haibun
Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Δεν φυσούσε καθόλου. Όλα γύρω ασάλευτα. Οι ιτιές κι οι πικροδάφνες ακίνητες. Κατέβηκε στον κήπο. Στο παρτέρι με τις κόκκινες τουλίπες ζουζούνιζαν δύο μέλισσες και στο χώμα κυκλοφορούσε αμέριμνος ένας γαιοσκώληκας. Τέλος εποχής γι αυτά τα λουλούδια και κάποια είχαν ρίξει ήδη τα πέταλα τους στο υγρό χώμα.
Σγουρά τα φύλλα
άρωμα παπαρούνας-
οι μίσχοι λεπτοί.
Πήρε ένα πεσμένο πέταλο, το ακούμπησε στην παλάμη. Το περιεργάστηκε. Το χρώμα δεν είχε ατονίσει ακόμα και το βελούδο από την επιφάνεια του δεν είχε χαθεί. Το απώθεσε στα χείλη. Ανοιξε το τσαντάκι της κι έβγαλε βιαστικά το καθρεφτάκι. Κοιτάχτηκε. Το κόκκινο στα χείλη τής πρόσθετε φρεσκάδα. Έδενε με τα μάγουλα της που είχαν κι αυτά
ένα φυσικό κόκκινο χρώμα σαν τις τουλίπες.
Γόνιμος κάμπος-
άνθισαν οι κερασιές
ζουζούνια πετούν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου