Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

η νηοπομπή των κύκνων


Εννιάμηνη η απουσία της βουβής πέτρας
Εκκόλαπτε το αδήριτο φως
Πλάι στο απάγκιο ανεμοστάσι
Με τα μαύρα κοτσύφια
Το ποίημα αποδιωγμένο
Κυνηγημένο θα έλεγες
Από τις άπληστες φτερούγες
Του Θεϊκού Νέστορα
Περπατούσε σκυθρωπό
Με ευγενικές κινήσεις
Και με βαμμένα κόκκινα τα χείλη
-φίλιο κόκκινο από το αίμα του πρωτομάστορα-
Έψαχνε το βάζο με τα μαραμένα ρόδα
Ρόδα του Μαϊού
Ανέδυαν αρώματα πικρά
Στη πυκνή ύφανση της κουρτίνας
Το πιάνο μελαγχολικό
Κι ο καλόγερος αδυνατούσε
Να συγκρατήσει το παράστημα σου
Ψηλαφούσα στα σκοτεινά
Το δόκανο που αποπειράθηκες
Να κρύψεις μια νυχτιά
Στην σχισμή της αγριογκορτσιάς
Ή μήπως στη θύρα
Του υπέργηρου γείτονα
Για να ανασυντάξεις βολικά
Τις αυταπάτες της ήττας σου
Τυχαίο δεντράκι περιέβαλλε
Την μοναξιά της μελλοντικής μουσικής
Αναριγούσε ο βυθός
Με τα σκαλιστά μονοπάτια
Εκεί που ασίγαστα και ταπεινά
Περπατούσαν δυο-δυο στη σειρά
Οι πνιγμένοι σπογγαλιείς
Έτοιμοι να απολαύσουν το τελευταίο
Βραδινό τους περίπατο
Βγήκα στην επιφάνεια μουδιασμένη
Ο καπνός και οι πνοές του ανέμου
Κύκλωναν τα ξυπόλητα πόδια
Των άφτερων πουλιών
Στα μάτια του γραίγου πλάταινε ο φόβος
Καρδιά ανάλαφρη πόζαρε
Στον σπασμένο καθρέπτη της εισόδου
Κάποτε θα ανθίσουν οι λειμώνες του βυθού
Κι εγώ θα κρατώ γερά
Του Μέγα Σποριά το υπέροχο σείστρο
Πρέπει ξέρεις να τραφούν τα μάγουλα
Της ωραίας κόρης
Και οι κηλιδωμένοι γαλαξίες
Να αναστηθούν πάναγνοι
Αργά στην οθόνη ξημερώματα
Περνούσε η νηοπομπή
Των αδέκαστων κύκνων
Που απρόσμενα αγάπησες
Το ποίημα σιωπούσε στο ρήγμα της πλάνης         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου