Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Παράφορος έρωτας

Παράφορα σε αγαπώ 
δεν το 'πα σε κανέναν 
το κράτησα για μυστικό 
ακόμα κι από εμένα 

Ο έρωτας αν ειπωθεί 
λιώνει σαν το κεράκι
και μοιάζει σαν τον όλεθρο 
και σαν πικρό φαρμάκι 

Οι τσαχπινιές στον έρωτα 
θολώνουν το τοπίο 
τον κάνουν ανεπούλωτη
πληγή γεμάτη πύον 

Χτυπώ την πόρτα για να βγεις
μα κοίτα να προσέχεις 
τα λόγια που σου είπα εγώ
στη μνήμη να τα έχεις 

Να μην τ' ακούσουν οι δειλοί 
και πάνε και τα πούνε 
κι ο έρωτας μας μαραθεί 
χωρίς ν' ανταμωθούμε

Οι τσαχπινιές στον έρωτα 
θολώνουν το τοπίο 
τον κάνουν ανεπούλωτη 
πληγή γεμάτη πύον.

Καρδιά από χρυσάφι

Του έρωτα το σήμαντρο 
βαρύ έχει τον ήχο
μα τον ακούν οι εκλεκτο
κι οι πίσω από τον τοίχο 

Ο έρωτας φορά βαριά 
χρυσή στολή και βγαίνει 
μα μ' όσους ξέρουν ν' αγαπούν 
ξέρει να αλητεύει 

Χαλάλι που τον γνώρισε
αυτός θα ζει αιώνια 
θα 'χει φτερά και θα πετά 
στο πέτο μια παιώνια 

Μοιράζει σ' όσους αγαπούν 
αντίδωρο αγάπης 
κι αποφεύγει τα βαριά 
λόγια της αυταπάτης 

Κι αν δεν τον δείτε τα φτωχά 
τα ρούχα να φοράει 
είναι πως έχει τη χρυσή 
καρδιά και δεν ξεχνάει 

Χαλάλι που τον γνώρισε
αυτός θα ζει αιώνια 
θα 'χει φτερά και θα πετά 
στο πέτο μια παιώνια.

Του έρωτα η φυλακή


Ζηλεύω τα δυο μάτια σου 
που δεν με μαρτηρούνε 
κι έχουν τα φώτα τους σβηστά 
και μέσα τους με κλειούνε 

Καλά κρατάνε μυστικό 
σε λιθοξόου πέτρα 
κι είναι το στήθος τους βαρύ 
σαν την αρχαία στέρνα 

Μόνο εγώ γνωρίζω τα
μόνο  εγώ τα παίρνω 
κι ανάμεσα στα χείλη μου 
μόνο εγώ τα φέρνω 

Στου έρωτα τη φυλακή 
ανθεί μεγάλη αγάπη 
που 'χει διπλές τις κλειδαριές 
και αετίσιο μάτι 

Ο έρωτας θέλει φιλί
μα θέλει και κρυψώνα 
θέλει τα πάθη της καρδιάς 
να τα φορά κορώνα 

Μόνο εγώ γνωρίζω τα
μόνο  εγώ τα παίρνω 
κι ανάμεσα στα χείλη μου 
μόνο εγώ τα φέρνω.

Οι καθρέφτες

Μήλο ρίχνω στην πόρτα σου
και σου ζητώ να έρθεις
για να πλαγιασουμε μαζί 
απόσκιο μου να μ' έχεις 

Είναι το άγιο σώμα σου 
λαβίδα και με σφίγγει 
της αμαρτίας μου κελί 
του λογισμού χαλίκι 

Σε βλέπω και τα μάτια μου 
καθρέφτες μη σε χάσω
το είδωλο σου τρεις φορές 
εγώ θα αγκαλιάσω 

Νσ σου χαρίζω τα φιλιά 
που ' ναι γλυκά σαν ρόδια 
κοντά μου εσύ να έρχεσαι 
σαν αύρα σαν παγόδα 

Να σε λατρεύω σαν Θεό 
να σ' εξυμνώ σαν κρίνο 
στα κύματα να περπατώ 
αινίγματα να λύνω 

Σε βλέπω και τα μάτια μου 
καθρέφτες μη σε χάσω
το είδωλο σου τρεις φορές 
εγώ θα αγκαλιάσω.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Πύρινος κλοιός

Τρώει φωτιά το στήθος μου
τα πάντα ειν' καμμένα
δίπλα βουίζουν πυρκαγιές 
τι θα γινώ οϊμένα

Οι φλόγες με τυλίγουνε 
δεν έχω που να πάω
μέσα σε πύρινο κλοιό 
τρέμω παραπατάω 

Τρέχουν τα δάκρυα βροχή 
μα η φωτιά δεν σβήνει 
γίνηκε κόλαση η γη
και μια βλαστήμια φτύνει 

Ζητώ πηγή ζητώ νερό 
ζητώ την αγκαλιά σου 
λίγη να φέρει μου δροσιά 
να σώσει τα φτερά σου

Αυτά που με πηγαίνουνε 
σε παραδείσου χώρα
και δεν μ' εγκαταλείπουνε
μονάχη σαν και τώρα 

Τρέχουν τα δάκρυα βροχή 
μα η φωτιά δεν σβήνει 
γίνηκε κόλαση η γη
και μια βλαστήμια φτύνει.


Λυπημένο λουλούδι

Λυπημένο μου λουλούδι 
τι ζητάς εδώ πέρα
χρόνους τώρα βαδίζω 
σε μια ανίερη μέρα 

Με θολώνει η ανία 
τείχη γύρω στοιβάζει 
σε τραχιά μονοπάτια 
για να μπω με διατάζει 

Αμολιέμαι σε κύκλους 
που διαρκώς ανεβαίνουν 
με κουράζει μα αντέχω 
κι όπου πάω πηγαίνουν 

Στολή έγινε η πίκρα 
και μια δεύτερη σάρκα 
να την αλλάξω πηγαίνω
μα δεν βρίσκω τη βάρκα 

Μες σε πέλαγα μαύρα 
χωρίς τέλος πλανιέμαι 
και χωρίς καπετάνιο 
μες σε ξέρες χτυπιέμαι

Αμολιέμαι σε κύκλους 
που διαρκώς ανεβαίνουν 
με κουράζει μα αντέχω 
κι όπου πάω πηγαίνουν.






Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Μάνα εξ ουρανού

Συμμάζεψε το τραπεζομάντηλο.
Πήρε προσεκτικά τα ψίχουλα 
και τα έριξε στα όρνεα του ουρανού 
για να γευματίσουν 
Στην αρχή ήρθαν τρεις κοκκινολαίμηδες 
κι ύστερα πρόβαλλε ένα αγριοπερίστερο. 
Τι ωραία εικόνα αναφώνησε. 
Έτρωγαν με βουλιμία και γουργούριζαν
σαν να την ευχαριστούσαν.
Στο τέλος κατέφθασαν και δυο
πλουμιστά παγώνια.
Η ομορφιά τους την συνεπήρε. 
Έφτιαξε καφέ χωρίς στιγμή 
να τα αποχωριστεί.
Ήπιε γρήγορα τον καφέ της και το
κατακάθι το έριξε στο σιδερένιο 
βαρέλι με την ολάνθιστη γαρδένια.
Έκοψε ένα λουλούδι και το μύρισε .
Θεσπέσια μυρωδιά. 
Της φάνηκε πως μοσχοβολούσε 
σαν το μάγουλο της Παναγίας. 
Κοίταξε γύρω.
Τα πουλιά είχαν φύγει αφού πρώτα 
είχαν κατατροπώσει ό, τι ψιχουλάκι 
είχε απομείνει. 
Έτσι όμορφα έκλεισε σήμερα τη σελίδα 
της ζωής με άρωμα Παναγίας και δύο  
πλουμιστά φτεράκια που άφησαν πίσω τους
τα βιαστικά παγώνια. 
Ιδανικά για σελιδοδείκτες σκέφτηκε.
Το ταξίδι στα μύχια της ομορφιάς 
μόλις είχε ξεκινήσει
κι οι ταξιδιώτες δεν θα αργούσαν 
να φανούν και πάλι άλλωστε είχε
απομένει αρκετό ψωμί στο ντουλάπι 
προς τελική τέρψιν των πτηνών.

Χάριν της κίνησης

Ήρθες λουσμένος στο φως.
Με το ένα χέρι έσιαχνες 
με περιστροφικες κινήσεις 
το μουστάκι σου.
Νομίζω πως αμυδρά χαμογελούσες. 
Ίσως και να το φαντασιωνόμουν όμως. 
Συνέχιζες απτόητος να φτιάχνεις 
το μουστάκι ενώ με το άλλο χέρι 
κρατούσες ένα παλιό σκονισμένο 
βιβλίο. 
Σίγουρα κάποιο χοντρό τεύχος 
με αναμνήσεις θα ήταν. 
Αυτός ήταν νομίζω κι ο λόγος 
που χαμογέλαγες.
Πάντα ήσουν κολλημένος στο παρελθόν. 
και το καλοστρωμένο μουστάκι σου
το τόσο αναχρονιστικο το επιβεβαίωνε
περίτρανα. 

Εγκατάλειψη

Πρώτα με εγκατέλειψε η αύρα σου
εκείνο το ανεπαίσθητο αεράκι 
που με δρόσιζε τις νυχτιές του έρωτα.
Ύστερα με εγκατέλειψε η φήμη σου 
κι ό,τι άλλο από αυτή εξαρτώνταν.
Μεγάλος ήσουν τεχνουργός του χρωστήρα. 
Τα αριστουργήματα σου δεν κοσμούν 
πλέον τις προθήκες της μνήμης μου.
Δυστυχώς από αβουλία πες ξέχασα.
Στο τέλος -και το πιο οδυνηρό-
με απαρνήθηκε το σώμα σου.
Αυτό το σώμα που αν και ύφαλος 
γίνονταν στα ταξίδια μου εγω σφοδρά
το αγαπούσα. 
Πώς θα ζήσω δίχως του;
Πώς να μην πνιγώ στην πλάνη;
Εφότου έφυγες έληξε και το ταξίδιον μου,
η ματαιότητα  εγκατάσταθηκε εντός μου 
και με μια μέγγενη ισχυρή με ακινητοποίησε
μέσα σε κάσα νεκρική δίπλα σε μια 
απόκοσμη σειρά λιωμένων σπαρματσέτων.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Τι θέλει η αγάπη

Η αγάπη θέλει φίλημα 
θέλει καπατροσυνη 
θέλει περπάτημα λαφιου 
χάδι  χωρίς βιασύνη 

Όταν κουράζεται να ζει
σαν να'ναι η πρώτη μέρα 
κι όταν στη μάχη ρίχνεται 
να 'ναι γλυκιά η σφαίρα 

Να βλαστημα να χαίρεται
σαν τα καρφιά μετράει 
όρθια να στέκει στο γκρεμό 
να πολεμά στα χάη 

Η αγάπη όταν έρχεται
φαρμάκι έχει στα χείλη 
κι αν κάνεις και το καταπιεις
στέρνο θα ζήσεις δείλι 

Ταρακουνάει τα βουνά
πότε δεν ξεπεζευει
ανέμους έχει συντροφιά
τον δημιο γυρεύει 

Να βλαστημα να χαίρεται
σαν τα καρφιά μετράει 
όρθια να στέκει στο γκρεμό 
να πολεμά στα χάη.


Ολόχρυσα περβόλια

Η νοσταλγία με πονά 
με σφάζει σε δυο μέρη
είναι ο καημός σου δίκοπο 
του πόθου μου μαχαίρι 

Βαθιά πληγή μου άνοιξες 
και δύσκολα θα γιανει 
και μου στερεί τα όνειρα 
κι όσα η καρδιά δεν φτάνει 

Έλα να κατοικήσουμε 
της νιότης το βασίλειο 
να βρούμε χώρες μυθικές 
κι έναν καινούριο ήλιο 

Εκεί να αλητέψουμε 
να γνωριστούμε πάλι 
σε πέτρες να πιστέψουμε 
να βγούμε στο περγιάλι 

Εκεί που σε εγνώρισα 
πάνε δεκάξι χρόνια 
που έσμιξαν οι δυο καρδιές 
σε ολόχρυσα τα περβόλια 

Έλα να κατοικήσουμε 
της νιότης το βασίλειο 
να βρούμε χώρες μυθικές 
κι έναν καινούριο ήλιο. 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Πριν τη μαχη

Υπήρχε μια ανεξήγητη ένταση ανάμεσα 
στους συνδαιτυμόνες εκεινη τη στιγμή 
τότε ακριβώς που έπεσε και έσπασε
ξαφνικά η πανάκριβη πορσελάνινη κούπα 
Ένα σπάνιο κειμήλιο αναντήρητα.
Έστεκε χρόνια αχρησιμοποιητη στο
τελευταίο ράφι της παλιάς πιατοθήκης.
Εκεί που η γιαγιά κρατούσε ευλαβικά 
κι ως κόρη οφθαλμού τα ακριβά 
της οικογένειας. 
Δώρα γαμήλια, δώρα από μπάρκα, δώρα 
από τ' αρραβωνιασματα των θυγατέρων 
Πως επεσε;
Ούτε ταρακούνημα, ούτε σεισμός ή έστω
κάποιος χορός στο αποπάνω πάτωμα.
Ο καθένας κοιτούσε καχύποπτα τον άλλο
με αποτέλεσμα η ήδη υπάρχουσα 
συσωρευμενη ένταση να αυξηθεί κι άλλο. 
Έλεγες πως σε λίγο θα ξεσπουσε ένας
ομηρικός καβγάς.
Την κατάσταση έσωσε το μικρό κορίτσι 
με το αμπιγέ φόρεμα που ήρθε 
να περισυλλεξει το πολύτιμα κομμάτια
πριν γίνουν επικίνδυνα για τις αβρες 
πατούσες των κυρίων.
Τα πνεύματα ησύχασαν κάπως και κάποιος 
ίσως κι ο πιο εχεφρων πλησίασε 
το κορίτσι και το βοήθησε στο συμμάζεμα 
χαρίζοντας του ένα διακριτικά χαμόγελο. 
Έληξε η εμπόλεμη κατάσταση.
Από μακριά ακούστηκε το σφύριγμα 
του τρένου.
Η ώρα ήταν εφτά απογευματινή κι είχε 
έρθει η στιγμή να πάρουν το καθιερωμένο 
τους τσαι. 
Ξεχάστηκε κι η σπασμένη πορσελάνη 
μόνο το κορίτσι έκανε μια κίνηση που 
κάνεις δεν προσεξε .
Πήρε τα σπασμένα κομμάτια και τα φυλαξε
στον κόρφο του όπως έκανε κι γιαγιά 
όταν τους έσπαγαν από απροσεξία 
οι αγαπημενες της πορσελάνινες κούκλες.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Επίκληση

Χαμήλωσε Ταΰγετε 
να δω πέρα απ' τις στρατες
τις άσπρες και τις γαλανές 
κι αυτές τις μαυρομάτες 

Να δω και την αγάπη μου 
που έρχεται απ' την πόλη
κι έχει στα μάτια σφαλιστή 
την οικουμένη όλη

Να πλησιάσω στο γκρεμό 
να κόψω δύο μήλα
αυτά που μαραγκιάσανε 
την ώρα που σε είδα 

Να ρθεις να δεις το πως περνώ 
για ποιον χτυπά η καρδιά μου 
και στον βυθό σου να χαθώ 
να σ' έχω συντροφιά μου 

Ν' ανοίξω το δισάκι μου
φιλιά να σε χορτάσω 
κι ο νους να φύγει μακριά 
πέρα απ' το γκρίζο δάσος 

Να πλησιάσω στο γκρεμό 
να κόψω δύο μήλα
αυτά που μαραγκιάσανε 
την ώρα που σε είδα

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Λεπτές επεμβάσεις

1
Ακάματο πάφλαζε το σώμα σου.
Έσμιγαν πάνω του δυο ωκεανοί 
με τα κοράλλια τους, με τα καράβια 
που εξώκειλαν στις ξέρες σε μια μεγάλη 
τρικυμία τέλη Αυγούστου 
στις παρυφές ακριβώς του φθινοπώρου. 
Σε κοιτούσα μέσα από ένα 
φινιστρίνι θολό νοτισμένο από την πούδρα 
του αλατιού κι ήμουν σαν ένα αρχαϊκό 
άγαλμα με φτερά κομμένα 
και διεσταλμένο το βλέμμα 
σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πιάσει 
το ασύλληπτο. 
Δεν με αντιλήφθηκες.
Κρατούσες στο αριστερό σου χέρι 
το βιβλίο των ποιητών που
έκαναν χαρακίρι αρνούμενοι σθεναρά 
να υποταχθούν σε ένα κραταιό ήλιο 
που πρόβαλλε μέσα από την πτέρυγα 
των μελλοθανάτων ανεμπόδιστα κι επίμονα. 
Σε σκούντηξα. 
Έστρεψες το βλέμμα και με κοίταξες 
ίσα στα μάτια. 
Τότε ήταν που κατάλαβα πως είχες 
πιει τόση θάλασσα που το βλέμμα σου
πήγαινε να μοιάζει με εκείνο των 
γυναικών του Μοντιλιάνι που ήξερα 
πόσο πολύ αγαπούσες. 
Αδιόρατο, κενό και προπαντός αδηφάγο.
Έφυγα σαστισμένη. 
Ακούστηκε τότε ένας δυνατός κρότος. 
Γύρισα και κοίταξα. 
Είχες αυτοπυρποληθεί 
με ένα μπιτόνι βενζίνης που
είχες βρει στον παράπλευρο δρόμο 
με αυτόν της πτέρυγας των μελλοθανάτων.
Τώρα η τέφρα σου δίχως άλλο θα μοιάζει 
με αυτή την πούδρα που αλατιού 
που μαθηματικά για χρόνια με ξεμάκραινε 
από εσένα. 

*
2
Ήσουν ο δεκατοτρίτος άθλος 
που έκανες ισοπεδώνοντας 
με δυναμίτη δύο τεράστιους 
ορεινούς όγκους στην κοιλάδα εκείνη 
που είχε στήσει προπύργιο η μοναξιά. 

*
3
Πρώτο ραντεβού 
μυρμήγκια μες στη χλόη 
τραβούν βίντεο.

*
4
Στα προσεχώς. 

Ξεθώριασαν τα μαύρα τούλια 
της νύχτας.
Ξημερώνει.