Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Στο βουνό


Haibun


Στο βουνό

Ανεβαίναμε κακοτράχαλα μονοπάτια. Γύρω ο χώρος στρωμένος με λιλά
και κίτρινες ορχιδέες. Μοσχοβολούσαν  όπως μοσχοβολάει το σωματάκι
του νεογνού στη θηλή της μάνας .Λεπτή μυρωδιά να σμίγει με τον κέδρο
το φλισκούνι και τη ρίγανη.Μια πανδαισία χρωμάτων κι αρωμάτων.
Φτάσαμε στην πηγή Δροσιστήκαμε μαζί με ένα λαχανιασμένο ελάφι που
άφοβα μας κοίταζε στα μάτια .

Κρυσταλλοπηγή
κι οι άγριες ορχιδέες
ανάσα κόβουν 

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Στο αγρόκτημα

Haibun

Στο αγρόκτημα

Κάθε απόγευμα πήγαινε να ποτίσει τα ζαρζαβατικά στο αγρόκτημα.
Έπαιρνε μαζί της και τον σκύλο της. Σαν αποτελείωνε τις δουλειές άρχιζε
να μαζεύει ανθούς και να φτιάχνει στεφάνια.Τα φόρτωνε στην καρότσα και
με αυτά στόλιζε όλα τα χαμόσπιτα του συνοικισμού. Να έχουν οι φτωχοί να
 χαίρονται να μην φεύγει σαν αδέσποτη σφαίρα ο πόνος και χτυπά την καρδιά.

Στο αγρόκτημα
διπλές οι παπαρούνες
περίσσια χάρη  

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2020

Απόβροχο

Στ' απόβροχο – Περιδιαβαίνοντας

Απόβροχο κι έμεινα σπίτι παρακολουθώντας
διπλά ουράνια τόξα στην εμπατή του ουρανού.
Μόνη κι απόμακρη ήμουν κι άρχισα να ανασυντάσσω μνήμες,
ανοίγοντας παράθυρα στο παρελθόν.
Χνώτιζα τα τζάμια κι έγραφα τ' όνομά μου
κι ονόματα παλιών αγαπημένων που στην χλόη τώρα κοιμούνται.
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Έβαζα και τζίφρες από κάτω ολοκληρωμένη να 'ναι η παρουσία τους.
Φοβόμουν να μην ξεχάσω κανένα όνομα μη μου διαφύγει καμιά συλλαβή.
Φοβόμουν μη σβήσει το πράσινο φωτάκι των αναμνήσεων
και δεν μνημονεύσω την ύπαρξή τους πάνω στην επιφάνεια του κρυστάλλου.

Θυμήθηκα την θεία Ασπασία που σε χαρτάκια έγραφε τα ονόματα των απόντων
Υπέρ αναπαύσεως: Αναστάσης, Μιχάλης, Βαρβάρα και Καλλίμαχος
Άγνωστος ο Καλλίμαχος στο γύρω περιβάλλον.
Ίσως κάποιος κρυφός εραστής της ή ένας ανικανοποίητος έρωτας.
Ποιος ξέρει, δεν της έπαιρνες κουβέντα της θείας Ασπασίας
Ωραίο όνομα έλεγα, με έθελγε η μαχητική του διαίρεση.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος.
Δεν μιλούσα σε κανέναν, καλά κλείδωνα τα μυστικά μου.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος
Η θεία έφτιαχνε πάντα τα μαλλιά της κότσο,
φορούσε άπειρα βραχιόλια και δακτυλίδια
και τα φορέματα της ήταν πάντα λουλουδάτα και στενά.
Όμορφη υπήρξε κι είχε πάντα το άρωμα των ζουμπουλιών και της βανίλιας.
Ευωδίαζε το σπίτι ευωδίαζαν οι γειτονιές και τα στενάκια.
Ανθούσαν τα πεζούλια, ανθούσα κι εγώ μαζί τους
Ζουμπούλι κι άνθος βανίλιας.

Χνώτιζα τα παράθυρα μα έτρεχε το νερό παρασύροντας τα δημιουργήματά μου.
Ξανά απ' την αρχή να επιμένω στο κάστρο της ανάμνησης να μπω.
Μ' ένα δαδί στο χέρι για να φωτίζω τ' αγάλματα με τα λαμπρά ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Καθάριζα τις μουντζούρες απ' τις άδειες τους κόρες τα περιποιόμουν.
Τα μάλωνα να πέφτουν νωρίς για ύπνο.
Τ' αγάλματα κοιμούνται πολύ λίγο,
σαν να φοβούνται προκρούστεια μην γίνει η κλίνη τους.

Καθάρισε ο ουρανός, φύγαν τα ουράνια τόξα.
Άνοιξα το παράθυρο να μπει η μυρωδιά της βροχής έστω καθυστερημένα.
Είχε μουδιάσει το δάκτυλο μου, δεν μπορούσα άλλο να γράψω.
Μόνο έσβηνα, έσβηνα, έσβηνα με την άκρη της κουρτίνας έσβηνα
τα λαμπρά ονόματα των απόντων.
Χτύπησε το κουδούνι κι ήταν η θεία Ασπασία με το γνωστό χαρτάκι.
Με παρακάλεσε να πεταχτώ ως την εκκλησία.
Είχε ένα βαθύ τραύμα στο μπράτσο.
Αιμορραγούσε.
Υπάκουσα και στο δρόμο αίφνης μου ΄ρθε μια ιδέα.
Να δώσω και τα δικά μου ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης,
γραμμένα στο μεταξωτό μου μαντήλι μιας και μου 'λειπε το χαρτί
Στην εκκλησία ο ιερέας με κοίταξε ενθουσιασμένος και διάβασε πρώτα
τα δικά μου ονόματα.
Το χαρτάκι της θείας Ασπασίας το πέταξε
σ' ένα καλάθι ψάθινο μαζί με τους άρτους.
Στο μετάξι πρέπει να γράφονται τα ονόματα μου είπε .
Είναι πιο ευανάγνωστα κι οι αγαπημένοι αυτό μου ζητούν.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2020

Μέθεξη

Απόπλους - Βικιπαίδεια

Φαρμάκι ήπιε το ποίημα απόψε,
απ' ένα μικρό φιαλίδιο από φυσητό πράσινο γυαλί.
Διογκώθηκαν οι φλέβες του κι ασύστολα πάλλονταν.
Κιτρίνισε το πρόσωπό του σαν χλόη απότιστη από καιρό.
Το κουρασμένο βλέμμα του αιμάτινος έγινε χάρτης.
Βημάτισα στην απεραντοσύνη του κι άμαχους
βρήκα νεκρούς σε βάρκες στοιβαγμένους.
Το αφουγκράστηκα και κομμένες είδα αμαρυλλίδες
στο δρόμο παρατεταγμένες από χέρι νευρικό χωροφύλακα.

Βογκούσε το ποίημα κι ήταν το άκουσμα του σαν βρυχηθμός θανάτου,
σαν ουρλιαχτό μακρόσυρτο σε θάλαμο νοσηλείας.
Φοβήθηκα και βόμβοι ήρθαν στ' αυτιά μου.
Βόμβοι και δυο κηλίδες αίματος στα δάκτυλά μου ανάβλυσαν.
Πληγώθηκε το ποίημα, λυγούσε στην θέασή μου.
Κι εγώ το γνοιάστηκα σαν τον άνθρωπο που δεν έχει σφραγίδα στην καρδιά,
σαν τον ναυτίλο που έχασε το πρώτο του μπάρκο
Πού να το κρύψω έτσι που είναι φρενιασμένο;
Στους όγκους των βιβλίων δεν χωρά
Στους κλάδους της λεύκας γρατζουνίζεται.

Το πήρα στα χέρια μη μου λιποψυχήσει.
Χλωμό ήταν το σώμα του, άκαμπτο ήταν το χέρι του,
μια πένα προεξείχε με μελάνη πολυχρονισμένη.
Την πήρα στο χέρι μου κι άρχισα νότες να του γράφω.
Νότες και στίχους με άρωμα γιασεμιού.
Κι άρχισε το ποίημα να μιλά ν' αλλάζει όψη και μορφή.
Χρυσαφένιες είχε πλεξίδες και ρόδα στα χείλη κόκκινα.
Άσπρο είχε το λαιμό και διαυγές το βλέμμα ολογάλανο.
Με βαθιά νυχιά κατέστρεψε τους βυθισμένους χάρτες.
Με τεντωμένα τα χέρια χαιρέτησε τα αρπαχτικά που χαμηλοπετούσαν.
Στο πλάι του στάθηκα κι εφάμιλλη του έγινα τεχνίτρια.
Το αποχαιρέτησα κι είπαμε να βρισκόμαστε τις νύχτες στα όνειρα.
Μωβ θα φοράει φόρεμα κι εγώ μια εσάρπα λευκή.
Έτσι αγαπήσαμε τους πανσέδες, τις κουτσουπιές και τα κρίνα τ' Απρίλη.
Σύντροφοί γίναμε κι όλες τις νύχτες δεν αλλάζουμε πλευρό,
παρά ταξιδεύουμε γαλήνια με ούριους άνεμους
και μια τσιγγάνα δίπλα μας ρίχνει τα χαρτιά. 

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Απρόσμενα

Τρεις σπουδαίοι σολίστ σε ένα ρεσιτάλ πιάνου | naftemporiki.gr

Ήταν καιρός για να φύγει.
Θα μάζευε σε μια παλιά βαλίτσα τα βασικά.
Δυο αλλαξιές, τρία ζευγάρια γάντια, τις εσάρπες της,
τα μοκασίνια της και τον στενό κορσέ της.
Μαζί θα έπαιρνε μια στοίβα χειρόγραφα
απ' την εποχή των πρώιμων φόβων.
Καιροί επεισοδιακοί με τσιτωμένο το δέρμα.
Με καφέδες και τσιγάρα σκέτα,
με αχόρταγα χάδια και λόγια ψιχαλιστά πάνω στα βιβλία.
Μεστά χρόνια, γεμάτα ανεπίδοτες επιστολές.
Η πένα πήγαινε από μόνη της.
Η φλέβα χόρευε πάνω στο πληκτρολόγιο σαν πεταλούδα.

Ήρθε η στιγμή να πάρει αποφάσεις.
Χόλωνε το πόδι της μνήμης και πονούσε.
Τσίτωνε και το μικρό σημάδι στο λαιμό της.
Καιρός λοιπόν να ανασυνταχθεί.
Α! να μην ξεχάσει τα καπέλα της, ειδικά αυτό
με τα φτερά της στρουθοκαμήλου και το τσαλακωμένο γείσο.
Δώρο ενός παλιού εραστή της.
-Μεγάλος έρωτας γεμάτος πυρωμένα καρφιά κι αμαρτία-
Να μην ξεχάσει κυρίως να βαφτεί.
Έπρεπε να δείχνει ξένοιαστη, έπρεπε να μοιάζει ωραία,
σαν μια θεατρίνα πάνω στη σκηνή με φανταστικούς θεατές.

Ακόμα δεν στέγνωσε το δάκρυ και το πύον ρέει στο μέτωπο.
Τέλος οι αναβολές κι οι αμφισβητήσεις.
Ο σκύλος γάβγιζε, θα τον έπαιρνε μαζί της.
Ο τελευταίος πιστός συνοδός της.
Την παρακολουθούσε στωικά,
όση ώρα τακτοποιούσε τα λιγοστά της υπάρχοντα.
Έβαλε την χτένα στα μαλλιά της, σκάλωσε, τα έδεσε κότσο.
Τίναξε την στάχτη στο πάτωμα, έφευγε...
Το πλοίο θα την πήγαινε σ΄ένα άγονο μέρος.
Στο πρακτορείο έβγαλε δυο εισιτήρια, δεν πειράζει.
Ίσως και να ξεχάστηκε, που να ξέρεις.
Αχ! αυτή η δύναμη της συνήθειας.
Πώς να ξεμάθεις το μαζί;
Πώς να ξεφύγεις από το όλον;
Πάτησε τα πλήκτρα στο πιάνο, σκόρπισαν οι νότες και τύλιξαν τη σιωπή.
Το αγαπημένο του κομμάτι.
Θα το έπαιρνε μαζί της, να λικνίζεται πάνω στο κύμα.
Τράβηξε την πόρτα με δύναμη και πάτησε την σκανδάλη επιδέξια.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Μια στιγμή στο μηδέν

Μπορούμε να καμωθούμε για μια στιγμή ότι όλα κυλούν κανονικα ...

Μεσημέρι να έρθεις,
τότε που ο ήλιος κοιτάει κατάματα τη γη,
τότε που ο ουρανός ανοίγει διάπλατα κι αποκαλύπτει τους κήπους του.
Δεν αγαπώ τις νυχτερινές ώρες.
Μου προκαλούν ναυτία οι αναθυμιάσεις των άστρων.
Κοντά μου να έρθεις φορώντας το ξεφτισμένο σου τζιν,
κι εκείνο το χασεδένιο πουκάμισο που δεν λέει να παλιώσει.
Στα χέρια να κρατάς δυο γλαδιόλες στο χρώμα της τέφρας.
Αγαπώ τα σκούρα χρώματα και με φοβίζουν
οι λιλά αποχρώσεις πάνω στο νύχι του σύθαμπου
ή στα τριμμένα σανδάλια των αγαλμάτων.

Θα σε καλωσορίσω όπως καλωσορίζω τα ρόδα του Μάη.
Δώδεκα κρατώντας παπύρους κάτω από τη μασχάλη.
Εκεί οι μύθοι μου.
Εκεί τα ποιήματά μου.
Εκεί τα πρώτα μου ηδονικά βλέμματα πλάι στο υδάτινο φράκτη.
Βαμβακερά θα φοράω γάντια
κι η τράπουλα στο χέρι μου θα σου θυμίζει αλλοπαρμένη την απληστία της.
Πώς να σε περιγράψω αφού τόσα χρόνια λείπεις;
Έχεις το ίδιο μήκος στα μαλλιά;
Έχεις τα ίδια λακκάκια στα μάγουλα;
Φοράς εκείνο το ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό;
Αν δεν σε γνώριζα θα μου ήταν άγνωστοι οι κυματισμοί στη θάλασσας.

Αύριο κατά τη μία το μεσημέρι θα πάω μια βόλτα στο κάστρο.
Στην πολεμίστρα θα σταθώ να με φωτογραφίσει η πιο λαμπρή αχτίδα.
Όμορφη θα μοιάζω σαν μικρή αμαζόνα την ώρα που κοιμάται,
ή καλύτερα σαν μια χωρική που σκουπίζει τον ιδρώτα του θέρους
με την σκληρή της παλάμη.
Αν είσαι εκεί θα σου χαρίσω ένα αντίγραφο.
Δική μου να κρατάς εικόνα, δικές μου να μαθαίνεις ιστορίες.
Μην ξεχάσεις τις γλαδιόλες.
Θα τις ακουμπήσω πλάι στο στέρνο μου.
Άκαμπτη να γίνεται η αριστερή μου πλευρά.
Νεκρικός να φαίνεται ο ίσκιος μου.
Γιατί αφότου έφυγες ένα κουρελάκι έγινα πάνω στη χλόη.
Ο σπόρος σκάει.
Ο δρόμος τελειώνει.
Οι διχάλες ξεγελούν.
Μην λαθέψεις.
Μια στιγμή μόνο στο μηδέν να μου χαρίσεις.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Αλλιώτικη ζωή

Αποκωδικοποιήθηκε το DNA του ηλίανθου - Ελληνική Γεωργία

Απάγκιαζα στα χέρια σου,
είχε ζέστα εκεί κι ήταν γαλήνια.
Σταματούσε ο χρόνος.
Στα καλάμια της όχθης
ζευγάρωναν οι πελαργοί.
Ριγούσε το νερό στο ποτάμι.
Μια ρουφήχτρα.
Μια περιδίνηση.
και μια βαθιά ερωτική ανάσα.
Μας κοιτούσαν εξεταστικά
δυο κυπρίνοι.
Χαμογελούσαμε, αντέχαμε τα "σ' αγαπώ" μας.
Τρίβαμε τα χέρια μας ενθουσιασμένοι
σαν που τρίβει τα χέρια η μαία κατά την εξώθηση.          
Στην παλαίστρα μπαίναμε του πόθου,
ωραίοι σαν τους ηλίανθους πριν το δείλι.
Τραγουδούσαμε πάνω στους ήχους του ποταμού.
Χορεύαμε με γυμνά πόδια και σώμα λαμπαδιασμένο.
Κόβαμε καλάμια κι αυτοσχέδιους φτιάχναμε αυλούς.
Έρχονταν οι νεράιδες με τα πράσινα μάτια,
μας συντρόφευαν και μας έλεγαν τα μυστικά τους.

Ήταν ελαφρύ το χώμα κι ελαφριά η καρδιά.
Το πούπουλο στην ζυγαριά δεν είχε βάρος.
Ο κλέφτης στα λιβάδια μόλευε τις κόκκινες παπαρούνες.
Μάτωνε ο κόσμος και στα ενυδρεία τα ψάρια
έκαναν προσπάθειες διαφυγής.
Μαλάκωνε το σαπούνι στα χέρια του μικρού παιδιού.
Το μάλωνε ο κουρέας με το αετίσιο βλέμμα.
Όλα δικά μας κι όλα στα μέτρα μας.
Βγαίναμε στην επιφάνεια με κρουστά τα σώματα.
Πετούσαμε το νόμισμα κι ήμασταν τυχεροί.
Φορούσαμε βραχιόλια στα χέρια.
Πολλές οι μαργαρίτες.
Πολλές οι πευκοβελόνες.
Πολλά τα ταπεινά χαμομήλια.
Γιρλάντες δέναμε στα κλαδιά της λεύκας
Στην παλαίστρα μπαίναμε της χαράς με γυμνά τα σώματα.
Ο σπασμένος καθρέφτης του τρεχούμενου νερού
μας παρότρυνε τα αρχέγονα να λύσουμε αινίγματα.
Τα καταφέρναμε.

Απάγκιαζα στα χέρια σου
και δεν μιλούσαμε, οι ματιές είχαν το λόγο.
Τα κλειστά στόματα δίνονταν μόνο στα φιλιά
Μας αγαπούσαν τα αεικίνητα μερμήγκια
κι εμείς κλείναμε συμφωνίες με ανεστραμμένα τα φωνήεντα.
Ηχηρός ήταν ο κόσμος.
Γεννούσε ο αέρας μεγαλυνάρια.
Έσκουζε ο γκιώνης αγριεμένος.
Περίπολο έκαναν τα βατράχια στα βότσαλα.
Όλα γύρω διαλαλούσαν τον ερωτά μας
κι εμείς φωτιές ανάβαμε γιατί έρχονταν η νύχτα και το φεγγάρι απουσίαζε.
Κατέβαινε ο ουρανός να ζεσταθεί και χάρτινα κρατούσε φαναράκια.
Λεπτός ο υμένας του μας περιέβαλε με όνειρα.
Ήταν αλλιώτικη η ζωή σαν το μάτι του μάγου πριν βγει στο μπαλκόνι
της έναστρης νύχτας.

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

Μακρινό

Αποτέλεσμα εικόνας για Γλάροι

Θα σου φέρω διαλεκτό ανθόμελο αν γυρίσεις πίσω.
Μαζεμένο από αγρούς ακαλλιέργητους, αφημένους
στην καθολική αρμονία της φύσης.
Κάθε που ξυπνάς χαράματα να αλείφεις
στο ψωμί σου μ' αυτό.
Γλυκό να γίνεται το στόμα σου.
Γλυκιά να γίνεται η αναπνοή σου.
Στου κυρ Φάνη το λαχανόκηπο φύονται
οι πιο γλυκές φράουλες.
Ένα καλάθι ολογέμιστο δικό σου θα γενεί.
Φτάνει να έρθεις πριν χτυπήσουν τα σήμαντρα τη μέρα της γιορτής.

Ελαφροπατώντας μια νυχτιά θα ανέβω στη μουριά της αυλής,
κόκκινα να σου μαζέψω μούρα.
Από εκείνα που έβαφαν άλικα τη χείλη της γιαγιάς.
Φτάνει να μη μπερδέψεις το δρόμο κι άλλη στράτα διαβείς.
Θα ανέβω σαν αίλουρος στη στέγη τα μεσάνυχτα
μύρια να μαζέψω άστρα.
Στα πλακόστρωτα να τα αφήσω μονοπάτια σαν πυγολαμπίδες να λάμπουν.
Σήματα να σου στέλνουν.
Οδηγοί να γίνονται στα ταξίδια του νου σου.
Να μ' αγαπάς.
Να με γυρεύεις.
Να με καρτερείς.
Του γαλαξία θα μαζέψω το γάλα να παίρνει ανάστημα
ο έρωτάς μας, ψηλά να θωρεί, ουρανούς να κερδίζει.

Στην αμμουδιά θα πάω - εκεί που κάναμε νυχτέρια παλιά -
ολόλευκα να σου μαζέψω κρίνα.
Στο πέτο να τα βάλεις να ομορφαίνει η μορφή σου.
Στα χέρια να τα κρατάς, φιγούρες να κάνουν στον τοίχο.
Σκιές από ξάρτια στο μώλο του νησιού.
Σκιές από σύννεφα στου Ταΰγετου το αδρό παράστημα.
Να γελάς και να χαίρεσαι σαν παιδί μικρό.
Να μιλάς και να σείεσαι σαν τρελή περικοκλάδα.
Φτάνει να έρθεις κι είναι γιορτή αύριο μεγάλη.
Θα ντυθώ το φαρδύ μου φόρεμα με τις γαλάζιες νεραγκούλες.
Θα πιάσω τα μαλλιά μου κότσο, ευχάριστα να περνάς τα χέρια σου.
Θα βάλω και τη δερμάτινη σάκα του σχολείου μικρή να με νιώθεις παιδούλα.
Όμορφη να είμαι.
Μόνο για σένα να χτυπά η φλεβίτσα του λαιμού.
Ωραία να με θωρείς και ξανά να με θέλεις κοντά σου.

Πλάτυναν οι γωνίες από όταν έφυγες.
Περιπλανιέμαι.
Με τσιμπούν οι διαβήτες.
Με αγκυλώνουν τα μεταλλικά λόγια των νεκρών.
Έλα φοβάμαι να γυρίζω στα άδεια δωμάτια τις νύχτες.
Γέμισε καθρέφτες το σπίτι, δεν με αναγνωρίζω.
Έλα να μου μάθεις το όνομά μου.
Έλα να σμίξεις τις ώρες μου σε μία.
Η απεραντοσύνη κρύβει κινδύνους.
Αποσπά το μυαλό.
Μαδάει τα λουλούδια.
Ξεκολλά τις αρχαίες πόρπες.
Δώσε μου τον κόσμο σου κι εγώ θα χωρέσω στο μικρό σου νύχι,
σαν ένας γλάρος που σμίγει με τον αφρό και πάνωθε του μικρό γίνεται σημαδάκι. 

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

Οξυδέρκεια

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλίανθος βαν γκογκ

* Θα κάνω μια παράκληση στον ήλιο, την ώρα που αφήνει τον κόκκινο μανδύα του
στη σέλα του βουνού να μην ξεχάσει τα χλωμά χέρια της μάνας.
Ροζέ να βάψει τους ρόζους κι άλικη την συστοιχία των δακτύλων. Να περνά ο καιρός
σαν μια βραδινή πομπή κύκνων κόντρα στον απόλυτο οίκτο.

* Τα παράκτια χόρτα έχουν μια στιφάδα αλλιώτικη, σχεδόν παρθενική, γεύση εν τη γενέσει.
Λες και ποτέ τους δεν ξεδίψασαν, λες και ποτέ τους δεν φίλιωσαν με την αρμύρα.
Τα βράζει ο ψαράς κι αγκυλώνεται το στήθος του. Όπως κολλάει ο τροχός στα λασπόνερα
κολλάει κι η τροφή στον ουρανίσκο συσπώντας τους σπονδύλους.

* Πολύ θα ήθελα να ήμουν μια τσαλακωμένη λευκή σελίδα που πετάει ένας μαθητής στο δρόμο.
Εκεί να γραφτεί η ωραιότητα των στιγμιαίων εκρήξεων. Η ωραιότητα των απορρίψεων μπρος στο
ευγενές της νεότητας θυμικό.

* Ο ποιητής βλέπει τον κόσμο σε επάλληλους κύκλους σαν αυτούς που μια πέτρα
σχηματίζει στην επιφάνεια της λίμνης θορυβώντας. Ζει μακριά από γωνίες, τεθλασμένες
κι επίπεδα σχήματα.Είναι ο απόλυτος άρχων της στιγμής κι αυτή κλώθει στα ποιήματα.
Μικρές στιγμές τρεμάμενες σαν ιστός αράχνης στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

* Ο ηλίανθος έχει αμέτρητους σπόρους για να μετρά με ακρίβεια τα ταξίδια
του ήλιου στο στερέωμα. Είναι ο αφανής αδερφός του. Αυτός ο ακριβολόγος
και ο οξυδερκής που δεν ξεκουράζεται ποτέ και στο σκοτάδι σχεδιάζει να γίνει
αρωγός της όποιας τέχνης και το επιτυγχάνει.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Αρματηλάτης

Αποτέλεσμα εικόνας για Σπάει το κλαδί  δίχρωμη πεταλούδα  διπλώνει φτερά

Έβγαζες τις λαστιχένιες σου μπότες στην είσοδο
κι έμπαινε ορθόστηθη κι ασυγκράτητη η υγρασία στο σπίτι.
Οι κάλτσες σου μύριζαν θειάφι, καμένο ξύλο κι άψητο ψωμί.
Τις έβαζες δίπλα στο τζάκι για να στεγνώσουν,
τρύπιες μανταρισμένες με κόκκινη κλωστή.
Σε παρακολουθούσα με μάτια εκστατικά, δεν μιλούσες,
απλά κοίταζες τις φλόγες, ήξερες τη μυστική τους γλώσσα.
Σε καμάρωνα έτσι τραχύς κι ωραίος που ήσουν.
Μόλις είχες επιστρέψει απ' το κυνήγι ιδρωμένος και αψύς σαν νότιος άνεμος.

Ποτέ δεν έφερνες κυνήγι, μόνο που πάντα έλειπαν
πέντε έξι φυσίγγια απ' τη ζώνη σου.
Στον αέρα σπαταλούσες το μπαρούτι.
Είμαι βέβαιη πως ούτε μια μικρή τσίχλα δεν θα μπορούσες να σκοτώσεις,
πόσο μάλλον έναν αγριόχοιρο που καυχιούσουν στις παρέες σου πως σκότωσες.
Εγώ αινιγματικά σε κοιτούσα, δεν μιλούσα απλά ψήλωνες μέσα μου
όπως ψήλωνες στα μάτια των φίλων σου πόντους πολλούς.
Καμιά ενοχή.
Κανένα παράπονο.
Κανένα κρυφογέλιο.
Γυάλιζες το τουφέκι σου και γελούσες κι ήσουν ένας σωστός αρματοφόρος.

Έπαιρνα την τσίγκινη λεκάνη στην έδινα να πλυθείς.
Το μοσχοσάπουνο θόλωνε το νερό, μύριζε άγριο κέδρο και χαμομήλι.
Το πέλμα σου ελαφρύ, τριβόσουν με κινήσεις διστακτικές
σαν να φοβόσουν μην λαβωθείς.
Σου έδινα καινούργια ασπρόρουχα και την κεντητή πετσέτα της γιαγιάς
να σφουγγίσεις το νερό απ' τους αστραγάλους.
Ήσουν τρωτός και δυνατός μαζί.
Ήσουν γήινος μα και αιθέριος.
Πώς να σε περιγράψω;
Το χνώτο σου μύριζε έλατο, ψημένο καλαμπόκι κι αψιά τσουκνίδα.
Στοιχημάτιζα πως δεν σε γνώριζα.
Συλλογιζόμουν πως δεν σε κέρασα ποτέ γλυκό κρασί.
Όλα απ' την αρχή.
Εσύ, εγώ.
Η αγάπη μας, ο έρωτας μας, όλα απ' την αρχή.
Μπαίναμε στην εφηβεία του κόσμου καμαρωτοί κι ωραίοι.
Όλα απ' την αρχή, εσύ ο αρματηλάτης κι εγώ μια πειθήνια ενοχή,
μια παιδούλα που κάνει ξυραφιές στα τζάμια των πορνείων.