Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Πατινάζ στη λίμνη

Θα ήθελα να ήσουν εδώ. 
Γέμισα με πευκοβελόνες το σπίτι 
να σου θυμίζει τα μέρη που αγαπηθήκαμε:
το δάσος με τους αόρατους σκίουρους,
εκείνο που καταφεύγουν οι ποιητές 
με τις παραγεμισμένες με όνειρα βαλίτσες.
Έβαλα κι εκείνο το φουστάνι με το
βαθύ ντεκολτέ, δική σου επιλογή από 
τα χρόνια που σε είχα εδώ. 
Θυμάσαι;
Έλεγες πως μου πήγαινε μα εγώ ντρεπόμουν 
την αναίδεια του στήθους μου.

Πέρασε χρόνια αφόρετο αυτό το φουστάνι 
σαν να εκδικούνταν τις επιλογές σου 
ή εκείνο το αστείο μειδίαμα όταν αυστηρά 
το παρατηρούσες. 
Το φόρεσα λοιπόν σήμερα για εσένα 
αν και τώρα νομίζω πως φοβάμαι εκείνο 
το βαθύ ντεκολτέ όσο ποτέ άλλοτε. 
Ο λαιμός μου ζάρωσε και πήρε να μαρτυράει 
τα χρόνια μου.
Αλήθεια πόσα χρόνια λείπεις;
Σίγουρα θα πηγαίνει μια εικοσαετία. 
Θερίζουν οι μέρες και δημιουργούν 
ρήγματα. 

Θα ήθελα να ήσουν εδώ. 
Θα βάλω και το σάλι για να καλύψω λίγο
το λαιμό.
Πόσα να κρύψω πια;
Χαλάρωσαν τα μπράτσα και στην παραμικρή 
κίνηση τρέμουν, χάθηκε και το περίγραμμα 
στο πρόσωπο. 
Άστο μην έρθεις.
Εγώ θα βγω στην πόλη αλλά ίσως και να πάρω 
το δρόμο για το δάσος, κάποιος μου είπε 
πως θα σε βρω εκεί να κάνεις πατινάζ 
στην παγωμένη λίμνη απαγγέλοντας στίχους. 
Αδύνατον να με γνωρίσεις. 
Ποιος θυμάται ένα συνηθισμένο φουστάνι;

Αποτυχία

Θα ήθελα να σε είχα γνωρίσει πολύ 
πιο πριν.
Τότε που άπλωνα σεντόνια στα
σκουριασμένα σύρματα της πατρίδας 
κι έρχονταν η αύρα από την παραλία 
και τα κοκάλωνε με το αλάτι της.
Θα ήθελα από πιο παλιά να σε ήξερα.
Τότε που αναμείγνυα το κόκκινο 
και το μπλε χρώμα για να πάρω 
εκείνο το πεθαμένο μελιτζανί. 
Έπαιρνα το χρώμα και ζωγράφιζα 
ηλιοβασιλέματα, κυρίες προχωρημένης 
ηλικίας και βυζαντινά σκουλαρίκια 
μη λείψει από τον κόσμο η ομορφιά. 
Θα ήθελα να είχες έρθει εδώ στη 
νεότητα μου.
Τότε που μοίραζα φέιγ βολάν έξω 
από νηπιαγωγεία και εκκλησίες 
κι η μάνα φώναζε να έρθω σπίτι 
για να χαμογελάσουν οι γωνίες του 
σαλονιού. 
Αχ πως πίκρισε τελευταία ο καφές.
Αχ πως τσουρουφλίστήκαν τα πέλματα 
από την άσφαλτο. 
Αν ήσουν εδώ από παλιά θα είχα κολλαριστά 
σεντόνια, χρώματα πολλά και φέιγ βολάν 
σε σχήμα καρδιάς. 
Μα εσύ προτίμησες να μείνεις ανεξεταστέος
στον έρωτα και οπαδός μιας επαρχιακής 
ομάδας καταδικασμένης στην αποτυχία.

Τι σου ζήτησα

Σου ζήτησα νερό να πιω
πηγής άγιο νάμα 
κι όλος ος βούρκος έφτασε 
στα χείλη μου αντάμα 

Σου ζήτησα για να τραφώ
σίτο της γης κριθάρι 
και μου 'φερες τροφή ξερή 
ψευτιάς μαργαριτάρι 

Χωλαίνουν όλα γύρω μου
κουτσό παίζει η ελπίδα 
με σπρώχνεις πέρα μακριά 
στερνή πνοής ρανίδα 

Σου ζήτησα νερό ψωμί 
κι είχα καιρό πεινάσει 
το πιάτο έμεινε αδειανό 
και σάπιο το κεράσι 

Όλα μου τα αρνήθηκες 
μου πήρες τ' οξυγόνο 
δεν αναπνέω χάνομαι 
με μια ματιά σου μόνο 

Χωλαίνουν όλα γύρω μου
κουτσό παίζει η ελπίδα 
με σπρώχνεις πέρα μακριά 
στερνή πνοής ρανίδα.