Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή




Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Φυλαχτά και προσωπεία λευκά από τα  χειμερινά
Λιωμένα Παγόβουνα της αρκτικής ψυχής
Σαν πρωτόπλαστος έφθασα εκεί ολόγυμνος
Και σε δέντρο γαλατερής συκής το έναυσμα
Περίμενα να μου δοθεί για τη τελική υποταγή μου
Στις μάχιμες μυθιστορίες μιας αυτοχειρίας αναπότρεπτης
Μια σκευοθήκη στα πόδια ανοιχτή
Να συγκεντρώνει τις εφηβικές εφιδρώσεις τα κράνη
Και τα αγγελοκρούσματα των άπτερων πλασμάτων
Ρέουσες πηγές και χρεολύσια δικά μου για το αόρατο μέλλον
Κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα
Μικρή συκή αρίζωτη
Απεκδύονταν την επίγεια φύση της
Και στους καπνούς της λήθης απεγνωσμένα έβρισκε
Ένα αλλοτινό αφιόνι αργά να ξεκουρδίζει τον δισύλλαβο ωροδείκτη του Θεού!

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Βοστρύχους από κοιμώμενες Αφροδίτες συνέλεξα
Να σκεπάσω τα ξυρισμένα κεφάλια των φυλακισμένων
Που βασανιστικά ξεκινούσαν με αέρινους πέλεκεις
Να καθυποτάξουν του κελιού τους τις λιγόζωες υπάρξεις
Υπάρξεις που γύρω πεταλουδίζαν όμοια στροβιλιστά ημικύκλια
Και όπως νεραϊδόσκονη ξωτική από τριμμένα βιβλία παιδικά
Αποστάτης της ψυχρής ανάμνησης έφθασα στον κήπο ολόγυμνος
Με λαβές θανατερές να αποθέσω στο χώμα
Μελανούς χιτώνες κοράκων
Εμβλήματα αποκρουστικών αυτοκρατοριών
Και βίβλους που το στόμιο κρατούν κλειστό της Ιστορίας
Φώναξα ανυστερόβουλα λόγια
Περιέθαλψα μικρούς ερωδιούς έγχρωμους
Φυλάκισα σε τεφροδόχους σκισμένα φτερά μικροεντόμων
Και κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα άοπλος
Τις αμαρτίες να ξεπλύνω των αθώων και των άβουλων
Να έχουν οι λυγαριές κορμοστασιά τρυφερή να μη μειοδοτούν στου κόσμου την αναλήθεια!