Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

η ελεγεία της αγάπης


Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας νοσταλγούσαν την όψη σου
-Μέσα στο χθόνιο αναλόγιο της θεϊκής ποίησης-
Κατακρατούσαν τις αποδομίσεις της ιερής Σελάνας
Έναστρος κλαδίκαρπος ο ουρανός του Αυγούστου
Μεθούσε με την φύση του αγριοτριαντάφυλλου
Ριγμένου στις αποχρώσεις των οπάλιων μαλλιών σου
Παιδιά της θύελλας με τα ακριβά γιορντάνια στο λαιμό
Δεμένα στο μεσιανό κατάρτι μιας απορρεούσας ζωής
Βάφτιζαν το σύννεφο σε άσπρο τούλι της τουλίπας
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας σιωπούσαν όνειρα απουσίας 
Χόρευες με τα ιστία της αρχαίας τριήρης
Απολαμβάνοντας τους ασημένιους σβόλους
Της αναρριχτής άμμου που για χρόνια πολλά απιστούσες
Ένα δάκρυ στυφό στέγνωνε στο πρόσωπο σου
Σαν να φοβόταν την ύπουλη έκρηξη του ηφαιστείου
Δονούσε αργά ο τριπλός κραδασμός της φαλτσέτας
Μάζευες το μίσος της αγάπης από τα υγιή φύλλα
Του νοσταλγού ευκαλύπτου στο κήπο της πολύλαλης τρέλας
Η ώρα του καφέ πλειοδοτούσε τα μύρα των μουντών κτιρίων
Έφερνε στριφτά τσιγάρα στο χέρι του ζητιάνου χρόνου
Γλυκιές επικαρπίες στο χνούδι του καλοκαιρινού ορίζοντα
Ένα πιάνο υμνούσε την ομορφιά του ακροδάκτυλου κρίνου
Αλχημιστές και μοναχικοί αρτεργάτες κατακρεούργησαν
Τις σιγαλές νύχτες με τους απλωμένους χιτώνες των χειρουργείων
Στον ώμο του περιπλανώμενου νεκρού επιβάτη, γιος του βάλτου
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας ενθυμούνταν τις παύσεις του πυρός
Πράσινες κηλίδες μιας απρόσμενης αυταπάτης
Πυροδοτούσαν τους έγχρωμους ναύτες
Του καλοκαιρινού ταξιδιού στον πόντο της Ανατολής
Έβριθε το φως αρμύρα κι απόξενους αρματηλάτες
Αίμα ζεστό πλημμύριζε τις κούπες του αμαρτωλού έρωτα
Χρυσάφι και στάχυα πύρωναν τα χέρια του κύματος
Παφλασμοί καλωσόριζαν τους κρουνούς της πίκρας
Έγκλειστοι οδοί ιχνηλατούσαν τις οιμωγές του φιδιού
Πονούσαν οι κήποι με τις ανασαμιές του θανάτου στο βέλο
Φλέγονταν οι πόθοι του ενοχικού παλιομοδίτικου καπέλου
Χρύσιζαν οι αστραπές του άπορου λεοντόκαρδου έρωτα
Βυθός παντού και αναστάσιμες κλαίουσες μέρες
Τραβούσαν για το θερινό ηλιοστάσιο της απόχης
-Μέσα στο χθόνιο αναλόγιο της θεϊκής ποίησης-
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας αναριγούσαν λευκές κρύπτες
Μιας απόδρασης στα υφαντά πέπλα ενός μεσουρανούντα ήλιου