Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

η άσφαλτος κατοικία των πτηνών


Ξύπνησα βαρύθυμα με μουσκεμένο
Το μαξιλάρι στα δάκρυα
Δάκρυα πρωινά όλβια καυτά
Να εμποτίζουν κρυφές συρραφές της ψυχής
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Όνειρα που με ταλάνισαν όλη νύχτα
Τα απαρίθμησα ένα - ένα πίνοντας ζεστό καφέ:
Ο νεκρός πατέρας
Ηλικιακά σε ώρα γάμου
Κράδαινε ένα παιδικό τόξο
Και σημάδευε τρυγόνια σε αμπέλι χλωρό
Μπουμπούκιαζαν στο πέτο του ταξιανθίες
Από ισχνά κυκλάμινα
Και βυθισμένα παλάτια κοραλιών
Στοίχειωναν τη μορφή του με αχλύ
Η μητέρα με έναν γνώμονα στο χέρι
Υπερμεγέθης και σχολαστική
Μέτραγε τα διάκενα στις τρίλιες του παραθύρου
Σαν να αποζητούσε να απαλείψει
Τις σκοτεινές ραβδώσεις απ΄τη ζωή μου
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Μήπως και καταφέρω και βηματίσω
Στην τραχιά επιφάνεια του κόσμου ασφαλής
Λοιδόρησα την εμμονή μου
Να βλασταίνω σαν δέντρο σε χαντάκι τυφλό!

Βγήκα στο μπαλκόνι αποδομημένη
Την γκρίζα άσφαλτο ατένισα στιγμιαία
Η λάβα σαν λιοπύρι με συνεπήρε
Με έσπρωξε σε διάζωμα κοσμικό
Κρατήθηκα πρηνής σε κόκκινη στεφάνη
Κι ερεύνησα με στηλωμένο βλέμμα από ψηλά:
Ίχνη υπερμεγέθη άγνωστων πτηνών
Και μια φωλιά αχυρένια ωοτόκος
Μπήκα στη κάμαρη
Λυτρωτικά κρατώντας στη μνήμη
Εικόνες από νεανικές περιπλανήσεις
Σε θέρετρα κι εξοχές μακρινές
Πλάι σε δέντρα που κυοφορούσαν
Φτερώματα αγγέλων και γαλήνιους κελαηδισμούς
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Ικρίωμα θανάτου να ταλαντεύεται αργά στο δέρμα
Αχνογέλασα
Τώρα στους διαδρόμους της νύκτας θα διαμηνύσω
Την άσφαλτο κατοικία των πτηνών
Να έχω για στρώμα στις γαλαξιακές πτήσεις μου
Σπειροειδείς πτήσεις σε ένα ωοειδές σύμπαν που αυγάζει!