Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

κυανόχρους ανεμόσκαλα


Φωτεινή πυραμίδα γίνομαι και μνηστεύομαι τον ορίζοντα
Σε πλάτια ξεχύνομαι απροσμέτρητα
Σαν κάλυκας που τρελά αναπηδά
Στην ασφαλτόστρωτη αλάνα με τους σκουριασμένους ωροδείκτες
Μεταβάλλομαι σε χρυσή απλίκα στου κάστρου τον εξώστη
Οι φρουροί με γνωρίζουν και με κερνούν παγωμένο τσάι
Σε τάσι ροδακινί με ξεφτισμένο το θυρεό!

Γονυπετώ σαν φτάνω στου ασημένιου σήμαντρου την ευλογημένη συμμετρία
Τον άνεμο καλώ να με μεταφέρει ολόλαμπρο
Σε κυανόχρου ανεμόσκαλα
Στο γαλήνιο ύψος ακροπατώ σμίγοντας με το κρύο έρεβος
Χάνω το σχήμα μου και λίγο λίγο διυλίζομαι σε μικροσκοπικούς διάττοντες
Ακροβάτης μετεωρίζομαι στο κενό
Σχεδόν πετώ πλαταγίζοντας στα χείλη μου λίθινους αγγέλους!

Με χέρι τρεμάμενο χαρτογραφώ τον εξώκοσμο
Φωνάζω κι ας έχουν τα πλάτη σιωπήσει
Σπάω το φράγμα της ψυχής μου και ολόγυμνος δίνομαι στο στερέωμα
Στο προθάλαμο μπαίνω της κόλασης
Σφετεριστής της παραδείσιας περιβολής μου
Ψάχνω τα ίχνη σου
Κρουστά λευκά φτερά αναρροφούν πύρινη λάβα
Γεύομαι στάχτη και σάρκα καμμένη ψηλαφίζω
Πριν καλά καλά εισέλθω στο πηγάδι των στεναγμών
Έρωτας κλεπταποδόχος γίνομαι
Και χωρίς καθόλου οβολούς κάνω ταμείο με τους κολασμένους!