Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού



Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Αρματώνεις με μαύρες οβίδες
Των σύννεφων το καμένο ναρκοπέδιο
Ακρωτηριάζομαι και βουβά σε επαίρομαι
Ραμφίζοντας κόκκους πικρούς άρκευθου
Σε χάλκινο δισκοπότηρο μετάληψης
Αιχμάλωτοι περνούν δίπλα μου
Με καλυμμένα τα πρόσωπα
Χέρια αδύναμα ξεροί κλώνοι απόθητοι μνηστήρες
Έφιπποι στρατιώτες με προσπερνούν κρούοντας ασπίδες
Και σπάθες κυρτωμένες
Με ποδοπατούν παιανίζοντας δυνατά
Φοβούμενοι μην και τους αποσπάσω της επίκρισης
Τον φολιδωτό λόγο απ' τα χείλη!

Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Εξανδραποδίζεις τις κόκκινες καμέλιες του σούρουπου
Που ποτέ δεν ομονόησαν στο κέλευσμα σου
Ψυχορραγώ και βουβά σε επαίρομαι
Ραπίζοντας με φως εξώκοσμες υπάρξεις
Πριν εισέλθω έγκλειστη στου έρωτα το θυσιαστήριο
Για να χαράξω βαθιά με διαμάντι την ισχνή μορφή σου
Στου βωμού το μάρμαρο διττός να μείνεις
Στο ραγισμένο κάτοπτρο του χρόνου για πάντα αφανής
Με προτεταμένο τον αντίχειρα μαλάζω επιδέξια
Το έγγλυφο σημάδι στο μέτωπο
Κίτρινο αστέρι
Μίσχος παπαρούνας γερτής
Υφάλμυρα παιδικά χείλη
Κι εκείνο το σπασμένο στα δυο ακορντεόν
Της περιπλάνησης που δεν συναρμολόγησα!

Σε παρατηρώ μες την απουσία σου
Ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού
Αγκυλώνει με χάδια απάτης
Την ερμητικά κλεισμένη θύρα του κορμιού μου
Μαίανδροι ιστορικοί χρεοκοπούν και σβήνουν
Λαβωμένη ξεσπώ σε γέλωτες πικρούς
Διαφυλάττοντας στην σχισμή του ψύχους
Σπόρους κριθής και δαφνοκούκουτσα
Για την μεγάλη ημέρα των σεμνών ηρώων
Εικόνα αλειτούργητη σπάζεις σε κομμάτια
Δεν ξεχνώ
Αναχωρώ με βλέμμα ευθύβολο
Τάματα πιστών να κρεμάσω στης Ιερής Πόλης
Την βυσσινιά εσθήτα πριν παραδοθεί άδολη στους ηγήτορες του άλγους!