Θα ήθελα να ήσουν εδώ.
Γέμισα με πευκοβελόνες το σπίτι
να σου θυμίζει τα μέρη που αγαπηθήκαμε:
το δάσος με τους αόρατους σκίουρους,
εκείνο που καταφεύγουν οι ποιητές
με τις παραγεμισμένες βαλίτσες.
Έβαλα κι εκείνο το φουστάνι με το
βαθύ ντεκολτέ, δική σου επιλογή από
τα χρόνια που σε είχα εδώ.
Θυμάσαι;
Έλεγες πως μου πήγαινε μα εγώ ντρεπόμουν
την αναίδεια του στήθους μου.
Πέρασε χρόνια αφόρετο αυτό το φουστάνι
σαν να εκδικούνταν τις επιλογές σου
ή εκείνο το αστείο μειδίαμα όταν αυστηρά
το παρατηρούσες.
Το φόρεσα λοιπόν σήμερα για εσένα
αν και τώρα νομίζω πως φοβάμαι εκείνο
το βαθύ ντεκολτέ όσο ποτέ άλλοτε.
Ο λαιμός μου ζάρωσε και πήρε να μαρτυράει
τα χρόνια μου.
Αλήθεια πόσα χρόνια λείπεις;
Σίγουρα θα πηγαίνει μια εικοσαετία.
Θερίζουν οι μέρες και δημιουργούν
αποστάσεις.
Θα ήθελα να ήσουν εδώ.
Θα βάλω και το σάλι για να καλύψω λίγο
το λαιμό.
Πόσα να κρύψω πια;
Χαλάρωσαν τα μπράτσα και στην παραμικρή
κίνηση τρέμουν, χάθηκε και το περίγραμμα
στο πρόσωπο.
Άστο μην έρθεις.
Εγώ θα βγω στην πόλη αλλά ίσως και να πάρω
το δρόμο για το δάσος, κάποιος μου είπε
πως θα σε βρω εκεί να κάνεις πατινάζ
στην παγωμένη λίμνη απαγγέλοντας στίχους.
Αδύνατον να με γνωρίσεις.
Ποιος θυμάται ένα συνηθισμένο φουστάνι;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου