούγαμε τις πατημασιές ενός 
έκπτωτου αγγέλου που προσεύχεται. 
Όσο κι αν θυμώναμε από αυτά που
έλεγε τον ακολουθούσαμε. 
Κάποτε φθάσαμε στον προορισμό μας
που δεν ήταν άλλος από τη θάλασσα. 
Εκεί μέσα στην τύρφη των κυμάτων
νιώσαμε καλύτερα. 

Γυρνώντας προς τα πίσω διαπιστώσαμε 
πως ο άγγελος μας ακολουθούσε. 
Οι μανάδες μας αντίθετα λύγισαν 
από την απόσταση και τις κακουχίες. 
Γυμνοί όπως είμασταν χαθήκαμε στα νερά. 
Ακούγαμε να φωνάζουν τα ονόματα μας
και κάποιους να μας επευφημούν.
Τα χειροκρότηματα έρχονταν μαζικά 
μέσα από θεόρατες σπηλιές. 
Υποκλιθήκαμε. 
Σε μια τεράστια σκηνή βρεθήκαμε 
κι έπρεπε να βιαστούμε να παίξουμε 
τους ρόλους μας πριν τα πλήθη που 
πλησίαζαν μας γαζώσουν με τα άπληστα 
τους μάτια.
Παραδομένοι στην κρίση τους νιώσαμε 
ολότελα αθώοι, έκπτωτοι άγγελοι κι εμείς
χωρίς ενόρκους.