Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Αγρύπνια

Τα λουλούδια που μου 'φερες
ήταν νεκρολουλουδά από ένα 
παραμορφωμενο στην άσφαλτο
νεαρό σώμα. 
Μύριζαν φορμόλη αμωνία και
πηχτό ιδρώτα. 
Είχαν την όψη ενός έρωτα που
ξεψύχησε σε φτηνά ράντζα 
επαρχιακού νοσοκομείου,
ενός έρωτα που ποτέ δεν 
μετουσιώθηκε σε μια αναθηματική 
λήκυθο μέσα της τα αρώματα 
να βάζουν τα νεαρά κορίτσια. 
Ποτέ δεν με αγάπησες μόνο πάνω 
στο γυμνό μου σώμα 
στοιχημάτισες το θάνατο μου. 
Ήμουν για εσένα το άγρυπνο μάτι 
της μάνας που παραφυλάει 
στην ασφαλτο για να αποτρέψει 
το κακό που βλέπει να έρχεται. 
Σε κοιτώ και μαραίνομαι.
Σε ξεχωρίζω και φεύγεις.
Σου στρώνω το κρεβάτι 
και αναπηδάς σαν να κάθεσαι 
πάνω σε αγκάθια. 
Τα λουλούδια θα στα επιστρέψω 
το κρύο χνώτο της μάνας 
στο μάγουλο μου αυτό επιτάσσει. 
Κρυώνουν οι νεαροί νεκροί της 
στα λευκά τους φερετρα
χωρίς αυτά κρυώνω κι εγώ 
όταν στην αγρύπνια για χρόνια 
σε αναζητώ και δεν έρχεσαι. 

Δικός μου γίνε

Χαλάλισες τα νιάτα σου
σε άδοξες αγάπες
αγάπες που δεν ξέρανε
ν' αφουγκραστούν τις στάχτες 

Δαφνοστεφής ο έρωτας
ζητά αίμα και δάκρυ 
ψυχορραγεί μα δεν πονά 
κοντά φέρνει τα μάκρη 

Ρίχνει φωτιά για να καεί 
παίζει κρυφτό με τ' άστρα
το χαλινάρι του σπαθί
φεγγοβολά στα κάστρα 

Αν θα τον δεις να έρχεται
χαλί στρώσε το σώμα
γιατί διψάει και πεινά
κι άμορφο ψάχνει στόμα 

Δως του νερό δως του φαΐ 
και πίσω μη κοιτάξεις
μ' αγάπες που εξεταζουνε
πότε να μην ταιριάξεις

Ρίχνει φωτιά για να καεί 
παίζει κρυφτό με τ' άστρα
το χαλινάρι του σπαθί
φεγγοβολά στα κάστρα.