Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Μάνα εξ ουρανού

Συμμάζεψε το τραπεζομάντηλο.
Πήρε προσεκτικά τα ψίχουλα 
και τα έριξε στα όρνεα του ουρανού 
για να γευματίσουν 
Στην αρχή ήρθαν τρεις κοκκινολαίμηδες 
κι ύστερα πρόβαλλε ένα αγριοπερίστερο. 
Τι ωραία εικόνα αναφώνησε. 
Έτρωγαν με βουλιμία και γουργούριζαν
σαν να την ευχαριστούσαν.
Στο τέλος κατέφθασαν και δυο
πλουμιστά παγώνια.
Η ομορφιά τους την συνεπήρε. 
Έφτιαξε καφέ χωρίς στιγμή 
να τα αποχωριστεί.
Ήπιε γρήγορα τον καφέ της και το
κατακάθι το έριξε στο σιδερένιο 
βαρέλι με την ολάνθιστη γαρδένια.
Έκοψε ένα λουλούδι και το μύρισε .
Θεσπέσια μυρωδιά. 
Της φάνηκε πως μοσχοβολούσε 
σαν το μάγουλο της Παναγίας. 
Κοίταξε γύρω.
Τα πουλιά είχαν φύγει αφού πρώτα 
είχαν κατατροπώσει ό, τι ψιχουλάκι 
είχε απομείνει. 
Έτσι όμορφα έκλεισε σήμερα τη σελίδα 
της ζωής με άρωμα Παναγίας και δύο  
πλουμιστά φτεράκια που άφησαν πίσω τους
τα βιαστικά παγώνια. 
Ιδανικά για σελιδοδείκτες σκέφτηκε.
Το ταξίδι στα μύχια της ομορφιάς 
μόλις είχε ξεκινήσει
κι οι ταξιδιώτες δεν θα αργούσαν 
να φανούν και πάλι άλλωστε είχε
απομένει αρκετό ψωμί στο ντουλάπι 
προς τελική τέρψιν των πτηνών.

Χάριν της κίνησης

Ήρθες λουσμένος στο φως.
Με το ένα χέρι έσιαχνες 
με περιστροφικες κινήσεις 
το μουστάκι σου.
Νομίζω πως αμυδρά χαμογελούσες. 
Ίσως και να το φαντασιωνόμουν όμως. 
Συνέχιζες απτόητος να φτιάχνεις 
το μουστάκι ενώ με το άλλο χέρι 
κρατούσες ένα παλιό σκονισμένο 
βιβλίο. 
Σίγουρα κάποιο χοντρό τεύχος 
με αναμνήσεις θα ήταν. 
Αυτός ήταν νομίζω κι ο λόγος 
που χαμογέλαγες.
Πάντα ήσουν κολλημένος στο παρελθόν. 
και το καλοστρωμένο μουστάκι σου
το τόσο αναχρονιστικο το επιβεβαίωνε
περίτρανα. 

Εγκατάλειψη

Πρώτα με εγκατέλειψε η αύρα σου
εκείνο το ανεπαίσθητο αεράκι 
που με δρόσιζε τις νυχτιές του έρωτα.
Ύστερα με εγκατέλειψε η φήμη σου 
κι ό,τι άλλο από αυτή εξαρτώνταν.
Μεγάλος ήσουν τεχνουργός του χρωστήρα. 
Τα αριστουργήματα σου δεν κοσμούν 
πλέον τις προθήκες της μνήμης μου.
Δυστυχώς από αβουλία πες ξέχασα.
Στο τέλος -και το πιο οδυνηρό-
με απαρνήθηκε το σώμα σου.
Αυτό το σώμα που αν και ύφαλος 
γίνονταν στα ταξίδια μου εγω σφοδρά
το αγαπούσα. 
Πώς θα ζήσω δίχως του;
Πώς να μην πνιγώ στην πλάνη;
Εφότου έφυγες έληξε και το ταξίδιον μου,
η ματαιότητα  εγκατάσταθηκε εντός μου 
και με μια μέγγενη ισχυρή με ακινητοποίησε
μέσα σε κάσα νεκρική δίπλα σε μια 
απόκοσμη σειρά λιωμένων σπαρματσέτων.