Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

άνθισαν οι βραχόκηποι πλάι στην θάλασσα



Με χέρια τρεμάμενα και πικρά
Στεριώνω σκόρπιες παγίδες
Στα μέρη εκείνα που θα περάσει
Ο ιριδίζων κόκκος της αυταπάτης
Έτοιμη συναντώ ξανά τα θαύματα
Ήρθε ο καιρός της πολιορκίας
Έφθασε η μέρα της αναμέτρησης
Στην θάλασσα κατοικούν πάλι οι μνήμες
Στην στεριά ακούγονται ακόμη τα πριονάκια των γρύλων
Κι εγώ καταδιωκόμενη με ψεύτικα όνειρα κυκλοφορώ
Σε μονοπάτια που με πηγαίνουν σε χώρες που μάτωσαν χρόνια πριν...

Τολμώ να κοιτάξω προς το πυργίσκο του ήλιου
Χωρίς να τυφλώνομαι
Τολμώ να φωνάξω το ρήμα που κατακαίει τα νέφη
Χωρίς καμιά ανάσα
Μα εκείνο που καταφέρνω καλύτερα απ' όλα
Είναι να ατενίζω καθαρά τα πορθμεία που το ταξίδι τάζουν
Ήρθε ο καιρός των εξεγέρσεων
Έφθασε η μέρα των μεταμορφώσεων
Κουκούλι με ντύνει
Αθώρητη έγινα
Μικρή χρυσαλλίδα
Και αλλάζω χατιρικά το σχέδιο στον χάρτη του κόσμου...

Άνθισαν οι βραχόκηποι πλάι στη θάλασσα
Βγήκαν οι κυκλαμιές πάνω στα βουνά
Ακούς που τροχίζουν τα σπαθιά τους τα πεύκα
Έτοιμη συναντώ ξανά τα θαύματα
Τώρα αιωρούμαι μαγικά πλάι σε χάλκινα τόξα
Τώρα ασπάζομαι μια μόνη θρησκεία: Της γης το βιβλίο
Τώρα φυγαδεύω τους νεκρούς μου
Και ξαποσταίνουν τα μνήματα απ' των δακρύων τον κάματο
Πως γίνεται ενώ ξεμακραίνω
Ξανά να επιστρέφω στην πηγή
Λαβύρινθος νέος χαοτικός
Κι εγώ βηματίζω τυφλά
Πειράζω τις ώρες τις μεθώ με ρακί
Αργούν τα χρόνια να με βρουν εδώ κάτω
Πλίνθοι με ζώνουν
Ναοί με καλούν
Μητέρα του άγους με χρήζουν
Σκοντάφτω στην πέτρα και απ΄την ρωγμή ξεπροβάλλει
Η πρώτη αχτίδα του νέας σελήνης
Αφήνομαι στην πλέρια αγκάλη κι εκεί αποθέτω χρυσή τη σπορά...

Τολμώ να τραβήξω τα γκέμια της μοναξιάς
Χωρίς να ιδρώσω σταλιά
Τολμώ να ονοματίσω την κοίτη με τις σποριές του θανάτου
Χωρίς να ντραπώ
Μα εκείνο που καλύτερα χειρίζομαι απ' όλα
Είναι να πιλοτάρω μικρά πλεούμενα στα άσπρα νησιά
Ήρθε ο καιρός των εκπλήξεων
Έφθασε η μέρα της ανταμοιβής
Κι εγώ αρματωμένη φυλάω την πύλη
Εχθρός δεν διαβαίνει
Κι οι χώρες που αγάπησα με τόσο πάθος
Ματώνουν μονάχα
Στην έλευση του παιδιού που η δόξα με δόρυ χρυσό το πληγιάζει...