Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

το δικό μου δρομολόγιο


Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Εκεί προετοιμάστηκε
Η έλευση μου στο κόσμο
Το χέρι κράτησα της αστραπής
Έτσι που πύρινα φτερά
Φύτρωσαν στους ώμους μου
Συγγένεψα με τους ουράνιους ποταμούς
Κι απείθαρχη χωρίς κοίτη και μέρισμα
Απλώθηκα πάνω στης γης το κρησφύγετο
Θησαυρούς συνέλεξα από τις αλυκές των άστρων
Τόσους που να μην πεινούν τα όνειρα
Που τα μικρά παιδιά πλάθουν στον ύπνο τους!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα σκοτεινό νεφέλωμα
Ήμουν το αγαπημένο τέκνο
Της αμφισβήτησης και της τρέλας
Μέρωνα μόνο κοιτάζοντας κατάματα
Τις βρόχινες στέρνες να βοούν με μανία
Τις νύχτες που η νοσταλγία σβήνει
Το φέγγος της σελήνης από τη μετόπη της πατρίδας
Ανδρώθηκα και ψήλωσα
Δίπλα στα άβατα μέρη του σύμπαντος
Εκεί που οι Αμαδρυάδες μεταβαίνουν οργισμένες
Σε χιλιόχρονους κορμούς
Για να αφανίσουν τον πέλεκυ
Που μάτωσε το σκισμένο φόρεμα τους
Περιπλανήθηκα απέλπιδα στους λειμώνες του Άδη
Ώσπου στο τέλος αφυπνίστηκα με αίμα
Κλώθοντας κόκκινα μαντήλια μεταξωτά
Στόλισμα να τα βάλω στον ιδρωμένο τράχηλο του κόσμου!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Απαρχής ξεδιάλεξα για φίλες μου
Τις εξώκοσμες νεράιδες με τα αμίλητα πρόσωπα
Έζησα διαιρεμένη
Ανάμεσα στον Έρωτα και τον Θάνατο
Σχεδιάζοντας με χέρι τρεμάμενο
Τον επάλληλο κύκλο της αρχέγονης αλήθειας
Έπλασα μύθους άφευκτους και δυνατούς
Γεννήτορες της κρυφής σκέψης
Με μόνο εργαλείο
Την λεπίδα και τον άκμονα των αστεροειδών
Σαν ασκητής βίωσα την μέθη της λύτρωσης
Στήνοντας βωμούς ορειχάλκινους
Με την πατίνα της φαντασίας σε ορμίσκους αθέατους
Εκεί που οι Θεοί των Φοινίκων προσαράζουν τις λέμβους τους
Κυνήγησα της μέλισσας το ταξίδι
Και σε ανθούς υπερβατούς γονιμοποίησα το βρέφος της αγάπης
Μη λείψει το αχνογέλιο από τον λίκνο του κόσμου και λαβωθώ!