Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

ήρθα σε εσένα



Ήρθα σε εσένα γιατί αλλού
Δεν είχα που να πάω
Δέντρο ήμουν με παγωμένα κλαδιά
Χαρταετός με κομμένα τα ζύγια
Λίθος σε αλώνι που πλαγιάζει η βροχή
Κι ήθελα τόσο να μακρύνω από το άδειο μου γκρίζο
Που κοντά σου ήρθα σχεδόν τρέμοντας
Από μια ψύχρα εφιαλτικά κυκλωτική
Κομήτης ήμουν μικρός
Που συντρίβεται στου σύμπαντος την πόρτα
Κι έπρεπε εσύ να με ενώσεις για να υπάρξω

Δεν ήταν Άνοιξη ούτε γλαυκό Καλοκαίρι
Σαν ήρθα κοντά σου
Φθινόπωρο ήταν που η φύση λάμνει
Στο κενό με τρεμάμενα χέρια
Στα καμπαναριά άδειες οι φωλιές των πελαργών
Στο χώμα ο σπόρος πλαγιαστά κρυμμένος
Στις θάλασσες κλειστά τα παντζούρια της μέθεξης
Φθινόπωρο ήταν
Κι η καρδιά μου πολιορκήθηκε από ήλιους φτενούς
Που στο κορμί σου ενδημούσαν

Πέρασαν χρόνια πολλά
Ήρθαν αστραπές μαντάτα κακά σκισμένα ιστία
Η μορφή σου απεικονίστηκε στα μάτια μου
Η καρδιά σου χτύπησε στις προσευχές μου
Η αύρα σου λείανε τις άκρες των δακτύλων μου
Μεταλλάχτηκες αργά μέσα μου
Σε ρόδο εκατόφυλλο
Που μ' αγκυλώνει μ΄αγκάθια λυτρωτικά
Που με μεθά με ευωδιές λιγωτικές
Που το βάζο της ψυχής μου παρήγορα κοσμεί
Πέρασαν χρόνια πολλά
Τόσα που στα ακρολίμανα χάθηκαν πλέον
Τα πέτρινα φιλιά της μικρής ταξιδιώτισσας
Έμεινε μόνο το μαντήλι
Με το ματωμένο μονόγραμμα
Να με πηγαίνει στα γήινα πάθη τα αρχέγονα

Τώρα τροχοδρομώ στα τυφλά
Σαν τραγούδι λυγμικό κορυδαλλού
Πονά η απουσία τις νύχτες
Σαν λόγος ανείπωτος μελλοθανάτου
Δράμει στις φλέβες ο πόνος
Που να σε βρω;
Τώρα ενθυμούμαι επίπλαστες συλλαβές
Σαν κίβδηλο νόμισμα κρυώνει
Το στήθος ο δείκτης της προδοσίας
Σαν δόντι ατσαλιού πληγώνει
Το μέτωπο η κραυγή του φόβου
Πως να υπάρξω;
Μένω να κοιτάζω βουβή τις πτυχώσεις της βεντάλιας
Ξεχασμένη στο στρόβιλο της μνήμης
Να κρατώ σε παλάμη ζεστή τον άνεμο
Του πάθους που δεν επληρώθη